Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 31

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ Ή ΑΝΑΘΕΜΑ;

Η ομάδα σιγοανέβαινε ένα χαμηλό ύψωμα. Ο Καττάνεος με το σύντροφό του βιάστηκαν περισσότερο και την έφτασαν ενώ πλησίαζε στην κορυφή του υψώματος.

-Γεια σας άρχοντες. Φώναξε ο Καττάνεος μόλις ήρθε κοντά τους. Χαίρομαι που σας βλέπω ζωντανούς.

Οι άνθρωποι της μικρής ομάδας γύρισαν τα μάτια τους προς το μέρος απ’ όπου ερχόταν η γνώριμη φωνή κι έμειναν έκπληκτοι αντικρίζοντας τον καπετάν Μαυρίκιο Καττάνεο ζωντανό. Το ίδιο έκπληκτος έμεινε κι ο Καττάνεος όταν είδε το ναύαρχο Αλοΐζο Διέδο, τον καπετάν Μπαρτόλο Φουριάνι, το γιατρό Νικόλαο Μπάρμπαρο, τον Τετάλδη κι άλλους γνωστούς και μέχρι προχθές συμπολεμιστές του να τον κοιτάζουν με κατάπληξη. Όλοι έτρεξαν και τον αγκάλιασαν.

-Πώς βρέθηκες εδώ; Τον ρώτησε με χαρά και έκπληξη ο ναύαρχος Διέδος. Εσάς τους χερσαίους, είπε, εννοώντας εκείνους που πολεμούσαν στα χερσαία τείχη, σας είχαμε ξεγράψει πιο μπροστά απ’ τον καθένα όταν ξέσπασε η καταιγίδα. Βλέπεις, βρισκόσασταν τόσο μακριά απ’ τα πλοία . . . Μετά, ήσασταν κυκλωμένοι από παντού . . .

-Γλίτωσα κι εγώ με χίλιους κινδύνους, όπως και σεις, είπε απλά ο Καττάνεος, ενώ τα μάτια του γυάλιζαν από χαρά που ξανάβλεπε μερικούς απ’ τους φίλους του ζωντανούς.

-Τι σύμπτωση, όμως, είπε ο καπετάν Φουριάνι, να συναντηθούμε έτσι όλοι εδώ επάνω χωρίς να το έχουμε προμελετήσει!

-Τυχαία, θέλεις να πεις, τον διέκοψε ο Καττάνεος.

-Όχι τυχαία, είπε ο Τετάλδης. Ανεβήκαμε κι εμείς εδώ για τον ίδιο σκοπό που ανέβηκες κι εσύ, πρόσθεσε χαρακτηριστικά, τονίζοντας τις τελευταίες λέξεις του.

-Εγώ με το σύντροφό μου από δω, είπε ο καπετάνιος κι έδειξε τον άγνωστο στους άλλους συνοδοιπόρο του, περπατώντας και συζητώντας βρεθήκαμε εδώ πάνω χωρίς να το καταλάβουμε. Δεν ήρθαμε με κανένα ιδιαίτερο σκοπό. Ίσως μας μάγεψε ο ζωογόνος αέρας και μας τράβηξε εδώ η όμορφη φύση της Χίου. Ίσως, κάποια άγνωστη δύναμη μας έσπρωξε προς αυτήν την κατεύθυνση . . . Ίσως προαισθανόμασταν την παρουσία σας σ’ αυτά τα μέρη . . . Πάντως, η περιπλάνησή μας αυτή μας βγήκε σε καλό. Ανέλπιστα κι αναπάντεχα συναντήσαμε τόσους καλούς φίλους, που λίγο ή πολύ τους είχαμε ξεγράψει απ’ αυτόν τον κόσμο. Σεις, όμως, συνέχισε με έντονο κάπως το ενδιαφέρον στον τόνο της φωνής του, πώς βρεθήκατε έτσι όλοι μαζί έξω απ’ την πόλη και τι είναι εκείνο που σας έφερε όλους εδώ πάνω μπροστά σ’ αυτόν τον τάφο;

Πραγματικά, η συντροφιά συζητώντας είχε ανέβει στην κορυφή του λόφου και σταματούσε μπροστά σ’ ένα φρεσκοσκαμμένο τάφο.

-Κι εμείς δεν ξέρουμε καλά-καλά για ποιο σκοπό ανεβήκαμε εδώ πάνω, είπε ο Τετάλδης. Ήρθαμε μπροστά σ’ αυτόν τον τάφο για να τιμήσουμε έναν συμπατριώτη μας. Έναν ήρωα . . . ή ήρθαμε . . .

-Ή ήρθαμε για να αναθεματίσουμε έναν δειλό φυγάδα, έναν προδότη; συμπλήρωσε με πίκρα ο Βενετός γιατρός Νικόλαος Μπάρμπαρο.

-Εδώ, στον τάφο αυτό, είπε με ήρεμη φωνή ο ναύαρχος Διέδος, είναι θαμμένος ο μέχρι χθες συμπολεμιστής μας, ο μέχρι χθες ακούραστος κι ατρόμητος στρατηγός, ο μέχρι χθες γενναίος υπερασπιστής των φρουρίων του Αγίου Ρωμανού. Εδώ, στον απλό αυτό τάφο είναι θαμμένη η ψυχή της άμυνας της Κωνσταντινούπολης και ίσως και η αιτία της καταστροφής της. Ο τάφος αυτός είναι ο τάφος του Ιωάννη Ιουστινιάνη.

Τα τελευταία λόγια του ναυάρχου σκόρπισαν ένα παράξενο αίσθημα στην ψυχή του καπετάν Καττάνεου κι ίσως δεν άφησαν ανάγγιχτες και τις ψυχές των υπόλοιπων της σιωπηλής συντροφιάς. Όλοι ένιωθαν ένα αίσθημα σεβασμού και δέους. Ένα σύμπλεγμα περηφάνιας και ντροπής, ένα κράμα λύπης και αποστροφής για τον πρώτο αγωνιστή και τον πρώτο φυγάδα της Κωνσταντινούπολης. Με τα καπέλα τους στο χέρι έμειναν όλοι όρθιοι και σιωπηλοί γύρω στο φρεσκοσκαμμένο χώμα. Ξανάφεραν στο νου τους το ενδιαφέρον και τις προσπάθειες του νεκρού συντρόφου τους για την οργάνωση και την καλή λειτουργία της άμυνας της πόλης. Θυμήθηκαν τους σκληρούς και θαρραλέους αγώνες του κατά των εχθρών τις μέρες της πολιορκίας και αναλογίστηκαν τις πικρές και μαύρες στιγμές της ανεξήγητης φυγής του, η οποία κατέληξε στον αφανισμό και σήμανε το τέλος της Κωνσταντινούπολης.

Έμειναν έτσι βουβοί, με συγκεχυμένες τις σκέψεις τους για αρκετή ώρα.

-Ο Θεός ας τον κρίνει κατά τα έργα του, είπε κάποιος δειλά-δειλά.

-Αν δεν έφευγε ο Ιουστινιάνης, είπε ο Μπάρμπαρο, υπήρχαν πολλές πιθανότητες να αποκρουστεί ο εχθρός. Η φυγή του σκόρπισε τον πανικό.

-Αν δεν τραυματιζόταν. Πρόσθεσε κάποιος άλλος, σα να ήθελε να υπερασπιστεί κάπως τον Ιουστινιάνη.

-Και τραυματισμένος έπρεπε να μείνει στη θέση του, είπε ο Μπάρμπαρο. Η παρουσία του, έστω κι ανίκανου για πόλεμο, θα συγκρατούσε τους στρατιώτες του. Μάλιστα, ίσως ο τραυματισμός του να τους έκανε να πολεμούν με μεγαλύτερο πείσμα, προσπαθώντας έτσι να φυλάξουν και να σώσουν το λαβωμένο αρχηγό τους.

-Οι στιγμές ήταν κρίσιμες, είπε κάποιος άλλος. Η απόφαση όλων μας ήταν να μείνουμε στις θέσεις μας ως το τέλος. Άλλωστε, γι’ αυτό δεν δόθηκε από νωρίτερα διαταγή και χτίστηκαν από μέσα και κλειδώθηκαν όλες οι πόρτες εξόδου; Αυτό έγινε με τη συγκατάβαση όλων μας και μάλιστα ύστερα από προτροπή του Ιουστινιάνη, για να μην μπορεί κανείς σε κρίσιμη περίπτωση να βγει από τα τείχη και να φύγει προς την πόλη και τα πλοία.

-Ο εξουσιαστής του Πέραν, ο Γενουάτης Ιωάννης Ζαχαρίας, είπε ο Βενετός καπετάν Φουριάνι, δεν είχε καθόλου καλή γνώμη για τη φυγή του Ιουστινιάνη, παρ’ ότι ήταν συμπατριώτης του. Έτσι τουλάχιστον έδειξε με τα όσα μας έλεγε, όταν τον συναντήσαμε στο Γαλατά, πριν φύγουμε απ’ την Κωνσταντινούπολη[1]. Ίσως τελευταία στιγμή να πληγώθηκε το φιλότιμο του στρατηγού, όταν έμαθε απ’ το Νοταρά ότι, ενώ ο αυτοκράτορας του υποσχέθηκε τη Λήμνο για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε στην άμυνα της πόλης, την παραχώρησε τελικά στο βασιλιά των Καταναλών[2].

Δε σας κάνει, όμως, εντύπωση η ενέργεια αυτή του Νοταρά, είπε ο Ανδρόνικος και δεν αναρωτιέστε, γιατί ο μέγας δούκας ανακοίνωσε ένα τέτοιο γεγονός στο στρατηγό Ιουστινιάνη, στην ψυχή της άμυνας, στην πιο κρίσιμη στιγμή του αγώνα; Το έκανε από απερισκεψία και αφέλεια ή κάτι έκρυβε στο βάθος αυτή η ενέργειά του;

Όλοι έστρεψαν τα μάτια τους προς το μέρος του ξερακιανού στρατιώτη και τον κοίταξαν περίεργα κι ερωτηματικά. Οι σκέψεις τους μπερδεύτηκαν περισσότερο.

-Ότι κι αν συνέβη, είπε αυστηρά ο Μπάρμπαρο, ο στρατηγός έπρεπε να μείνει πιστός στο λόγο του κι ακλόνητος στη θέση του μέχρι τέλους. Αν έμενε στο πόστο του, το τέλος θα ήταν τελείως διαφορετικό. Η φυγή του αποθάρρυνε το στρατό και προξένησε αλγεινή εντύπωση σ’ όλους μας. Το όνομά του ταπεινώθηκε κι η μνήμη του θα μείνει περιφρονημένη στους αιώνες.

-Εγώ, είπε ο Γενουάτης πολεμιστής με τα χοντρά χαρακτηριστικά, πολεμούσα προς τα ανάκτορα των Βλαχερνών, κοντά στην Ξυλόπορτα, με τον αρχιεπίσκοπο της Χίου Λεονάρδο. Ώρα του καλή αν ζει και ο Θεός να τον αναπαύσει αν σκοτώθηκε. Όταν μάθαμε για την ανεξήγητη αυτή φυγή του στρατηγού, δεν μπορούσαμε να συνέλθουμε απ’ την έκπληξή μας. Στην αρχή το νομίσαμε για ψέμα και δεν θέλαμε να δώσουμε σημασία στην είδηση. Αλλ’ όταν διαπιστώθηκε ότι ήταν αλήθεια κι ότι η θέση εκείνη έμεινε κενή κι αφρούρητη, ο ιεράρχης είπε: ‘’Αν δεν έφευγε ή έστω αν άφηνε στη θέση του κάποιον άλλο, η πατρίδα δε θα χανόταν. Το θάρρος των Ιταλών στρατιωτών τώρα θα κλονιστεί και όλοι θ’ αρχίσουν να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και να φεύγουν.’’

-Ήμουν κοντά του, είπε ένας πολεμιστής με κοντά γένια, όταν τραυματίστηκε και ήμουν δίπλα του όταν ήρθε ο αυτοκράτορας και τον παρακάλεσε να μείνει στη θέση του. ‘’Η τύχη της πόλης θα κριθεί απ’ την απόφασή σου’’, του είπε. Αυτός, όμως, επέμενε να ανοίξουν μια πόρτα για να φύγει, τονίζοντας ότι θα γυρίσει πίσω αμέσως, μόλις ο γιατρός περιποιηθεί το τραύμα του.

-Πώς τραυματίστηκε; Ρώτησε μ’ ενδιαφέρον ο Διέδος, χωρίς να απευθύνεται συγκεκριμένα προς κάποιον, ενώ ταυτόχρονα γύρισε ελαφρά προς τα αριστερά κι έκανε μερικά βήματα, απομακρυνόμενος λίγο πιο πέρα απ’ το φρεσκοσκαμμένο χώμα.

Την ίδια κίνηση έκαναν κι οι διπλανοί του και σε λίγο όλη η συντροφιά είχε τραβηχτεί πιο πέρα απ’ τον τάφο και καθόταν κάτω από ένα μικρό και αραιόφυλλο δέντρο.

-Τραυματίστηκε από βέλος, είπε ο συμπολεμιστής του Ιουστινιάνη με το κοντό γένι.

-Είδες το βέλος με τα μάτια σου; Ρώτησε ο Τετάλδης.

-Όχι, δεν το είδα, αλλά έτσι άκουσα από άλλους, όταν έτρεξα κοντά στον τραυματισμένο στρατηγό. Άλλωστε, η παρουσία του αυτοκράτορα και των ανθρώπων του και η ορμή της μάχης δε μου επέτρεπαν να πλησιάσω τόσο κοντά.

-Εγώ άκουσα από πολλούς που επιμένουν ότι χτυπήθηκε από μικρό πυροβόλο όπλο στο χέρι, είπε ο Τετάλδης[3].

-Εγώ έμαθα ότι τραυματίστηκε από θραύσμα πέτρας βλήματος μεγάλου πυροβόλου, το οποίο τον χτύπησε στο στήθος[4].

-Όχι, είπε ένας άλλος. Χτυπήθηκε από βέλος στο δεξί του πόδι[5].

-Κι εγώ άκουσα ότι χτυπήθηκε από βέλος. Όχι, όμως, στο πόδι αλλά στη μασχάλη, είπε ένας τρίτος[6].

-Κάνετε όλοι σας λάθος, φώναξε κάποιος άλλος. Μέσα στο πλοίο για τη Χίο ερχόμουνα μ’ έναν απ’ τους στρατιώτες του Ιουστινιάνη. Αυτός βεβαίωνε, ότι ο στρατηγός χτυπήθηκε από πέτρα πυροβόλου στο στήθος. Η πέτρα του έσπασε το στέρνο και βγήκε απ’ τον ώμο του[7].

-Κι εγώ, είπε με κάποια επιφύλαξη ένας άλλος, έμαθα ότι κάποιος απ’ τους δικούς του τον χτύπησε με βέλος κι ότι, μετά τον τραυματισμό του, διέταξε να τον πάρουν απ’ τα τείχη κρυφά στο πλοίο, για να μη μάθουν για τη φυγή του οι στρατιώτες του και χάσουν το θάρρος τους. Και πρόσθεσε κάπως στενοχωρημένα. Αν και νομίζω ότι η πληροφορία μου είναι σίγουρη, δεν θέλω να την πιστέψω[8].

Τα τελευταία αυτά λόγια του πολεμιστή σκόρπισαν κάποια δυσαρέσκεια και σιωπή σ’ όλους.

-Μήπως δεν τραυματίστηκε καθόλου, είπε με κάποια έντονη εκδήλωση υποψίας ο Βενετός Μπάρμπαρο, αλλά την τελευταία στιγμή, βλέποντας τα ατέλειωτα στίφη των Αγαρηνών να ορμούν στα τείχη, δείλιασε κι έφυγε, εγκαταλείποντας έτσι τη θέση του; Άλλωστε, είναι μάλλον βέβαιο ότι, φεύγοντας για το πλοίο του, που ήταν αραγμένο προς το στόμιο του λιμανιού κοντά στην αλυσίδα και, περνώντας μέσα απ’ την πόλη με λίγους ανθρώπους του, φώναζε ότι οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη, ενώ τέτοιο πράγμα δεν είχε συμβεί ακόμη. Με το ψέμα του, όμως, αυτό σκόρπισε τον πανικό στην πόλη και με τη φυγή του την απόγνωση στα τείχη. Γρήγορα, μετά τη φυγή του, οι στρατιώτες του εγκατέλειψαν κι εκείνοι τις θέσεις τους κι έφυγαν για τα πλοία. Έτσι, οι Τούρκοι μπήκαν εύκολα στα τείχη, ύψωσαν τις σημαίες τους στους πύργους εκείνου του τμήματος κι επέφεραν τη σύγχυση[9].

-Το ότι δεν τραυματίστηκε δεν είναι αλήθεια, είπε ο ναύαρχος Διέδος. Και ιδού η απόδειξη. Κι έδειξε με το χέρι του τον τάφο. Το ότι πέθανε από τραύμα είναι γεγονός αναμφισβήτητο. Εκείνο που δεν είναι τελείως εξακριβωμένο είναι, πώς τραυματίστηκε και αν πέθανε πάνω στο πλοίο πριν φθάσει στη Χίο ή αν ξεψύχησε φθάνοντας στο νησί. Άλλοι λένε ότι τον έφεραν εδώ πεθαμένο κι άλλοι αναίσθητο. Παρ’ ότι κάτι το μεμπτό βρίσκω κι εγώ εδώ και κει στην όλη υπόθεση της φυγής του Ιουστινιάνη, χωρίς να μπορώ, όμως, να το προσδιορίσω τι είναι ακριβώς, νομίζω ότι σήμερα, με τις σκέψεις και τις κρίσεις μας αυτές, μάλλον αδικούμε το χθεσινό μας συμπολεμιστή.

Όλοι γνωρίζουμε πόσο ενδιαφέρθηκε και πόσο εργάστηκε ο ίδιος για την άμυνα της πόλης. Ο καπετάν Μαυρίκιος Καττάνεος κι έδειξε προς το μέρος του καπετάνιου, ο οποίος τον βοήθησε στην οργάνωση της άμυνας της πόλης και ο οποίος είναι ευτυχώς παρών, μπορεί να το βεβαιώσει. Επίσης, τις προσπάθειες και τον αγώνα του Ιουστινιάνη μπορούν να βεβαιώσουν και οι τότε βοηθοί και συνεργάτες του Ιωάννης ντελ Καρρέττο, Ο Παύλος Μποκκιάρδη, ο Ιωάννης Φορνάρι, ο Θωμάς Σελβάτσι, ο Λαδίσσιο Γεταλούζο, ο Ιωάννης Δαλμάτης και πολλοί άλλοι, αν φυσικά ζει κανένας απ’ αυτούς σήμερα, πρόσθεσε ο ναύαρχος με κάποιο τόνο που έδειχνε αμφιβολία και λύπη. Η διαγωγή του και το θάρρος του, η τόλμη του κι η ορμητικότητά του σ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας, αρετές τις οποίες όλοι μας πολλές φορές θαυμάσαμε και ζηλέψαμε, μας υποχρεώνουν σήμερα να σεβαστούμε τη μνήμη του συμπολεμιστή μας και μας επιβάλλουν να εκτιμήσουμε την προσφορά του στον αγώνα και να τιμήσουμε τη θυσία του και τ’ όνομά του.

Θυμάστε όλοι σας ότι, παρ’ όλο που ο Λουκάς Νοταράς τον έθιξε και τον έβρισε άσχημα, όταν ζήτησε να του δώσει ένα κανόνι για να ισχυροποιήσει την άμυνα της εξασθενημένης περιοχής του, ο μεγαλόψυχος Ιουστινιάνης τα ξέχασε όλα, ξαναγύρισε στη θέση του και με τη βοήθεια του αρχιεπισκόπου της Χίου Λεονάρδου, του Ιωάννη Δαλμάτη και των άλλων συμπολεμιστών του, εργάστηκε σκληρά μέρα και νύχτα και επισκεύασε τα χαλάσματα του τείχους τόσο καλά, που εξέπληξε τους πάντες. Μάλιστα, όταν το πρωί είδε ο Μωάμεθ το έργο είπε με έκπληξη: ‘’Γιατί να μην έχω κι εγώ τέτοιους άντρες;[10] Τότε ειπώθηκε, ότι ο Μωάμεθ εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ απ’ την ενεργητικότητα και τη μαχητικότητα του Ιουστινιάνη, ώστε προσπάθησε να τον εξαγοράσει με χρήματα, όπως έκανε και με το μηχανικό Ουρβανό. Αλλά ο γενναίος πολεμιστής απέρριψε τις δελεαστικές προσφορές του σουλτάνου και παρέμεινε στη θέση του πιστός στον όρκο του προς τον αυτοκράτορα[11]. Ας χαιρετίσουμε, λοιπόν, τον τάφο του φίλου και συμπολεμιστή μας κι ας αφήσουμε το Θεό να τον κρίνει κατά τα έργα του.

Την ώρα που όλοι όρθιοι τιμούσαν με τη σιωπή τους το νεκρό φίλο και συμπολεμιστή τους, μερικοί εργάτες ξεπρόβαλαν στη στροφή του δρόμου χαμηλά στη βάση του λόφου κι έπαιρναν τον ανήφορο προς το ύψωμα.

Η συντροφιά των συμπολεμιστών έριξε μια τελευταία ματιά στο φρεσκοσκαμμένο τάφο του Ιουστινιάνη και όλοι σιωπηλοί ξεκίνησαν για την πόλη.

Οι εργάτες όλο κι ανέβαιναν προς το ύψωμα και στα μισά σχεδόν του δρόμου συναντήθηκαν με τους νικημένους ήρωες της Κωνσταντινούπολης, που σιωπηλοί και λυπημένοι κατέβαιναν την πλαγιά.

Πάνω σ’ ένα ξύλινο κάρο οι εργάτες ανέβαζαν στην κορυφή του λόφου μια μαρμάρινη στήλη. Επάνω ήταν χαραγμένα με λατινικά γράμματα τα εξής:

Ενταύθα κείται ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, άνδρας επιφανής, πατρίκιος, Γενουάτης, Μαονεύς εκ Χίου, ο οποίος στον πόλεμο της Κων/λης κατά Μωάμεθ του Τούρκου, όντας μεγαλόθυμος στρατηγός του γαληνοτάτου Κωνσταντίνου, του τελευταίου αυτοκράτορα των Χριστιανών της Ανατολής, δέχτηκε τραύμα θανάσιμο[12].

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 1980


[1] Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’     Σελίδα             346.
[2] Viltari V. ‘’The Black Angel’’                     Σελίδα             301.
[3]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’    Σελίδα             343.
[4]  Σλουμβέρζε Γ.  ‘Κων/νος Παλαιολόγος      Σελίδα             343
     Σλαβικό Χρονικό.
[5]  Φραντζή Γ.  ‘’Χρονικό της Άλωσης’’.
[6]  Λεονάρδος Αρχιεπίσκοπος Χίου.
[7]  Κριτόβουλος.
[8]  Ρικιέρος και μέγας Λογοθέτης Ιέρξ
[9]  Μπάρμπαρο.
[10]  Mijiatovic C.  ‘The Last Emperor’’          Σελίδα            197.
[11]  Λεονάρδου                                          Σελίδα           262.
[12]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος    Σελίδα          342.

 


Author: Μνήμες