Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 32

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΑ

Έχουν περάσει μήνες απ’ την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Πέρασε κι ο πρώτος χειμώνας και ξαναήρθε άνοιξη. Στη Χαλκίδα έχουν μαζευτεί πολλοί διασωθέντες απ’ τη μεγάλη καταστροφή και κάθε μέρα όλο και καταφθάνουν κι άλλοι. Όλοι τους καταβλημένοι και τρισάθλιοι. Σωστά ράκη.

Ανάμεσά τους βρίσκονται άντρες που πολέμησαν στα τείχη, Γενουάτες φυγάδες απ’ το Γαλατά, αιχμάλωτοι και σκλάβοι που δραπέτευσαν η εξαγοράστηκαν από συγγενείς και φίλους τους, ολομόναχες γυναίκες και πεντάρφανα μικρά παιδιά, που τα βλέπεις να παραδέρνουν έρημα και ραγίζει η καρδιά σου.

Όλοι τους σχεδόν, αφού περιπλανήθηκαν όλον αυτόν τον καιρό στις θάλασσες και στα διάφορα νησιά, κατέληξαν, με την ψυχή στο στόμα, στη Χαλκίδα απ’ όπου προσπαθούν να φύγουν για την Ιταλία. Η κοινή μοίρα της προσφυγιάς, ο πόνος του ξεριζωμού, το χτύπημα της καταστροφής και η κοινή προσπάθεια του γλιτωμού απ’ τη σκλαβιά και της φυγής προς το άγνωστο, ένωσε όλους αυτούς τους χτυπημένους αλύπητα απ’ τη φοβερή εκείνη λαίλαπα του περσινού Μάη. Τους έφερε πολύ κοντά τον ένα στον άλλο. Τους έκανε να βλέπονται μεταξύ τους σαν φίλοι και συγγενείς. Να νιώθουν σαν αδέλφια ορφανεμένα, που έρημα κι απροστάτευτα παραδέρνουν κυνηγημένα σε τόπους μακρινούς και σε μέρη άγνωστα. Η μεγάλη συμφορά, τους δίδαξε να πονούν και να ενδιαφέρονται πραγματικά ο ένας για τον άλλο. Περιορίζουν όλοι τους τις στοιχειώδεις απαιτήσεις και τις άμεσες ανάγκες στο ελάχιστο για το καλό όλων. Μοιράζουν και τη μπουκιά μεταξύ τους.

Ταχτικά, καθώς γυρίζουν έρημοι στους πέντε δρόμους, μαζεύονται λίγοι-λίγοι ή και πολλοί καμιά φορά, πότε εδώ και πότε εκεί, για να πουν τους καημούς και τους πόνους τους. Θυμούνται την καταστροφή και τα περασμένα τους και θρηνούν για κείνους που έχασαν. Κλαίνε τη μαύρη μοίρα τους και το αβάσταχτο δράμα τους.

Μια τέτοια ομάδα δυστυχισμένων ανθρώπων είναι και σήμερα μαζεμένη κάτω από ένα σύδεντρο, σ’ ένα ερημικό και ήσυχο σημείο της παραλίας του Ευβοϊκού. Όλοι τους καθισμένοι στον ίσκιο παρακολουθούν σιωπηλοί τη θάλασσα. Αγναντεύουν με βουρκωμένα μάτια τις γύρω ακτές και το πέλαγος και ο νους τους τρέχει αβάσταχτος στα δαντελωτά ακρογιάλια της χαμένης πατρίδας τους. Θυμούνται το σπίτι τους που καταστράφηκε, τους δικούς τους που χάθηκαν, την Πόλη που έσβησε, τον τόπο τους που ρήμαξε. Φέρνουν στο νου τους το ξέσπασμα της οθωμανικής καταιγίδας κι ανατριχιάζουν. Ξαναβλέπουν μπροστά τους τα αλλόφρονα πλήθη να σφάζονται ανελέητα στις ακτές και να βάφουν τη θάλασσα με το αίμα τους και τα μηνίγγια τους πάνε να σπάσουν. Κλείνουν άθελα τ’ αφτιά τους, για να μην ακούν τον πνιγμένο θρήνο των σφαζόμενων συγγενών τους. Βλέπουν το καθαρό κύμα του Ευβοϊκού που σπάει ήσυχο στα πόδια τους κι ο νους τους ξαναγυρίζει κοντά τους.

Θυμούνται τις δικές τους περιπέτειες, ύστερ’ απ’ τη φυγή και η καρδιά τους ξανασφίγγεται. Σκέφτονται τις απερίγραπτες ταλαιπωρίες που πέρασαν ως τώρα κι αναλογίζονται τα βάσανα που τους περιμένουν στο μέλλον και κλαίνε. Κλαίνε τη μοίρα τους και τον πόνο τους σιωπηλοί, κλεισμένοι στον εαυτό τους. Κι αν φωνάξουν, ποιος θα τους ακούσει; Κι αν τους ακούσουν, τι ωφελεί;

Τα μάτια τους, στερεμένα και στεγνά, μαρτυρούν το δράμα της ψυχής τους. Οι κόγχες τους βαθούλωσαν και καταχνιά σκέπασε το βλέμμα τους. Λίγες είναι οι κουβέντες τους κι όλες γύρω απ’ τον πόνο και τη μοίρα τους. Πάντα ρωτούν να μάθουν για τους δικούς τους. Για κείνους που χάθηκαν μέσα στην καταιγίδα και κανείς δεν ξέρει αν ζουν ή πέθαναν. Για κείνους που σκλαβώθηκαν και κανείς δεν γνωρίζει σε ποια μέρη πουλήθηκαν, πού βρίσκονται και τι απέγιναν.

Αυτούς που έρχονται καινούριοι στη Χαλκίδα, τους δέχονται με χαρά, με αγωνία, με μάτια γεμάτα δάκρυα. Τους αγκαλιάζουν, τους φιλούν, σα να φιλούν δικούς τους συγγενείς. Σα να φιλούν τα παιδιά τους, τους γονείς τους, τους άντρες ή τις γυναίκες τους, τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα που λαχταρούν, μα που δε θα ξαναδούν ποτέ πια. Τους υποδέχονται με βροχή από ερωτήσεις. Ρωτούν για τους δικούς τους. Για τα πρόσωπα που έχασαν και που δεν θέλουν να παραδεχτούν ότι δε θα τα ξαναντικρίσουν. Ελπίζουν στα ανέλπιστα. Προσεύχονται στο Θεό. Περιμένουν θαύματα. Ρωτούν για την άγια Πόλη τους. Θέλουν να μάθουν για το δράμα της, την καταστροφή της, το μέγεθος της ταπείνωσής της.

Ανάμεσα στη συντροφιά που κάθεται σήμερα κάτω απ’ τα δέντρα στην ερημική παραλία της Εύβοιας, ξεχωρίζουν δυο νεοφερμένοι. Έφτασαν πριν από δυο μέρες στη Χαλκίδα. Είναι ένας Βενετός πολεμιστής κι ένας Γενουάτης έμπορος απ’ το Γαλατά. Κι οι δυο πολεμούσαν στην πολιορκία στο στρατό του αυτοκράτορα και πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ο Βενετός πουλήθηκε σκλάβος στην Καλλίπολη κι ο Γενουάτης στη Σμύρνη. Ο πρώτος δραπέτευσε. Ο δεύτερος εξαγοράστηκε από δικούς του ανθρώπους κι ελευθερώθηκε. Είναι χαρούμενοι κι οι δυο που ελευθερώθηκαν κι έφτασαν ζωντανοί ως εδώ κι έχουν διάθεση να μιλούν και να απαντούν στη βροχή των ερωτήσεων που τους κάνουν οι παλιότεροι πρόσφυγες της Χαλκίδας.

-Όλο απαντάμε στις ερωτήσεις των άλλων, είπε για μια στιγμή κάπως ευδιάθετα ο Βενετός στο Γενουάτη και δεν ρωτήσαμε ως τώρα και ο ένας τον άλλο μεταξύ μας, για να μάθουμε κάτι κι εμείς δικό μας. Και με τόνο προσποιητής ευθυμίας ρώτησε.

-Για πες μου, φίλε, σε ποιο σημείο της Πόλης σε είχε τάξει η μοίρα σου να πολεμήσεις;

-Ήμουνα με το τμήμα του Κατταρίνο Κονταρίνι στα φρούρια της Χρυσής πύλης είπε ο Γενουτάτης.

-Α, δεν ήμασταν και πολύ μακριά, έκανε ο Βενετός. Κι εγώ ήμουνα στο τείχος της δεύτερης στρατιωτικής πύλης, με τα τμήματα του Φαβρούτσιο Κορνέλι. Κι οι δυο, δηλαδή, αντιμετωπίζαμε τα στρατεύματα της Ανατόλιας, πρόσθεσε με κάπως εντονότερο τόνο αστειότητας, προσπαθώντας να διώξει όσο μπορούσε γρηγορότερα τη στενοχώρια απ’ τις θλιμμένες ψυχές της συντροφιάς.

-Ε, βέβαια, ήμασταν γείτονοι, είπε με ίδια προσποιητή ευθυμία κι ο Γενουάτης, που είχε αντιληφθεί την προσπάθεια του παλιού συμπολεμιστή του. Μόνο, που εσύ ήσουν πιο κοντά στην πύλη της Σηλύμβριας, στη φρουρά που αντιμετώπιζε τον Έλληνα εξωμότη Μαχμούτ πασά, το σημερινό βεζίρη του Μωάμεθ και τον Ισαάκ πασά, μαζί με τον Αλβανό εξωμότη Ηλία μπέη. Αυτός ο Αλβανός ήταν τρομερός. Πραγματικός σίφουνας. Αυτός πέρασε στην τελευταία έφοδο πρώτος την πύλη και μας κύκλωσε όλους. Αυτός μ’ έπιασε εμένα αιχμάλωτο και με πούλησε στη Σμύρνη.

-Έμεινες καιρό στην Κωνσταντινούπολη πριν φύγεις για τη Σμύρνη; Ρώτησε μ’ ανυπομονησία μια μαυροφορεμένη γυναίκα ως τριανταπέντε χρονών.

-Μόνο λίγες μέρες, είπε ο Γενουάτης. Ήμουν μαζί με χιλιάδες άλλους αιχμαλώτους και σκλάβους στο τουρκικό στρατόπεδο έξω απ’ τα χερσαία τείχη, κοντά στο δρόμο προς την Αδριανούπολη. Μετά, μας μετέφεραν στη Σηλύμβρια κι εκεί μας πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα.

-Κι εγώ έμεινα κάπου δέκα μέρες δεμένος στα πλοία, είπε ο Βενετός, ώσπου να με πάρει το αφεντικό που μ’ αγόρασε και να φύγουμε για την Καλλίπολη.

-Πώς ήταν η Πόλη, όταν την ξαναείδατε για τελευταία φορά; Ξαναρώτησε η μαυροφορεμένη γυναίκα με φωνή πνιγμένη από συγκίνηση.

-Ερημωμένη και καταστραμμένη. Χωρίς ζωή, χωρίς κίνηση, είπε θλιμμένα ο Γενουάτης. Σπαρμένη πτώματα. Απέραντο νεκροταφείο. Για μέρες, όλοι οι σκλάβοι θάβαμε σκοτωμένους . . . Παραμορφωμένα σώματα . . . Ακροτηριασμένα κορμιά . . . ξεκοιλιασμένα και κατατεμαχισμένα μωρά . . . Φρίκη, φρίκη να βλέπεις . . . Ψάχναμε ανάμεσα στους νεκρούς να βρούμε τους άρχοντες και τους στρατηγούς. Μετακομίζαμε πτώματα και στους σωρούς των σκοτωμένων ψάχναμε να βρούμε το σώμα του αυτοκράτορα.

Την άλλη μέρα, μετά την άλωση, μια μεγάλη ομάδα σκλάβων, όλοι δεμένοι με σχοινιά και αλυσίδες ο ένας κοντά στον άλλο, πλέναμε κομμένα κεφάλια, για να μπορέσουν να βρουν ποιοι άρχοντες και ποιοι άλλοι ονομαστοί αρχηγοί σκοτώθηκαν. Ο σουλτάνος είχε διατάξει να βρεθεί ο αυτοκράτορας. Πολλά άκουσα εκείνες τις μέρες για την τύχη του και πολλά διαδόθηκαν μετά, όταν ήμουν στη Σμύρνη ή όταν περιπλανιόμουν από νησί σε νησί ώσπου να φθάσω εδώ.

-Ώστε ήσουν στην ομάδα του αλυσοδεμένου κινητού πλυντηρίου; Ρώτησε με κάποιο χιούμορ ένας νεαρός Έλληνας ως δεκαεφτά-δεκαοχτώ χρονών απ’ την Αγχίαλο και, χωρίς να περιμένει απάντηση, πρόσθεσε. Κι εγώ ήμουν στην ομάδα των κουβαλητών. Οι ειδικότητές μας δεν είχαν και μεγάλη διαφορά. Εξίσου μακάβριες . . .

Με τις τελευταίες αυτές λέξεις, άλλαξε ο τόνος της φωνής του. Η όψη του πήρε κάποια παράξενη αγριότητα. Τα μάτια του έχασαν την εκφραστικότητά τους και το βλέμμα του χάθηκε στο κενό. Έμεινε για λίγες στιγμές άχρωμος κι ασάλευτος, με απονεκρωμένες τις αισθήσεις του, χωρίς καμιά εκδήλωση ζωής στο παράξενο είναι του. Ξεκομμένος απ’ τον κόσμο και τη ζωή γύρω του, έμοιαζε σα να βρίσκονταν μετέωρος πάνω από ένα απέραντο χάος. Όλοι έμειναν βουβοί δίπλα του και κάρφωσαν τα αδύνατα και φοβισμένα βλέμματά τους επάνω του. Τα λίγα δευτερόλεπτα της παράξενης και κρύας αυτής σιωπής φάνηκαν σ’ όλους ώρες ολόκληρες. Μετά, ο νεαρός γύρισε το παγωμένο βλέμμα του προς τους συντρόφους του και, σα να ξαναγύριζε στη ζωή και να ξαναπατούσε στη γη επιστρέφοντας από κόσμους αέρινους και μακρινούς, είπε.

-‘’Αλυσοδεμένο κινητό πλυντήριο . . .’’ Τι είναι ο άνθρωπος! . . . Και στις πιο τραγικές στιγμές και στις πιο μακάβριες περιπτώσεις έχει το χιούμορ του . . .

Έμεινε για λίγο σκεφτικός και σαν συνήλθε τελείως απ’ το λίθαργό του και ξαναανάπνευσε τον αέρα της ζωής, γύρισε προς το Γενουάτη και συνέχισε.

-Έτσι σας είχαμε ονομάσει τότε όλους εσάς, που όλη τη μέρα ασταμάτητα πλένατε κεφάλια. ‘’Το αλυσοδεμένο κινητό πλυντήριο.’’ Και μας μας φώναζαν ‘’οι κουβαλητές’’ . . . Σπάνιες ειδικότητες . . . Μοναδικές ίσως στην Ιστορία . . .

-Και μεις δεν κάναμε καλύτερη δουλειά τις φοβερές εκείνες μέρες, είπε θλιμμένα ο Βενετός πολεμιστής. Μαζεύαμε πνιγμένους και σκοτωμένους απ’ τη θάλασσα κι απ’ τις ακτές και ξεχωρίζαμε τους Τούρκους απ’ τους χριστιανούς. Οι Τούρκοι στρατιώτες θάβονταν χωριστά.

-Τι ακούσατε τελικά για τον αυτοκράτορα; Ρώτησε ένα ανήσυχο γεροντάκι, με κοντό άσπρο γένι κι ένα σημάδι στο πρόσωπο, θέλοντας να τραβήξει έτσι τη συζήτηση μακριά από προσωπικά ενδιαφέροντα και μακάβριες λεπτομέρειες, οι οποίες, αν συνεχίζονταν, θα έκαναν οπωσδήποτε πολλές καρδιές πάλι να αιμορραγήσουν.

-Στην αρχή ακούσαμε ότι ο αυτοκράτορας ζει, είπε ο Γενουάτης. Γι’ αυτό και περιοριστήκαμε στο να ξεχωρίζουμε ανάμεσα στους νεκρούς τους στρατηγούς και τους άρχοντες, τους οποίους διακρίναμε απ’ τα ρούχα τους, τις ζώνες τους και τις θήκες των σπαθιών τους. Πολλά σώματα είχαν τόσο πολύ παραμορφωθεί απ’ τα χτυπήματα και τα τραύματα που ήταν τελείως αγνώριστα. Αργότερα, διαδόθηκε ότι ο αυτοκράτορας σκοτώθηκε και δόθηκε διαταγή να ψάξει όλος ο στρατός για το σώμα του. Λέγανε, ότι ο Μωάμεθ είχε υποσχεθεί μεγάλη αμοιβή στον Τούρκο που θα έβρισκε το σώμα του Κωνσταντίνου. Μάλιστα κι εμείς οι σκλάβοι που πλέναμε τα κεφάλια ελπίζαμε σε καμιά χάρη, αν τύχαινε και το κεφάλι του ένδοξου αυτοκράτορα πλένονταν απ’ τα χέρια μας. Βλέπεις, η ελπίδα δε σβήνει ποτέ στον άνθρωπο. Είναι ένα με τη σπίθα της ζωής του και ξεριζώνεται από μέσα του μόνο την ώρα που θα ξεριζωθεί η ψυχή του.

Κι είχαμε μεγάλη ελπίδα, γιατί πολλοί απ’ τους αιχμαλώτους έλεγαν ότι ο αυτοκράτορας έπεσε πολεμώντας κοντά στη μικρή πόρτα που άνοιξαν για να φύγει νο Ιουστινιάνης όταν τραυματίστηκε. Με τη φυγή του Ιουστινιάνη και των ανθρώπων του, η πόρτα έμεινε ανοιχτή κι οι Τούρκοι από κει άρχισαν να περνούν μέσα στην πόλη. Ο αυτοκράτορας το αντιλήφθηκε αυτό κι έτρεξε με το σπαθί στο χέρι στο μικρό εκείνο άνοιγμα, για να εμποδίσει το πέρασμα των εχθρών κι εκεί σκοτώθηκε[1].

Άλλοι πάλι έλεγαν, ότι τον παρέσυραν οι γενίτσαροι στο διάβα τους, τον έριξαν κάτω και τον ποδοπάτησαν[2].

-Εγώ άκουσα να λένε, είπε ο Βενετός, άλλοι μεν ότι καταπατήθηκε απ’ τους ίδιους τους συντρόφους του μέσα στη σύγχυση της φυγής και άλλοι ότι ένας Τούρκος όρμησε και του πήρε το κεφάλι[3].

-Από ανθρώπους που πολεμούσαν μαζί του στην πύλη του Ρωμανού, είπε ο νεαρός απ’ την Αγχίαλο, άκουσα να λένε ότι είδαν τον αυτοκράτορα να πολεμά μπροστά και να χτυπά ασταμάτητα δεξιά κι αριστερά με το σπαθί του, ώσπου έπεσε κι ο ίδιος νεκρός πάνω σε κείνους που είχε σκοτώσει[4].

Άλλος πάλι είπε, ότι ο αυτοκράτορας σκοτώθηκε από ένα γενίτσαρο, αφού πρώτα σκότωσε τρεις Αγαρηνούς που όρμησαν εναντίον του. Ο γενίτσαρος τον χτύπησε με το ξίφος του και πέφτοντας τον αναγνώρισε ποιος ήταν. Τού ‘κοψε αμέσως το κεφάλι και το πήγε στο Μωάμεθ, απ’ τον οποίο και πήρε μεγάλη αμοιβή[5].

-Κάτι τέτοιο άκουσα κι εγώ, είπε ο Βενετός. Ο γενίτσαρος αυτός που ονομάζονταν Σαφαλέρ, έριξε το ματωμένο κεφάλι στα πόδια του Μωάμεθ και είπε: ‘’Ευτυχισμένε πατισάχ, δες το κεφάλι του φοβερότερου εχθρού σου.’’ Ο σουλτάνος αμέσως κάλεσε έναν επιφανή αιχμάλωτο ονομαζόμενο Ανδρέα, που βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή κοντά του και τον ρώτησε, αν αναγνωρίζει τίνος είναι αυτό το κεφάλι. Ο άρχοντας Ανδρέας διαπίστωσε ότι το κεφάλι ήταν του αυτοκράτορα και με κλάματα είπε: ‘’Είναι του αφέντη και βασιλιά μας.’’ Τότε ο Μωάμεθ έδωσε για ανταμοιβή στο γενίτσαρο Σαφαλέρ τη διοίκηση του Αϊδινίου της Ασίας[6].

-Εγώ άκουσα, ότι το κεφάλι του αυτοκράτορα το έφερε στο σουλτάνο ένας Σέρβος στρατιώτης απ’ τους ανθρώπους του Υαξά, είπε ο Γενουάτης. Ο Σέρβος στρατιώτης συνάντησε το σουλτάνο με τη συνοδεία του την ώρα που έβγαινε απ’ την Αγιασοφιά για να πάει στην Ακρόπολη. Παρουσίασε το κομμένο κεφάλι που κρατούσε στα χέρια του στο Μωάμεθ και είπε; ‘’Ένδοξε αφέντη, αιώνια να είναι η ευτυχία σου. Να το κεφάλι του τσάρου Κωνσταντίνου.’’ Η συνοδεία σταμάτησε κι ειδοποιιήθηκε νά ‘ρθει αμέσως ο μεγαδούκας Νοταράς κι άλλοι άρχοντες, οι οποίοι αναγνώρισαν την κεφαλή του αυτοκράτορα. Ο Σέρβος στρατιώτης πήγε με μερικούς αξιωματικούς στον τόπο, όπου είπε ότι βρήκε το νεκρό αυτοκράτορα. Πραγματικά, εκεί βρισκόταν ένα ακέφαλο σώμα, που στα πόδια του φορούσε σανδάλια με δικέφαλους αετούς. Το σώμα αυτό βρισκόταν σε μια πλατεία, την οποία οι Τούρκοι τώρα ονομάζουν Σάντζακταρ Γιοκουσάρ. Ο Μωάμεθ διέταξε, όπως ο νεκρός του αυτοκράτορα ταφεί με τις ανάλογες προς το αξίωμά του τιμές. Μάλιστα δε, για να δείξει την εκτίμησή του προς τον Κωνσταντίνο, είπε, ότι το λάδι που θα χρειαστεί για το άναμμα της καντήλας στον τάφο του θα το παραχωρεί στο μέλλον το σουλτανικό ταμείο.

Άλλοι πάλι λένε, ότι τον αυτοκράτορα τον σκότωσε ένας αράπης κι ότι ο τάφος του με την ακοίμητη καντήλα βρίσκεται στο Βεφά-μεϊντάν, κοντά σ’ ένα χάνι. Λίγο πιο πέρα, βρίσκεται ο τάφος του αράπη που τον σκότωσε. Ο τάφος αυτός του αράπη είναι σκεπασμένος με ακριβά χαλιά. Λέγεται ότι, όταν ο Μωάμεθ είδε τον αυτοκράτορα νεκρό, ρώτησε τους γενιτσάρους του, για να μάθει ποιος απ’ αυτούς τον σκότωσε. Τότε κάποιος αράπης πρόβαλε και είπε: ‘’Εγώ τον σκότωσα.’’ Οργισμένος ο Θωάμεθ διέταξε να θανατωθεί ο ασεβής στρατιώτης που έχυσε βασιλικό αίμα. Αμέσως δε ανακήρυξε τον εαυτό του διάδοχο του βυζαντινού θρόνου, μια και ο νόμιμος αυτοκράτορας δεν ζούσε πια[7].

-Κι εγώ άκουσα πολλές διαδόσεις γύρω απ’ την τύχη του αυτοκράτορα, είπε ένας αδύνατος άντρας με αραιά γένια. Πολλοί ισχυρίζονταν, ότι δυο Τούρκοι στρατιώτες έφεραν στο Μωάμεθ το κεφάλι του Κωνσταντίνου και είπαν ότι αυτοί σκότωσαν τον αυτοκράτορα κι ότι το κεφάλι εκείνο αναγνωρίστηκε από πολλούς άρχοντες κι απ’ το μεγάλο δούκα Νοταρά. Ύστερ’ απ’ την αναγνώριση αυτή, το κεφάλι του αυτοκράτορα τοποθετήθηκε επάνω στη στήλη του Αυγουσταίου σε κοινή θέα. Μετά, γδάρθηκε και το δέρμα, αφού γεμίστηκε με άχυρα για να ταπεινωθεί περισσότερο, στάλθηκε για διαπόμπευση στην Περσία, στην Αραβία και στα διάφορα τουρκικά εμιράτα της Ανατολής[8].

Άλλοι πάλι έλεγαν, ότι το κεφάλι του αυτοκράτορα στάλθηκε στον πασά της Βαβυλώνας, συνοδευόμενο από σαράντα νέες και σαράντα νέους σκλάβους. Τη διαπόμπευση αυτή διέταξε ο σουλτάνος, για να αναγγείλει με τον τρόπο αυτό παντού σ’ ολόκληρη την Ανατολή το λαμπρό θρίαμβό του και τη μεγάλη νίκη των Οθωμανών[9].

-Κι εγώ έχω ακούσει πολλά, είπε ο γέρος με το κοντό γένι και το σημάδι στο πρόσωπο, που ως τώρα καθόταν σιωπηλός και άκουγε τα λόγια των άλλων. Άκουσα ιστορίες από πολεμιστές που ξέφυγαν το χαλασμό κι από αιχμαλώτους Έλληνες και Λατίνους, με τους οποίους έτυχε να μοιραστώ τα βάσανα και τα μαρτύρια της σκλαβιάς.

Ο γέρος έτριψε το κοντό γένι του με την παλάμη του μια-δυο φορές και, διατηρώντας πάντα την ίδια απλότητα στη φωνή του, συνέχισε.

-Πολεμούσα κι εγώ στα τείχη ως τις τελευταίες στιγμές και κει πιάστηκα αιχμάλωτος το φοβερό εκείνο πρωινό, όταν ξέσπασε ο χαλασμός. Για να φθάσω δε ως εδώ, υπόφερα πολλά, όπως και όλοι σας. Απ’ τα πολλά, λοιπόν, που άκουσα για το τέλος του γενναίου αυτοκράτορα, περισσότερο πιστεύω την εξής άποψη, που μου είπε ένας εξαγορασμένος σκλάβος, παλιός άρχοντας της Κωνσταντινούπολης, τον οποίο συνάντησα στη Χίο πριν να φθάσω εδώ. Αυτός μου είπε, ότι ο αυτοκράτορας την τελευταία στιγμή, αφού είδε τον Ιουστινιάνη τραυματισμένο, έβγαλε την αυτοκρατορική χλαμίδα, το μόνο σημάδι του αξιώματός του που έφερε μαζί του εκείνη την ώρα και τραβώντας το ξίφος του έπεσε στη μάχη. Εκεί πολεμώντας σκοτώθηκε.

Να τι μου είπε περίπου, με λίγο περισσότερα λόγια, ο άρχοντας εκείνος που ήταν μαζί με τον αυτοκράτορα τις τελευταίες στιγμές. Για μια στιγμή, αλαλαγμοί Αγαρηνών, οχλοβοή και ποδοβολητό αλόγων ακούστηκαν από μακριά. Οι Τούρκοι έμπαιναν στην Πόλη. Στο άκουσμα των τρομερών αυτών ειδήσεων, ο αυτοκράτορας έμεινε ακίνητος σα να είχε χτυπηθεί από αστροπελέκι. Όταν είδε τα τουρκικά μπαϊράκια ν’ ανεμίζουν στις κορυφές των πύργων, πέρα προς το ανάκτορο του Πορφυρογέννητου κι έμαθε ότι οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη απ’ την Κερκόπορτα, γύρισε προς τον υπασπιστή του Ιωάννη Σγουρομάλλη και του είπε: ‘’Ίσως είχε δίκιο ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, όταν προφήτεψε στον αυτοκράτορα Ισαάκιο Άγγελο, ότι οι Τούρκοι θα μπουν στην Πόλη απ’ την Κερκόπορτα.’’ Όλοι γύρω του μείναμε σιωπηλοί κι έτοιμοι να τρέξουμε όπου θα μας διέτασσε. Βλέπαμε πλέον ξεκάθαρα, ότι η κατάσταση ήταν κρισιμότατη. Η φυγή των Ιταλών του Ιουστινιάνη προς το λιμάνι έκανε κάποιον απ’ την αυτοκρατορική συνοδεία να προτείνει και πάλι στον Κωνσταντίνο, ότι ίσως είναι ακόμη καιρός γι’ αυτόν να φύγει απ’ τη μάχη και να φθάσει στο λιμάνι ασφαλής. Τα πλοία θα τον μεταφέρουν μακριά απ’ τον τόπο του χαλασμού, όπου αυτός προτιμάει. Ο αυτοκράτορας, όμως, απάντησε απλά: ‘’Ο Θεός απαγορεύει σ’ έναν αυτοκράτορα να ζει χωρίς αυτοκρατορία. Εάν η Πόλη μου πέσει κι εγώ θα πέσω μαζί της.’’ Τα αποφασιστικά αυτά λόγια του βασιλιά μας άγγιξαν τις καρδιές μας και, μέσα στον πυρετό που αγώνα, μας έκαναν να ριγήσουμε σύγκορμοι.

Οι άγριες φωνές των Τούρκων ακούγονταν να πλησιάζουν απ’ τις γύρω διαβάσεις. Ο Κωνσταντίνος γύρισε προς τους συνοδούς του και με το ίδιο αγέροχο ύφος, το γεμάτο λεβεντιά κι αποφασιστικότητα, μας είπε; ‘’Όποιος θέλει να φύγει, ας σώσει τον εαυτό του αν μπορεί. Και, όποιος είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει το θάνατο, ας με ακολουθήσει.’’ Αμέσως ο Θεόφιλος Παλαιολόγος που ήταν δίπλα του απάντησε. ‘’Θα προτιμούσα να πεθάνω μαζί σου παρά να ζήσω.’’ Ο Κωνσταντίνος δεν περίμενε περισσότερο. Σπιρούνισε το άλογό του κι έτρεξε ν’ αντιμετωπίσει τους εχθρούς.

Περίπου διακόσιοι Έλληνες και Λατίνοι ευγενείς και άλλοι εθελοντές τον ακολουθήσαμε. Ο δον Φραγκίσκος Τολέδο κάλπαζε δεξιά δίπλα στον αυτοκράτορα. Ο Δημήτριος Κατακουζηνός αριτερά του κι αμέσως πίσω του ο νεαρός υπασπιστής του Ράλλης και δίπλα σ’ αυτόν ο Ιωάννης Στρατηγόπουλος, ο γενναίος απόγονος του ένδοξου στρατηγού Αλεξίου Στρατηγόπουλου, που ελευθέρωσε την Κωνσταντινούπολη απ’ τους Λατίνους το 1261 και ο γίγαντας Ιωάννης Δαλμάτης και γύρω τους όλοι εμείς οι υπόλοιποι.

Ύστερ’ από λίγα λεπτά, όλοι πολεμούσαμε εναντίον των πρώτων Τούρκων που συναντήσαμε. Ο Ιωάννης Δαλμάτης ρίχτηκε στη μέση μιας ομάδας Αγαρηνών και με το βαρύ σπαθί του τους θέριζε σα χόρτα. Οι άλλοι Τούρκοι οπισθοχώρησαν προς τα τείχη και οχυρωμένοι μέσα στα χαλάσματα πολεμούσαν σα λυσσασμένα σκυλιά. Ο γιγαντόσωμος, όμως, Δαλμάτης δεν υπολόγιζε τίποτα. Όποιος δεν υποχωρούσε μπροστά στο θεόρατο ανάστημά του λιανίζονταν απ’ το σπαθί του. Οι φανατισμένοι Αγαρηνοί έπεφταν με ορμή και πείσμα επάνω του και πήγαιναν ομαδικά στον άλλο κόσμο. Οι νεκροί γύρω του πλήθαιναν ασταμάτητα. Όλοι είχαμε ριχτεί στη μάχη με θάρρος και πεποίθηση. Οι Τούρκοι πάθαιναν μεγάλο χαλασμό. Παρ’ όλα αυτά, δεν έπαυαν να καταφθάνουν μυρμηγκιές ολόκληρες και να πέφτουν επάνω μας με την ίδια πάντοτε ορμή. Είχαμε όλοι βαφτεί στο αίμα. Ο γίγαντας Δαλμάτης αγωνίζονταν σα λιοντάρι. Όλο και ορμούσε στο σωρό σκορπίζοντας παντού το χαλασμό. Κατακόκκινος απ’ τα αίματα προχωρούσε σαν αδάμαστο θεριό, προσπαθώντας να συνθλίψει τα πάντα στο διάβα του. Δεν άντεξε, όμως, πολύ μπροστά στον απειράριθμο εχθρό. Σε λίγο έπεσε γεμάτος τραύματα και ξεψύχησε σαν ήρωας στο πεδίο της τιμής.

Ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, που προτίμησε το θάνατο παρά τη ζωή, έπεσε κι αυτός θανάσιμα τραυματισμένος. Ο Ισπανός Φον Φραγκίσκος κράτησε λίγο περισσότερο. Πάνω στη μάχη, γρήγορα διασκορπιστήκαμε ο ένας απ’ τον άλλο κι ο αυτοκράτορας αποχωρίστηκε απ’ τους συντρόφους του. Το αραβικό του άλογο έπεσε τραυματισμένο αλλά αυτός συνέχιζε να πολεμά πεζός. Ένας Αγαρηνός τον χτύπησε στο πρόσωπο. Την ίδια στιγμή ο Κωνσταντίνος κατέβασε με ορμή το σπαθί του και μ’ ένα δυνατό χτύπημα τον έσκισε στα δύο. Σε λίγο, όμως, έπεσε κι αυτός θανάσιμα πληγωμένος και ξεψύχησε[10].

Αυτά μου είπε ο παλιός άρχοντας της Πόλης που συνάντησα στη Χίο, είπε με θλίψη αλλά και με περηφάνια ο γέρος και συνέχισε.

-Είναι αλήθεια, ότι ήταν πολύ δύσκολο να βρεθεί και ν’ αναγνωριστεί το σώμα του αυτοκράτορα ανάμεσα στις τόσες χιλιάδες νεκρών που είχαν σκεπάσει τα τείχη κι ολόκληρη την περιοχή της Κωνσταντινούπολης. Η αναγνώριση ήταν δυσκολότατη, γιατί ο αυτοκράτορας δεν φορούσε τη χλαμίδα του ή άλλο χιτώνα με τα αυτοκρατορικά διακριτικά του. Επιπλέον, πολλά σώματα ήταν τελείως παραμορφωμένα απ’ τα χτυπήματα των σπαθιών και των μεγάλων ογκολίθων.

Τελευταία, εξακριβώθηκε ότι ο Κωνσταντίνος φορούσε τα αυτοκρατορικά πέδιλα που είχαν στα κουμπώματα τους από ένα μικρό δικέφαλο αετό. Με βάση, λοιπόν, αυτό το σημάδι, άρχισαν να ψάχνουν ανάμεσα στους σκοτωμένους για να βρουν το σώμα του τελευταίου αυτοκράτορα της δύστυχης Κωνσταντινούπολης. Πράγματι, τη δεύτερη ή την τρίτη μέρα, βρέθηκε το σώμα ενός άντρα που φορούσε σανδάλια με χρυσούς αετούς. Πολλοί λένε ότι αναγνώρισαν τον Κωνσταντίνο. Το μόνο θετικό σημείο που έχουν μέχρι σήμερα, απ’ ότι ξέρω εγώ, είναι ότι βρέθηκε νεκρός πολεμιστής με χρυσούς αετούς στα πέδιλά του. Τίποτα περισσότερο.

-Αυτό δεν είναι αρκετό για να συμπεράνουμε ότι το σώμα εκείνο ήταν του αυτοκράτορα; Ρώτησε με περιέργεια κι ενδιαφέρον η μαυροντυμένη γυναίκα.

-Θα ήταν αρκετό, είπε ο γέρος, αν δεν ακούγονταν τόσες άλλες διαφορετικές απόψεις, αντίθετες διαδόσεις και μπερδεμένοι θρύλοι γύρω απ’ την τύχη του γενναίου ατοκράτορα. Τώρα, το πράγμα γίνεται πιο συγκεχυμένο.

Όλοι έμειναν σιωπηλοί. Κανείς δεν ήξερε ποια διάδοση να παραδεχτεί και ποια να απορρίψει. Όλες φαίνονταν σωστές και όλες ήταν δυνατές και πιθανότατες.

Τη σιωπή που κράτησε αρκετή ώρα διέκοψε πάλι ο γέρος, ο οποίος είπε.

-Κάποιος δικός μας, που κατόρθωσε να ελευθερωθεί απ’ τους Τούρκους και να φθάσει στη Χίο, μου διηγήθηκε πώς γλύτωσε τη σφαγή και το θάνατο ο καρδινάλιος Ισίδωρος. Θυμόσαστε τον ιεράρχη που έστειλε ο πάπας απ’ τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, για να προσπαθήσει, μαζί με τον αυτοκράτορα και τους άλλους ενωτικούς, να φέρει πιο κοντά τους δυο χριστιανικούς κόσμους; Αυτός, λοιπόν, ο ιεράρχης, μόλις μπήκαν οι Τούρκοι στα τείχη και κυριεύτηκε η Πόλη, επωφελήθηκε τη σύγχυση που επικράτησε, έβγαλε τα ράσα του, το κόκκινο καπέλο του και το χρωματιστό χιτώνα του καρδιναλίου και τα φόρεσε σ’ ένα σκοτωμένο ζητιάνο. Ο ίδιος πήρε τα ρούχα του φτωχού ζητιάνου και τα φόρεσε . . .

-Εγώ άκουσα, διέκοψε κάποιος, ότι ο καρδινάλιος άλλαξε τα ρούχα του με το φτωχό ζητιάνο, όταν ο ζητιάνος ήταν ακόμη ζωντανός. Έτσι, ο φουκαράς ο επαίτης έζησε για λίγο ντυμένος καρδινάλιος, ώσπου έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Οι γενίτσαροι τον πέρασαν για τον πραγματικό αντιπρόσωπο του πάπα και τον σκότωσαν αμέσως. Έκοψαν το κεφάλι του και το γύριζαν στους δρόμους φωνάζοντας: ‘’Αυτό είναι το κεφάλι του Ρώσου καρδινάλιου[11].’’

-Ρώσου καρδινάλιου; Ρώτησε κάποιος μ’ απορία.

-Ναι, απάντησε κάποιος άλλος. Τον έλεγαν Ρώσο, γιατί είχε κάνει παλιά μητροπολίτης Κιέβου πριν γίνει καθολικός.

-Τέλος πάντων, είπε ο γέρος. Το σημείο αυτό είναι μια άλλη ιστορία, που δεν πολυαφορά την ουσία του θέματος που συζητάμε. Το πώς και πότε άλλαξε τα ρούχα ο καρδινάλιος είναι άλλο θέμα, άσχετο για μας τώρα. Η ουσία είναι, ότι άλλαξε τα ρούχα του και ανακατεμένος μέσα στον πολύ κόσμο, έφυγε σα ζητιάνος έξω απ’ την πόλη χωρίς να τον αναγνωρίσει κανένας. Αργότερα, τον έπιασαν οι Τούρκοι και, χωρίς πάλι να ξέρουν ποιος είναι, τον πούλησαν στο σκλαβοπάζαρο του Γαλατά σαν έναν κοινό άνθρωπο, σχεδόν για το τίποτα σ’ έναν Γενουάτη έμπορο. Από κει έφυγε με πλοίο για την Πελοπόννησο. Αργότερα, έφυγε στην Ιταλία. Φυσικά, αν ο Μωάμεθ γνώριζε ποιος ήταν αυτός ο ζητιάνος που πουλιόταν για πέντε ψίχουλα, θα διάταζε αμέσως τη θανάτωσή του, γιατί τον θεωρούσε κι αυτόν υπεύθυνο για την οργάνωση της άμυνας και την πολυήμερη αντίσταση της Πόλης.

Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν είναι και εκατό στα εκατό σίγουρο, ότι ο σκοτωμένος που βρέθηκε με τα αυτοκρατορικά πέδιλα ήταν ο αυτοκράτορας. Βέβαια, είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι κάποιος πολεμιστής, βλέποντας τον αυτοκράτορα νεκρό ή τραυματία, σκέφτηκε μέσα στη βράση της μάχης να πάρει τα σανδάλια του αυτός και να τα φορέσει για να σκοτωθεί μ’ αυτά. Γιατί, δεν πιστεύω να είχε την αφέλεια να ελπίζει σε διαφορετική μεταχείριση απ’ τους Τούρκους, αν παρουσιάζονταν σαν ψευτοαυτοκράτορας. Κι αν, ακόμη, έκανε μια τέτοια απόπειρα, θα αναγνωρίζονταν αμέσως κι από εχθρούς και από φίλους. Επίσης, δεν μπορεί να φανταστεί κανείς ότι ο Κωνσταντίνος είχε την ταπεινή ιδέα, να βγάλει τα πέδιλά του και να τα φορέσει σ’ ένα νεκρό την ώρα που η μάχη είχε αποκορυφωθεί κι όλοι πολεμούσαν με το θάνατο σα λιοντάρια. Ύστερα, ο χαρακτήρας του, η όλη στάση του και ιδιαίτερα η τελευταία του επιμονή στο μέχρι θάνατο αγώνα του, δεν συμβιβάζονται με τέτοιες ενέργειες. Τίποτα, όμως, δε μας βεβαιώνει απόλυτα, ότι ο σκοτωμένος με τους δικέφαλους αετούς στα πόδια ήταν ο αυτοκράτορας.

-Δηλαδή, θέλεις να πεις, είπε κάποιος παίρνοντας βιαστικά το λόγο, ότι ο αυτοκράτορας ζει;

-Όχι, δεν θέλω να πω αυτό. Δεν θέλω να παραδεχτώ απόλυτα ότι ο αυτοκράτορας σίγουρα και πέρα από κάθε αμφιβολία σκοτώθηκε κι ότι το σώμα του βρέθηκε ανάμεσα στους νεκρούς. Και τούτο, γιατί δεν ξέρω ποια ιστορία να πιστέψω και ποια διάδοση να παραδεχτώ. Βλέπετε, όλες οι εκδοχές είναι ενδεχόμενες και όλες είναι λίγο-πολύ πιστευτές.

Κάποιος άλλος πάλι μου είπε, συνέχισε ο γέρος, ότι ένας Τούρκος γραφιάς έφερε το κεφάλι του Κωνσταντίνου στο Μωάμεθ κι ότι, αφού πολλοί το αναγνώρισαν και διαβεβαίωσαν ότι ήταν πραγματικά του αυτοκράτορα, ο σουλτάνος το ασπάστηκε και το έστειλε στον πατριάρχη. Αφού δε το έκλεισαν σ’ ένα αργυρό κουτί, το έθαψαν με τιμές μέσα στην Αγιασοφιά και κάτω απ’ την Αγιατράπεζα[12].

Επίσης, ένας άλλος Βενετός φυγάδας, τον οποίο συνάντησα στη Χίο και που έλεγαν ότι ήταν ο γιατρός του στρατηγού Ιουστινιάνη, ονομαζόμενος Μπάρμπαρο, έλεγε ότι δεν είναι σίγουρο ότι ο αυτοκράτορας ζει ή σκοτώθηκε. Μάλλον πίστευε κι εκείνος ότι σκοτώθηκε. Καταπατήθηκε απ’ τους Τούρκους, όταν όρμησαν στο άνοιγμα του τείχους για να μπουν στην Πόλη κι εκεί ξεψύχησε[13].

-Το συμπέρασμα είναι, είπε τελικά ο νεαρός Έλληνας απ’ την Αγχίαλο, ότι ο αυτοκράτορας δεν ζει πια. Πολέμησε ως το τέλος γενναία κι έπεσε πολεμώντας σαν πραγματικός στρατιώτης.

Κανένας δεν απάντησε στα λόγια αυτά του νεαρού. Όλοι, μάλλον, συμφωνούσαν μαζί του, αν και κάπου-κάπου ξεπρόβαλε δειλά στη συνείδησή τους και κάποια αμφιβολία γύρω απ’ την τύχη του αυτοκράτορα. Για το ότι, όμως, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο τελευταίος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, απέρριψε τη φυγή και πολέμησε ηρωϊκότατα στα τείχη, δεν αμφέβαλε κανείς. Έμειναν όλοι σιωπηλοί για αρκετή ώρα, αφήνοντας το βλέμμα τους να πλανιέται ελεύθερο μακριά στην ανοιχτή θάλασσα.

-Μέχρις εδώ, είπε σε λίγο ένας απ’ τους πρόσφυγες, δείχνοντας με το χέρι του τον κόλπο στο βάθος, έφτασε ο στόλος που έστελνε η Δύση με το ναύαρχο Ιάκωβο Λορεδανό, προς βοήθεια της Κωνσταντινούπολης. Λένε, ότι αποτελούνταν από τριάντα γαλέρες. Αν ο στόλος εκείνος ξεκινούσε μια βδομάδα νωρίτερα, θα σώζονταν η Πόλη. Ο Μωάμεθ θα αναγκάζονταν να λύσει την πολιορκία και να φύγει. Ίσως να συντρίβονταν και κατά κράτος. Τότε θα γίνονταν σουλτάνος ο Ορχάν μπέης, ο φίλος και προστατευόμενος του αυτοκράτορα, αυτός που πολεμούσε μαζί μας στην Πόλη και τα πράγματα σήμερα θα ήταν τελείως διαφορετικά για όλον τον κόσμο . . . Μόνο λίγες μέρες χρειάζονταν, ξαναείπε με θλίψη και πρόσθεσε με παράπονο. Λίγο αν βιάζονταν ο πάπας και οι άρχοντες της Δύσης . . .

-Αλήθεια, τι απέγινε ο Ορχάν; Έμαθε κανένας τίποτα γι’ αυτόν; Ρώτησε με περιέργεια ο αδύνατος άντρας με τα αραιά γένια.

-Μόλις μ’ έπιασαν οι Τούρκοι στην παραλία, είπε ο Βενετός, μ’ έκλεισαν με πολλούς άλλους σ’ ένα απ’ τα καράβια τους. Εκεί μέσα ήταν κάθε λογής και κάθε κατηγορίας άνθρωποι. Γέροι, νέοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, καλογριές, καλόγεροι, άρχοντες, φτωχοί, Έλληνες, Λατίνοι . . . Ήμασταν όλοι δεμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο. Τα παιδιά και τις γυναίκες τις άρπαζαν οι Αγαρηνοί και τις κακοποιούσαν μπροστά μας. Μεγάλη μανία είχαν με τις καλόγριες. Ίσως, για να ταπεινώσουν την πίστη του Χριστού. Μέσα στο καράβι επικρατούσε πραγματική κόλαση. Ο καθένας μας θα έδινε τα πάντα για να φύγει από κει μέσα.

Εμένα μ’ έδεσαν σε μια άδεια θέση που υπήρχε στην αλυσίδα μιας αρμάθας σκλάβων, δίπλα σ’ ένα στρατιώτη απ’ τη Σάμο. Ήταν ένας γεροδεμένος άντρας, με κανονικό ανάστημα, μαύρα μάτια και κουρεμένο κεφάλι. Μείναμε για λίγες μέρες μαζί στην Κωνσταντινούπολη και μετά μας πούλησαν και τους δυο στην Καλλίπολη σ’ έναν Τούρκο αγά.

Ο καινούριος μου φίλος απ’ τη Σάμο, ο άνθρωπος με τον οποίο μοιράστηκα όλες τις πίκρες της σκλαβιάς και μαζί του πέρασα τις χειρότερες μέρες της ζωής μου, ήταν δυνατός και ψύχραιμος. Δυνατός στο σώμα και δυνατός και στην ψυχή. Πραγματικό παλικάρι. Το όνομά του ήταν Νικηφόρος.

Μαζί μας πουλήθηκε κι ένας μικρόσωμος στρατιώτης απ’ τη Χίο. Τον έλεγαν Μανουήλ. Ο αδύνατος, όμως, Μανουήλ δεν άντεξε και πολύ στις κακουχίες της σκλαβιάς και σε λίγες μέρες πέθανε. Ο Νικηφόρος θρήνησε το θάνατο του φίλου του και τον έκλαψε πικρά.

Θυμάμαι πως ο μικρόσωμος Μανουήλ δεν συνήθιζε να φωνάζει το φίλο του με τ’ όνομά του, αλλά τον φώναζε ‘’ξάδερφε’’ ή ‘’Ψαριανέ’’. Αυτό άρεσε ιδιαίτερα στον καλόκαρδο Νικηφόρο και του έδινε καινούρια δύναμη και κέφι. Γινόταν εύθυμος κι έδινε θάρρος και σε μας. Με το κουράγιο που αντλούσαμε απ’ την απαράμιλλη εκείνη ψυχική δύναμη του φίλου μας, μπορέσαμε να σταθούμε κι εμείς οι υπόλοιποι σκλάβοι κάπως δυνατότεροι και ν’ αντιμετωπίσουμε πιο ψύχραιμα τις μαύρες μέρες της σκλαβιάς μας.

Όταν πέθανε, λοιπόν, ο φίλος μας ο Μανουήλ, τον θάψαμε με το Νικηφόρο και την ίδια νύχτα δραπετεύσαμε μαζί απ’την Καλλίπολη. Καταφέραμε και περάσαμε στην Ίμβρο κι από κει στη Χίο. Μετά, χωρίσαμε κι ο καθένας πήρε το δρόμο του. Δεν ξαναείδα πια τον καλό μου φίλο. Τον πραγματικό εκείνο άνθρωπο με τη σιδερένια ψυχή και την ατσαλένια θέληση . . .

Στο ταλαιπωρημένο πρόσωπο του Βενετού πολεμιστή απλώθηκε γαλήνη και στη λάμψη του βλέμματός του εκδηλώθηκε τώρα ξεκάθαρο ένα δυνατό αίσθημα θαυμασμού και περηφάνιας για το φίλο του, που πλημμύριζε εκείνη τη στιγμή την ψυχή του.

Έμεινε για λίγο σκεφτικός, ίσως για να φέρει με τη φαντασία του καθαρότερη και πάλι μπροστά του τη μορφή του φίλου του και να θαυμάσει για μια ακόμη φορά τις μεγάλες αρετές της ψυχής του.

Σαν συνήλθε απ’ την έντονη αναπόληση, έκανε μια αόριστη κίνηση με το χέρι του και, ξαναγυρνώντας και πάλι ανάμεσα στους τωρινούς φίλους του, είπε.

-Δε σας είπα μια λεπτομέρεια. Το βράδυ που πέθανε ο Μανουήλ ήμασταν όλοι οι σκλάβοι σ’ ένα μεγάλο ερειπωμένο σταύλο. Ο τρισάθλιος εκείνος σταύλος ήταν η κατοικία μας. Ο Νικηφόρος είχε βολέψει τον άρρωστο φίλο του σε μια γωνιά πίσω από μια στίβα δεματιών ξερού χόρτου και προσπαθούσε όσο μπορούσε να τον περιποιηθεί. Ο Μανουήλ καιγόταν στον πυρετό και παραμιλούσε. Φώναζε τα παιδιά του, τη γυναίκα του. Τους ήθελε νά ‘ρθουν κοντά του. Νόμιζε πως τους έβλεπε όλους κοντά του και τους καλούσε να πλησιάσουν πιο πολύ, για να τους βλέπει καλύτερα. Να καθίσουν δίπλα του . . .

Ο Νικηφόρος κι εγώ δεν λείψαμε ούτε στιγμή από κοντά του. Όλη τη νύχτα του βρέχαμε το κεφάλι για να τον ανακουφίζουμε. Μήπως και τι άλλο μπορούσαμε να του προσφέρουμε; Προσπαθούσαμε να τον κρατήσουμε στη ζωή. Δεν τα καταφέραμε όμως. Κατά τα ξημερώματα ξεψύχησε.

Λίγο πριν πεθάνει, πήρε ξαφνικά κουράγιο. Ανασηκώθηκε κάπως στο αχυρένιο στρώμα του και είπε με πνιγμένη φωνή στο Νικηφόρο: ‘’Πάρε τη ζώνη μου . . . στα παιδιά μου . . . στον Κωνσταντίνο . . . χαιρέτισε την Ευδοκ . . .’’ Δεν μπόρεσε ν’ αποτελειώσει το όνομα της γυναίκας του κι έπεσε στο στρώμα του νεκρός. Ο Νικηφόρος του έκλεισε τα μάτια και, πνιγμένος στα δάκρυα, άνοιξε το πουκάμισο του νεκρού φίλου του και τράβηξε μια ζώνη απ’ τη μέση του. Ταυτόχρονα έστρεψε το υγρό του βλέμμα προς το μέρος μου και, φέρνοντας το δάχτυλό του στο στόμα του, μού ‘κανε νόημα να μη μιλήσω. Πήρε τη ζώνη απ’ τη μέση του Μανουήλ και την πέρασε βιαστικά στη δική του, προσέχοντας να μείνει καλά σκεπασμένη μέσα στη βρόμικη πάνινη διπλή λουρίδα που την είχε τυλιγμένη ο άτυχος Χιώτης.

Η ζώνη εκείνη ήταν ένα πανάκριβο και ανεκτίμητο εξάρτημα της στολής κάποιου άρχοντα ή στρατηγού. Ήταν δερμάτινη, από καλοδουλεμένο χοντρό πετσί. Οι δυο μπροστινοί χαλκάδες της ήταν ολόχρυσοι και στολισμένοι με μικρά πολύχρωμα πετράδια. Πάνω στο κούμπωμά τους άστραφτε ένα κάτασπρο μεγάλο διαμάντι, κυκλωμένο από μικρότερα ρουμπίνια και σμαράγδια. Το δέρμα της είχε βαθύ κόκκινο χρώμα και ήταν στολισμένο κι αυτό σ’ όλο του το μήκος με πολύχρωμα πετράδια και χρυσά κεντίδια. Ήταν πραγματικά ένα αριστούργημα.

Την πανάκριβη αυτή ζώνη την περιέβαλε μια βρόμικη πάνινη καλύπτρα, σα θήκη ξίφους. Σ’ αυτήν τη θήκη ήταν ραμμένα εδώ και κει αρκετά μεγάλα και ακριβά πετράδια.

Το θησαυρό αυτό τον βρήκε ο Μανουήλ στην Κωνσταντινούπολη τις πρώτες μέρες μετά την άλωση. Θα ήταν τη δεύτερη ή την τρίτη μέρα ύστερ’ απ’ την καταστροφή. Μας είχαν πάει, θυμάμαι, οι Τούρκοι μαζί με άλλους αιχμαλώτους, για να καθαρίσουμε μια περιοχή κοντά στην εκκλησία των Βλαχερνών απ’ τα ερείπια. Δουλεύαμε κι οι τρεις μας σε μια γωνιά ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού, κάπως ξεχωριστά απ’ τους άλλους σκλάβους. Ο Μανουήλ, τραβώντας μέσα απ’ το σωρό των χαλασμάτων ένα χοντρό και μακρύ δοκάρι, ανασήκωσε κάπως τα ερείπια κι αντίκρισε τη λαμπερή ζώνη ν’ αστράφτει ανάμεσα στις πέτρες. Με συγκρατημένη την ταραχή του μας φώναξε κοντά του, δήθεν για να τον βοηθήσουμε να σηκώσει το βάρος του δοκαριού που κρατούσε και κρυφά με το βλέμμα του μας έδειξε το εύρημά του. Ο γενίτσαρος που μας επέβλεπε μας αγριοκοίταξε, μας πέταξε μια χυδαία βρισιά και προχώρησε λίγα βήματα προς την άλλη γωνιά του κτιρίου. Αμέσως, ο Νικηφόρος, προφασιζόμενος ότι θέλει να κρατήσει με την πλάτη του το βάρος του σωρού των χαλασμάτων, για να βγάλουμε ευκολότερα το μακρύ ξύλο μέσα απ’ αυτά, πήδησε στα ερείπια και φώναξε και το Μανουήλ κοντά του για να τον βοηθήσει. Γονατιστός μέσα στις πέτρες, έσχισε μια λουρίδα από ένα παλιόρουχο που βρέθηκε μπερδεμένο στα σκουπίδια και τύλιξε τη λαμπερή ζώνη. Με γρηγοράδα την πέρασε στη μέση του Μανουήλ κάτω απ’ το πουκάμισό του. Μετά, συνέχισαν τη δουλειά, σα να μην συνέβαινε τίποτα. Έπιασαν κι οι δυο μαζί το μακρύ δοκάρι, το τράβηξαν απ’ το σωρό και το μετέφεραν πιο πέρα, στη μέση ενός ανοιχτού χώρου όπου άλλοι σκλάβοι στίβαζαν με τη σειρά τα ξύλα.

Καθαρίζοντας το σημείο εκείνο απ’ τα χαλάσματα βρήκαμε μερικά ακόμη πετράδια σκόρπια εδώ και κει, τα οποία δώσαμε ευχαρίστως στο Μανουήλ, να τα πάρει για τα παιδιά του, αν ποτέ τα κατάφερνε και λυτρωνόταν απ’ τα δεσμά της σκλαβιάς. Τα πετράδια αυτά τα έραψε προσεχτικά στη θήκη της ζώνης ο Νικηφόρος το βράδυ, όταν ξαναγυρίσαμε στη φυλακή μας. Φαίνεται, πως κάποιος άρχοντας θα τα πέταξε όλα αυτά εκεί την ώρα που ορμούσαν οι Τούρκοι στην πόλη, για να μην βρεθούν επάνω του και αναγνωριστεί η ταυτότητα και το αξίωμά του.

Αυτή, λοιπόν, τη ζώνη παρακάλεσε ο Μανουήλ τις τελευταίες του στιγμές να πάρει ο Νικηφόρος και να την παραδώσει, αν ποτέ κατόρθωνε, στα παιδιά του. Και γι’ αυτή τη ζώνη διακινδυνέψαμε πολλές φορές τη ζωή μας, ώσπου να φθάσουμε στη Χίο και να την παραδώσουμε στη γυναίκα του και στο μικρό Κωνσταντίνο.

Ο μικρός γιος του Μανουήλ γεννήθηκε το 1449. Το έτος που ανέβηκε στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, γι’ αυτό κι ο πατέρας του τον ονόμασε Κωνσταντίνο. Στο όνομα του αυτοκράτορα.

Στη Χίο βγήκαμε νύχτα κι ίσια τραβήξαμε στο σπίτι του Μανουήλ. Ο Νικηφόρος το ήξερε, γιατί είχε περάσει απ’ το νησί παλιότερα. Βρήκαμε τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του . . . Αμέσως γνώρισαν το Νικηφόρο . . . Έτρεξαν κοντά του και τον αγκάλιασαν . . . Αγκάλιασαν κι εμένα . . . Μας έσφιγγαν . . . μας φιλούσαν . . . κι έκλαιγαν ασταμάτητα. Τους δώσαμε το δώρο του πατέρα τους και τους φέραμε και τις πικρές ειδήσεις για την τύχη του. Η άμοιρη μάνα αγκάλιασε τα παιδιά της κι έκλαιγε πικρά . . . Τα δύστυχα ορφανά, ζαρωμένα κοντά στην απαρηγόρητη μάνα τους, θρηνούσαν κι εκείνα το χαμό του πατέρα τους . . .

Ο Βενετός πολεμιστής δεν μπόρεσε να συνεχίσει άλλο. Σκούπισε τα μάτια του κι έσκυψε το κεφάλι του κρύβοντας το πρόσωπό του στις παλάμες του. Όλοι γύρω του έκλαιγαν με λυγμούς. Ο τραχύς πολεμιστής έμεινε για αρκετή ώρα έτσι σιωπηλός. Μετά, ύψωσε το κεφάλι του κι άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί μακριά στο πέλαγος, προς το μέρος της Πόλης. Αναστέναξε βαθιά και είπε στους συντρόφους του.

-Η ιστορία των φίλων μου με παρέσυρε αρκετά απ’ το θέμα που είχα αρχίσει να σας διηγούμαι. Καιρός είναι να γυρίσουμε πίσω στην πρώτη μέρα της αιχμαλωσίας μου, στη μέρα της άλωσης και να ξανακατεβούμε με τη φαντασία μας στο καταραμένο αμπάρι του τουρκικού πλοίου, εκεί όπου μας πρωτοαλυσόδεσαν οι κατακτητές και να δούμε τι έγινε εκεί μέσα τη φριχτή εκείνη μέρα της καταστροφής.

Όλοι έτριψαν τα κατακόκκινα μάτια τους με τις παλάμες τους για να συνέλθουν, ανακάθισαν στις θέσεις τους και έστρεψαν μ’ ενδιαφέρον τα βλέμματά τους προς το Βενετό σύντροφό τους. Εκείνος, πήρε μια βαθιά αναπνοή που έμοιαζε περισσότερο με αναστεναγμό και άρχισε.

-Όταν οι Τούρκοι μ’ έπιασαν αιχμάλωτο και με κατέβασαν με σπρωξιές μέσα στην κοιλιά του αποτρόπαιου εκείνου πλοίου τους, με έδεσαν στην αρμάθα των σκλάβων δίπλα στο Νικηφόρο. Αργότερα, ο Νικηφόρος μου είπε ότι, τη θέση που είχα πάρει εγώ στην αλυσίδα των σκλάβων δίπλα του, την είχε ένας Κωνσταντινουπολίτης στρατιώτης, ο οποίος είχε αφεθεί ελεύθερος απ’ τους Τούρκους, λίγο πριν τη δική μου κάθοδο στο αμπάρι. Μου διηγήθηκε δε, πώς και γιατί ελευθερώθηκε εκείνος ο σκλάβος.

Τα αμπάρια του καραβιού, μου είπε ο Νικηφόρος, είχαν γεμίσει σκλάβους και οι Τούρκοι όλο κι έφερναν κι άλλους μπουλούκια-μπουλούκια. Για μια στιγμή, έφτασε ένα μπουλούκι από καμιά εικοσαριά άτομα. Ανάμεσά τους, ένας καλόγερος κι ένας γνωστός σ’ όλους μας άρχοντας. Ο μεγαδούκας Νοταράς. Μόλις τον είδαμε να κατεβαίνει στο αμπάρι δεμένος πισθάγκωνα και με βρισιές να σπρώχνεται βάναυσα απ’ τους Τούρκους προς το μέρος μας, παγώσαμε κι όλοι κρατηθήκαμε, μη μας ξεφύγει καμιά κουβέντα ή μη, με την έκφρασή μας, δώσουμε στους Τούρκους να καταλάβουν, ότι κάποιον σπουδαίο άρχοντα έχουν στα χέρια τους. Ο άρχοντας Νοταράς, ντυμένος με τα ρούχα που φορούσε στη μάχη, λερωμένος κι άπλυτος κι ο καλόγερος τυλιγμένος στα ράσα του, κάθισαν σε μια γωνιά του αμπαριού, μαζί με την υπόλοιπη ταλαίπωρη συντροφιά των σκλάβων. Όλοι εκεί κάτω ήμασταν πελιδνοί και άχρωμοι απ’ την τρομάρα μας. Κοιταζόμασταν ο ένας με τον άλλο με απόγνωση και όλοι μας δίναμε την εντύπωση, ότι σε κανενός τις φλέβες δεν κυκλοφορούσε πλέον αίμα. Χτυπημένοι απ’ τη φρίκη και τον τρόμο, μοιάζαμε με όντα που οι ψυχές τους είχαν από ώρες εγκαταλείψει τα κουφάρια τους. Άλλος έκλαιγε, άλλος προσεύχονταν, άλλος παρακαλούσε. Κι όλων οι κλαυθμοί και οι ικεσίες σκορπούσαν στον άνεμο.

Μερικοί που είχαν πάνω τους χρήματα, κοσμήματα ή άλλα τιμαλφή, τα έδιναν στους Τούρκους για να τους χαρίσουν τη ζωή και να τους ελευθερώσουν. Οι Τούρκοι τα άρπαζαν με βαρβαρότητα και τους ξαναέσπρωχναν χωρίς κανένα οίκτο στο πάτωμα. Μερικούς τους χτυπούσαν αλύπητα ή και τους σκότωναν αμέσως, γιατί δεν είχαν παραδώσει τα χρυσαφικά τους νωρίτερα. Πολλούς τους έσχιζαν τα ρούχα και τους άψαχναν, για να βρουν και να αρπάξουν αν είχαν κάτι αξιόλογο κρυμμένο επάνω τους. Το σύστημα αυτό το εφάρμοζαν περισσότερο στις γυναίκες. Ένιωθαν ιδιαίτερη ευχαρίστηση, στο να σχίζουν τα ρούχα των δύστυχων γυναικών και τους άρεσε να τις ξεγυμνώνουν τελείως και να τις κακοποιούν με χυδαιότητα. Οι γέροι, οι γριές και τα μικρά παιδιά σκοτώνονταν με το παραμικρό και πολλές φορές για γούστο. Βλέπεις, αυτοί δε θα απέδιδαν και σπουδαία πράγματα στο σκλαβοπάζαρο.

Κάποιος απ’ τους σκλάβους που καθόταν δίπλα μου, μου είπε ο Νικηφόρος, εκεί κοντά του όπου καθόμουν εγώ αργότερα, σήκωνε κάπου-κάπου τα μάτια του και ερευνούσε με το βλέμμα του προς την ομάδα των νεοφερμένων αιχμαλώτων που καθόταν απέναντι. Έριχνε περίεργα το βλέμμα του, μια στον κουκουλωμένο καλόγερο και μια στο μεγαδούκα. Αυτό με ανησύχησε κάπως κι άρχισα να τον σκουντώ ελαφρά κάθε τόσο με τον αγκώνα μου, για να συνέλθει και να μην κάνει καμιά απερισκεψία μέσα στην απόγνωσή του.

Όταν για μια στιγμή διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας τον κοίταξα αυστηρά, σα να του έλεγα ‘’πρόσεξε μην πάρεις καμιά ψυχή στο λαιμό σου’’. Με κοίταξε κι εκείνος αινιγματικά και χαμήλωσε αμέσως τα μάτια του. Έτρεμε σύγκορμος κι έδειχνε καθαρά, ότι δεν ήταν ούτε και κατά το ελάχιστο κύριος του εαυτού του. Τον ξανασκούντησα ελαφρά με τον αγκώνα μου και του ψιθύρισα να συγκρατηθεί και να κάνει κουράγιο. Δεν ξέρω αν μ’ άκουσε κι αν με κατάλαβε μέσα στην παραζάλη του.

Σε λίγο, ένας μεγάλος Τούρκος αξιωματικός πέρασε απ’ το αμπάρι μας. Πήγαινε για τα άλλα διαμερίσματα του πλοίου. Θα ήταν μάλλον ο καπετάνιος. Μερικοί είπαν αργότερα ότι ήταν ο ίδιος ο ναύαρχος του στόλου, ο Χαμουζά πασάς.

Μόλις πλησίασε ο αξιωματικός κοντά μας, ο αιχμάλωτος που ως τώρα καθόταν άλλοτε σκεπτικός κι άλλοτε παράξενα ανήσυχος στα δεξιά μου και λοξοκοίταζε το μεγαδούκα και τον καλόγερο, πετάχτηκε όρθιος και είπε στον Τούρκο αξιωματικό.

-Πολυχρονεμένε μου αφέντη. Μου χαρίζεις τη ζωή και την ελευθερία μου, αν σου παραδώσω δυο μεγάλους άρχοντες; Είμαι σίγουρος, ότι ο πολυχρονεμένος μας σουλτάνος και μεγάλος αφέντης όλων μας θα χαρεί πολύ και θα σε ανταμείψει πλούσια για το εύρημά σου αυτό.

Ο Τούρκος ναύαρχος στάθηκε ξαφνιασμένος μπροστά στον αιχμάλωτο και με έκδηλη περιέργεια και πολύ ενδιαφέρον είπε.

-Θα γίνει όπως ζητάς, αν αυτοί που λες ότι θα μου παραδώσεις είναι πραγματικά μεγάλοι άρχοντες.

Τότε, ο Κωνσταντινουπολίτης αιχμάλωτος με χαρά έδειξε με το δάχτυλό του το μεγαδούκα και είπε.

-Ο μεγαδούκας κι αρχιναύαρχος του στόλου, δεύτερος μετά τον αυτοκράτορα και πρώτος ανάμεσα στους άρχοντες, Λουκάς Νοταράς. Και, χωρίς να περιμένει καθόλου, γύρισε προς τον κουκουλωμένο καλόγερο και, δείχνοντάς τον με το δάχτυλο, είπε στον αξιωματικό. Ο από χρόνια φυγάδας και διεκδικητής του θρόνου του μεγάλου μας σουλτάνου Ορχάν μπέης.

Ο ναύαρχος έμεινε άναυδος και τα μάτια του πετάχτηκαν έξω απ’ τις κόγχες τους απ’ το ξάφνιασμα και την οργή του. Όλοι μείναμε βουβοί και σαστισμένοι. Ο μεγαδούκας αμέσως σηκώθηκε όρθιος, σα να ήθελε να πει ‘’ναι, εγώ είμαι’’. Σχεδόν αμέσως κι ο Τούρκος μπέης Ορχάν σηκώθηκε όρθιος, κατέβασε την καλογερίστικη κουκούλα απ’ το κεφάλι του και κοίταξε με απόγνωση τον εξαγριωμένο ναύαρχο. Ήταν πελιδνός απ’ τον τρόμο του και με δυσκολία στεκόταν στα πόδια του.

Ο Τούρκος ναύαρχος, όταν συνήλθε απ’ την πρώτη του έκπληξη, έκανε νόημα στους ακολούθους του να λύσουν τον καταδότη αιχμάλωτο και να τον αφήσουν επίσημα και για πάντα ελεύθερο. Ένας γενίτσαρος εκτέλεσε τη διαταγή του ναυάρχου, ενώ άλλοι όρμησαν προς το μεγαδούκα και τον Ορχάν και τους τράβηξαν μακριά απ’ τους υπόλοιπους αιχμαλώτους. Κατακόκκινος απ’ την οργή και το θυμό του ο ναύαρχος, στράφηκε προς τους αξιωματικούς και τους γενιτσάρους που ήταν δίπλα του και είπε με τόνο αυστηρό.

-Πάρτε το κεφάλι του προδότη Ορχάν και πηγαίνετέ το στο σουλτάνο. Το μεγαδούκα θα τον πάω εγώ ο ίδιος στο Μωάμεθ αργότερα.

-Δυο-τρεις γενίτσαροι άρπαξαν το δύστυχο Ορχάν και μόλις τον έβγαλαν απ’ το αμπάρι, αμέσως, με μια σπαθιά, το αποκεφάλισαν. Δεν πρόλαβε να πει λέξη. Μόνο ακούσαμε το γδούπο που έκανε το ακέφαλο σώμα του, καθώς έπεφτε στο κατάστρωμα και νιώσαμε πάνω απ’ τα κεφάλια μας, στα σανίδια του καραβιού, να σπαρταρά για λίγο το κουφάρι ενός ακόμη εχθρού του Μωάμεθ.

Φρίκη κι απόγνωση σκέπασαν τα πρόσωπα όλων μας και παρέλυσαν τελείως τις ελάχιστες δυνάμεις μας. Νιώσαμε τα φτερά του θανάτου παγωμένα να αγγίζουν τις ψυχές μας. Μείναμε γι’ αρκετή ώρα μισοπεθαμένοι απ’ το φόβο μας. Με το νου σταματημένο, την καρδιά παγωμένη και τα γόνατα λυμένα απ’ τον τρόμο, κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο αμίλητοι και με κομμένη την ανάσα[14].

Το γεμάτο αλυσοδεμένους σκλάβους αμπάρι έμεινε βουβό σαν τάφος και μόνο τα βήματα του λιγόψυχου προδότη, που τροχάδην έφευγε τώρα ελεύθερος απ’ το πλοίο, ξέσχιζαν τη σιωπή κι αντηχούσαν μέσα στο άδειο είναι μας, σαν τα μακάβρια βήματα του χάρου, που με προταγμένο το απαίσιο δρεπάνι του τρέχει στο φριχτό πανηγύρι του θανάτου, πατώντας πάνω σε σωρούς γυμνών κρανίων. Ο κρότος του κάθε βήματος του ανθρώπου εκείνου που έφευγε από κοντά μας, αναστημένος απ’ την κόλαση και ξαναγύριζε πάλι στη ζωή, περνούσε σαν πυρωμένο καρφί τα μηνίγγια μας και αντηχούσε στ’ αφτιά μας σα στριγκλιά φωνή ηχηρής και δαιμονισμένης καμπάνας που έφτανε ως τo αμπάρι του καταραμένου εκείνου πλοίου, σταλμένη απ’ τα έγκατα του άδη.

Ο Βενετός πολεμιστής σκούπισε τον ιδρώτα που έβρεχε άφθονος το μέτωπό του και κούνησε ελαφρά το κεφάλι του, σα να ήθελε να διώξει τους παράξενους και διαπεραστικούς ήχους που ένιωθε να του τρυπούν τυραννικά εκείνες τις στιγμές το μυαλό και είπε.

-Έτσι μου διηγήθηκε τη σύλληψη του Νοταρά και του Ορχάν ο παλιός συμπολεμιστής και σύντροφός μου στην αιχμαλωσία Νικηφόρος, όταν βρεθήκαμε για λίγο μόνοι μας ένα βράδυ στην Καλλίπολη και μας δόθηκε η ευκαιρία ν’ αλλάξουμε λίγες κουβέντες μεταξύ μας. Θυμάσαι, μου είπε, τη μεγάλη κηλίδα το αίμα που ζεστό ακόμη άχνιζε λίγο πιο πέρα απ’ τα πόδια μας μέσα στο αμπάρι του τούρκικου πλοίου, όταν σ’ έφεραν εκεί και σ’ έδεσαν δίπλα μου οι γενίτσαροι; Ήταν του Ορχάν. Τον είχαν σκοτώσει πάνω απ’ τα κεφάλια μας λίγο πριν έρθεις εσύ και ζεστό έσταζε σταλαγματιά-σταλαγματιά μπροστά μας απ’ τις χαραμάδες του καταστρώματος.

Ξανασκούπισε τον ιδρώτα απ’ το μέτωπό του ο Βενετός και συνέχισε.

-Δε θα ξεχάσω ποτέ, με τι τρόμο και φρίκη κοιτάζαμε τότε όλοι οι αλυσοδεμένοι εκεί μέσα σκλάβοι την κόκκινη εκείνη σφραγίδα του θανάτου, που όλο και γίνονταν σκουρότερη καθώς η ώρα περνούσε και το ζεστό αίμα πάγωνε σιγά-σιγά. Δεν ξέρω για πόση ώρα τα θολά μάτια όλων μας κοίταζαν με απόγνωση στο ίδιο σημείο του σανιδένιου πατώματος του αμπαριού εκείνης της κόλασης.

Αργότερα, οι φωνές των γενιτσάρων που είχαν κατεβεί στο αμπάρι μας μετέφεραν απ’ την ανείπωτη εκείνη δοκιμασία. Με σπρωξιές και βρισίματα μας ανέβασαν στο κατάστρωμα και μας έβγαλαν στη στεριά. Βουτηγμένοι ως το λαιμό στη θάλασσα ή τρέχοντας πάνω-κάτω στην ακτή, μαζεύαμε σκοτωμένους. Με σωρούς νεκρών μετρούσαμε την καταστροφή των χριστιανών και τη νίκη των Τούρκων.

Ο Βενετός πολεμιστής δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Η καρδιά του είχε λυγίσει. Τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα κι ο λαιμός του είχε σφιχτεί απ’ τους λυγμούς. Όλη την ώρα, είχε το κεφάλι του σκυφτό και το βλέμμα του κατεβασμένο. Όταν σήκωσε τα μάτια του, είδε ότι κι όλων των άλλων γύρω του τα μάτια ήταν κατακόκκινα και τα μάγουλά τους αυλακωμένα από δάκρυα.

Πέρασε αρκετή ώρα σιωπής και συγκίνησης. Κανείς δεν πρόφερε λέξη. Σιωπή θανάτου επικρατούσε παντού και μόνο στεναγμοί και αναφιλητά τράνταζαν τ’ αδύναμα στήθια των άμυρων προσφύγων κι αυλάκωναν τη βαριά ατμόσφαιρα της δύστυχης συντροφιάς. Θλίψη και πόνος πλάκωναν τις καρδιές τους.

Ο γέρος με το κοντό άσπρο γένι και το σημάδι στο μάγουλο πήρε θάρρος πρώτος. Ξερόβηξε δυο-τρεις φορές, σα να προσπαθούσε έτσι να διώξει, όσο πιο μακριά μπορούσε, τη θλίψη που πίεζε το στήθος του και τον πόνο που περιέζωνε κι έσφιγγε τις καρδιές των συντρόφων του. Ύστερα, έριξε μια γρήγορη ματιά στους γύρω του και με προσποιητή ζωντάνια στη φωνή του, είπε.

-Δεν ξέρω αν σας ενδιαφέρει η ιστιορία της δικής μου αιχμαλωσίας ή όχι. Πάντως, θα σας πω λίγα λόγια για τις δικές μου περιπέτειες. Ίσως τα λόγια μου και τα βάσανά μου σας ανακουφίσουν λίγο.

Χαμογέλασε ελαφρά, κοίταξε τους φίλους του με το καλοκάγαθο βλέμμα του κι άρχισε.

-Εγώ πιάστηκα λίγο πιο πέρα απ’ την Αγιασοφιά, προς το μέρος του Ιππόδρομου. Ήμουν τυχερός που έζησα και τη ζωή μου τη χρωστώ κατά κάποιον τρόπο στα πόδια μου.

-Δηλαδή, πώς σε βοήθησαν τα πόδια σου; ρώτησε ανυπόμονα και μ’ απορία ο νεαρός. Επειδή δεν μπορούσαν να τρέξουν όσο έπρεπε, σ’ εγκατέλειψαν και σ’ έπιασαν οι Τούρκοι και για την εγκατάλειψή τους αυτή τα χρωστάς ευγνωμοσύνη; Πρόσθεσε μ’ ένα τόνο ειρωνείας και αστειότητας μαζί ο νεαρός.

-Άκουσε για λίγο πρώτα, νεαρέ μου, είπε με καλοσύνη ο γέρος και θα καταλάβεις αμέσως, γιατί χρωστώ τη ζωή μου στα πόδια μου αυτά. Και, καθώς μιλούσε, έτριβε ελαφρά τα γόνατά του με τις παλάμες του, θέλοντας έτσι να εκδηλώσει και έμπρακτα την άμετρη ευγνωμοσύνη του προς τα πόδια του.

Το σύνθημα των Τούρκων, όταν μπήκαν στην Πόλη, συνέχισε ο γέρος, ήταν ‘’θάνατος στους άρρωστους, στους γέρους και στα μωρά και σκλαβιά σ’ όλους τους άλλους’’. Όταν έφτασαν οι Τούρκοι κοντά στην Αγιασοφιά, η μεγάλη εκκλησία κι όλος ο χώρος της ήταν γεμάτος από κόσμο. Άλλοι βρέθηκαν εκεί, γιατί είχαν έρθει νωρίτερα για να προσευχηθούν για τη σωτηρία της Πόλης και τη δική τους. Άλλοι έτυχαν εκεί, γιατί πανικόβλητοι δεν ήξεραν πού πήγαιναν κι άλλοι έτρεξαν κοντά στο άγαλμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, πιστεύοντας στα λόγια του Γεννάδιου και στις προφητείες των καλογήρων του, που συστηματικά διέδιδαν τον τελευταίο καιρό στο λαό, ότι, όταν θα μπουν οι Τούρκοι στην πόλη, γιατί οι κληρικοί το είχαν αυτό σα δεδομένο και σίγουρο από καιρό, όσοι βρεθούν κοντά στο άγαλμα του αγίου Κωνσταντίνου θα αποφύγουν το θάνατο και θα σωθούν. Άγγελος Κυρίου, έλεγαν, θα κατεβεί απ’ τον ουρανό, θα σταματήσει ως εκεί μπροστά στο άγαλμα του αγίου την προχώρηση των Τούρκων και θα σώσει τους χριστιανούς απ’ τη σκλαβιά και την καταστροφή.

Έτσι λοιπόν, ο χώρος της μεγάλης εκκλησίας ήταν γεμάτος κόσμο όταν φτάσαμε κι εμείς εκεί απ’ τα τείχη. Οι γενίτσαροι έπεσαν με μανία πάνω σ’ εκείνη την ανθρωποθάλασσα κι έσφαζαν λαό αλύπητα ή μάζευαν σκλάβους αδιάκριτα. Μια ομάδα καταματωμένων γενιτσάρων με γυμνά γιαταγάνια έπεσε πάνω μας. Οι πρώτοι απ’ τους δικούς μας που βρέθηκαν μπροστά τους σφάχτηκαν χωρίς οίκτο αμέσως. Εμείς οι άλλοι, το βάλαμε στα πόδια. Σάμπως μπορούσαμε να πάμε και πουθενά; Ο τόπος είχε πλημμυρίσει Τούρκους. Αλλά ο άνθρωπος έτσι είναι. Πάντοτε προσπαθεί να σωθεί και με κάθε τρόπο πασχίζει να μείνει ζωντανός. Άσχετα αν πολλές φορές οι ίδιες οι προσπάθειές του τον φέρνουν πιο κοντά στο θάνατο και γρηγορότερα τον στέλνουν στον άλλο κόσμο.

Εμείς, μόλις είδαμε τους Τούρκους να ορμούν επάνω μας, το βάλαμε στα πόδια. Την ώρα που τρέχαμε να φύγουμε, ένας γενίτσαρος φώναξε στους άλλους: ‘’Αφήστε τους αδύνατους. Πιάστε τους νέους και τους γερούς για σκλάβους.’’ Φαίνεται, πως αυτός θα ήταν κάτι μεγαλύτερος απ’ τους άλλους, γιατί οι γενίτσαροι τον άκουσαν και συμμορφώθηκαν με την εντολή του. Αυτό το καταλάβαμε, γιατί από τότε δεν ακούσαμε γύρω μας το χαρακτηριστικό εκείνο μισοπνιγμένο ξεφωνητό του σφαζόμενου ανθρώπου. Αυτό, σ’ άλλους έδωσε κουράγιο και στάθηκαν να τους πιάσουν, αφού, όπου κι αν πήγαιναν κι όσο κι αν έτρεχαν θα τους έπιαναν τελικά οπωσδήποτε και σ’ άλλους έδωσε δύναμη να τρέξουν περισσότερο. Εγώ, ξέροντας το σύνθημα των Τούρκων για τη σφαγή και γνωρίζοντας και την ηλικία μου, είχα σίγουρο το θάνατο αν έπεφτα στα χέρια τους. Βέβαια, η εντολή του γενιτσάρου ‘’αφήστε τους αδύνατους . . .’’ μού ‘δινε κάποια ελπίδα. Δε μου εξασφάλιζε, όμως και τη ζωή. Δεν έλεγε σταματήστε τη σφαγή. Μάλλον εννοούσε, μην πολυαρχολείστε με τους αδύνατους. Κι αυτό ο κάθε γενίτσαρος το έπαιρνε όπως ήθελε. Γι’ αυτό, η μόνη ελπίδα που μου απόμενε ήταν να τρέξω. Να τρέξω όσο μπορούσα πιο γρήγορα. Με τη φυγή ίσως κατάφερνα ν’ αποφύγω τους διώκτες μου, να κρυφτώ πουθενά, ώσπου να περάσει η μπόρα και να γλιτώσω.

Έτρεχα, λοιπόν, όσο μπορούσα περισσότερο. Δυο-τρεις γενίτσαροι που έτρεχαν πίσω μου, φαίνεται πως είχαν κουραστεί και πως έβρισκαν το τροχάδην μου ασυνήθιστο για την ηλικία μου. Για μια στιγμή, άκουσα έναν απ’ αυτούς να λέει στον άλλο με λαχανιασμένη φωνή: ‘’Μα το όνομα του Προφήτη, αυτόν το γέρο αν τον πιάσω θα τον κρατήσω ζωντανό. Παρά τα άσπρα του γένια, αυτός τρέχει για δέκα νέους.’’ Ενώ έλεγε αυτό ο γενίτσαρος που έτρεχε πίσω μου, είδα να ξεπροβάλει απ’ τη γωνιά του Ιππόδρομου, που τώρα βρίσκονταν απέναντί μου, ένα άλλο μπουλούκι γενιτσάρων και να έρχεται καταπάνω μου. Η μόνη μου ελπίδα πια ήταν να εγκαταλείψω το τρέξιμο και να σταματήσω να με πιάσουν οι Τούρκοι που με κυνηγούσαν ως τώρα και οι οποίοι, αν και δεν τους είχα δει, μου φαίνονταν πολύ καλύτεροι από κείνους που τώρα είχαν παρουσιαστεί άγριοι μπροστά μου.

Έκοψα αναγκαστικά την ταχύτητά μου κι έκλεισα τα μάτια μου, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να νιώσω την κοφτερή λεπίδα του γιαταγανιού. Αντί, όμως, το κρύο μέταλλο, ένιωσα δυο χέρια να μ’ αρπάζουν απ’ τον ώμο. Μ’ έδεσαν γρήγορα και με πήραν πίσω προς την Αγιασοφιά. Μ’ έριξαν μέσα σ’ ένα σωρό αιχμαλώτων που είχαν πιάσει οι υπόλοιποι της παρέας τους και τους φύλαγαν συγκεντρωμένους κάτω απ’ το άγαλμα του αγίου Κωνσταντίνου.

Όταν έφτασα εκεί κι αλυσοδέθηκα χειροπόδαρα με τους άλλους σκλάβους ένιωσα το κατάντημα των χριστιανών και άθελά μου ύψωσα τα μάτια μου και κοίταξα το θεόρατο άγαλμα του Αγίου. Μέσα στη συμφορά μου, θυμήθηκα το Γεννάδιο και τις προφητείες των καλογήρων κι είδα μπροστά μου ολοζώντανη την κατάντια τους και τη διαφθορά τους. Την ώρα που με παρέδωσε για φύλαξη ο γενίτσαρος που μ’ έπιασε, είπε στους φύλακες: ‘’Προσοχή αυτόν το γέρο. Είναι δικός μου.’’ Κάθισα κάτω λαχανιασμένος κι έκανα πολλή ώρα να συνέλθω απ’ την κούραση. Δεν πίστευα στην τόσο απροσδόκητη σωτηρία μου.

Ο γέρος ξανάσφιξε τα γόνατά του με τις παλάμες του και, γυρίζοντας προς το νεαρό, τον ρώτησε με κάποια ικανοποίηση.

-Πρέπε, λοιπόν, να χρεωστώ ευγνωμοσύνη στα πόδια μου ή όχι;

Ο νεαρός κατάλαβε το λάθος στο οποίο τον έριξε η βιασύνη του και δεν είπε λέξη. Μόνο κοίταξε το γέρο κατάματα μ’ ένα βλέμμα μεταμέλειας, σα να ήθελε να του πει: Δίκιο έχεις παππού. Συγχώρα με. Άλλη φορά δε θα βιάζομαι.

-Ο γενίτσαρος που μ’ έπιασε, συνέχισε ο γέρος και που τώρα ήταν ο κύριός μου, λεγόταν Γιουσούφ και ήταν στην υπηρεσία ενός πασά της αυλής του σουλτάνου. Κοντά σ’ αυτόν έμεινα κι εγώ για αρκετόν καιρό στην Κωνσταντινούπολη. Δούλεψα, όπως κι όλοι οι σκλάβοι κι έκανα διάφορες αγγαρίες, πότε εδώ και πότε εκεί, όπου με έστελνε το αφεντικό μου ο Γιουσούφ. Συνήθως, δούλευα όλο γύρω στο παλάτι. Κοντά σε κατοικίες πασάδων ή άλλων μεγάλων αξιωματούχων.

Δεν ξέρω γιατί με είχε εκτιμήσει, ας πούμε, έτσι ο Γιουσούφ. Ίσως η μορφή μου ή η ηλικία μου να του θύμιζε κανένα ξεχασμένο από χρόνια δικό του άνθρωπο. Ποιος ξέρει. Αλλά κι εγώ τον έβρισκα πολύ διαφορετικό απ’ τους άλλους. Ερχόταν στιγμές, που δεν ήταν καθόλου γενίτσαρος. Μου φερόταν με καλοσύνη. Μου έδινε κουράγιο. Βλέβεις, όλοι οι άνθρωποι δεν είναι το ίδιο. Κι αυτός δεν ήταν σαν τους άλλους. Η ψυχή του κι ο χαρακτήρας του έλεγαν καθαρά, πως ο άνθρωπος εκείνος δεν ήταν φτιαγμένος για σφαγές και αίματα.

Κοντά σ’ αυτόν το γενίτσαρο, λοιπόν, είδα πολλά πράγματα.

Ένα πρωί, το δεύτερο ή το τρίτο μετά την άλωση, υπηρετώντας τον πασά του Γιουσούφ, βρέθηκα μαζί μ’ άλλους σκλάβους στα ανάκτορα των Βλαχερνών. Δουλεύαμε όλοι οι σκλάβοι στην αυλή του παλατιού. Καθαρίζαμε ερείπια και διορθώναμε χαλάσματα. Όλα γύρω ήταν ρημαγμένα απ’ τη λεηλασία και τη μανία του βάρβαρου στρατού των κατακτητών. Οι πασάδες κι οι στρατηγοί μπαινόβγαιναν στο παλάτι. Για μια στιγμή, μια μεγάλη συνοδεία πέρασε την αψιδωτή αυλόπορτα και μπήκε στην απλόχωρη αυλή. Ήταν μια ομάδα γενιτσάρων που έφερναν στο σουλτάνο αλυσοδεμένο το Βενετό βαΐλο Ιερώνυμο Μηνώτο, μαζί με το γιο του και έξι ή εφτά άλλους Βενετούς άρχοντες. Ανάμεσά τους διέκρινα το μεγάλο στρατηγό και ξακουστό Βενετό ευπατρίδη Καταρίνο Κονταρίνι.

Η καρδιά μου σφίχτηκε παράξενα. Φοβήθηκα πραγματικά για τη ζωή των ανθρώπων εκείνων και ιδιαίτερα για το βαΐλο και το στρατηγό. Γνώριζα τις προσπάθειές τους για την άμυνα της Πόλης και τους συνεχείς αγώνες τους για τη σωτηρία της. Θυμήθηκα τη ρήξη που είχε επέλθει μεταξύ σουλτάνου και βαΐλου παλιότερα και φοβήθηκα πραγματικά για τη ζωή του.

-Τι ρήξη είχε ο Βενετός βαΐλος με το Μωάμεθ; Ρώτησε περίεργα ο νεαρός.

-Πριν από δυο περίπου χρόνια, είπε ο γέρος, το Νοέμβριο του 1452, τα πυροβόλα του Φουρούζ αγά, πάνω απ’ το φρούριο του Βοσπόρου, το Ρούμελη χισάρ, βούλιαξαν ένα βενετικό πλοίο του καπετάν Αντώνη Ρίτσου. Ονομαστός και σπουδαίος θαλασσινός ο καπετάνιος. Γνωστός σ’ όλες τις θάλασσες. Τα άψυχα, όμως, κανόνια του Φουρούζ αγά δεν είχαν ακούσει τίποτα γι’ αυτόν και, καθώς έμπαινε ανύποπτος στο Βόσπορο, έστειλαν το πλοίο του στο βυθό. Ο καπετάν Ρίτσος και καμιά σαρανταριά ναύτες του πιάστηκαν ζωντανοί και στάλθηκαν στο Μωάμεθ στην Αδριανούπολη.

Μόλις ο Βενετός βαΐλος έμαθε τη σύλληψη του καπετάν Ρίτσου, έστειλε αντιπρόσωπό του, το Φαβρούτσιο Κορνέρι, για να προσπαθήσει να σώσει τη ζωή των ναυτικών. Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες του Κορνέρι, δεν στάθηκε δυνατό να σωθεί ο καπετάν Ρίτσος. Ο σουλτάνος διέταξε να τον κρεμάσουν. Ο μαρτυρικός θάνατος του ξακουστού καπετάνιου και των ναυτών του δυσαρέστησε πάρα πολύ τους Βενετούς της Κωνσταντινούπολης κι ιδιαίτερα το βαΐλο Μηνώτο, ο οποίος κράτησε από τότε καθαρά εχθρική στάση προς το σουλτάνο και πολέμησε τους Τούρκους με πείσμα ως το τέλος στην περιοχή των Βλαχερνών[15].

Η συνοδεία με τους γενιτσάρους πέρασε στο παλάτι και χάθηκε μέσα στο τεράστιο κτίριο. Εμείς συνεχίζαμε τη δουλειά μας, καθαρίζοντας χαλάσματα. Σε λίγο, ήρθε ο Γιουσούφ και πήρε μερικούς από μας και μας πήγε να καθαρίσουμε ένα χώρο στην πλατεία της στήλης του Αρκαδίου. Η πλατεία εκείνη είχε μεταβληθεί σε σκλαβοπάζαρο. Εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες Κωνσταντινουπολίτες, πουλιόταν εκεί σκλάβοι κάθε μέρα. Επειδή η κίνηση ήταν μεγάλη κι ο χώρος μικρός, γι’ αυτό έστειλαν κι εμάς εκεί, μαζί με άλλους σκλάβους από άλλα στρατόπεδα, για να καθαρίσουμε τις γύρω περιοχές απ’ τους φράχτες και τα χαλάσματα και να μεγαλώσουμε το χώρο του σκλαβοπάζαρου.

Στη μέση της πλατείας ήταν στημένο πάνω σε χοντρούς ξύλινους στύλους ένα πλατύ, τετράγωνο, βρόμικο και τρισάθλιο σανίδωμα, σαν ένα είδος εξέδρας. Το ξύλινο αυτό πατάρι είχε στις δυο μεριές του φαρδιά σκαλοπάτια φτιαγμένα πρόχειρα από χοντρές σανίδες. Απ’ τη μια απ’ αυτές τις σκάλες ανέβαζαν στο καταραμένο ικρίωμα τους απούλητους σκλάβους για να πουληθούν και απ’ την άλλη κατέβαζαν τους πουλημένους και τους παρέδιναν στα καινούρια τους αφεντικά. Έτσι, η μισή πλατεία ήταν γεμάτη με αλυσοδεμένους απούλητους σκλάβους και γενιτσάρους που τους φρουρούσαν και η άλλη μισή ήταν γεμάτη αλυσοδεμένους πάλι σκλάβους και με κάθε είδους αγοραστές, οι οποίοι τους έσερναν σα ζώα στην κατοχή τους.

Γύρω-γύρω, η δακρύβρεχτη εκείνη εξέδρα ήταν περικυκλωμένη από κάθε είδους σκλαβεμπόρων κι από ένα πλήθος Τούρκων περιέργων, οι οποίοι έβριζαν και περιέπαιζαν τους δύστυχους σκλάβους με το χειρότερο τρόπο και προσπαθούσαν να ξεπεράσει ο ένας τον άλλο σε βαρβαρισμό και χυδαιότητα. Ανάμεσα σ’ αυτούς τριγύριζαν με την ψυχή στα δόντια και πολλοί χριστιανοί, που προσπαθούσαν να εξαγοράσουν δικούς τους ανθρώπους, συγγενείς, φίλους ή γνωστούς τους και να τους γλιτώσουν απ’ τη σκλαβιά.

Οι βρυχηθμοί των γενιτσάρων, οι φωνές των πουλητών που διαφήμιζαν το ‘’εμπόρευμά’’ τους, οι κραυγές των εμπόρων που ανακοίνωναν δυνατά τις προσφορές τους, οι οιμωγές και οι οδυρμοί των δύστυχων σκλάβων που πουλιόταν και τα κλάματα κι οι θρήνοι των συγγενών και φίλων που έχαναν τους δικούς τους για πάντα, αμέσως μόλις γίνονταν δεκτή η προσφορά κάποιου αγοραστή, συντάραζαν ολόκληρο το χώρο της πλατείας κι έκαναν και τις πέτρες ακόμη να δακρύζουν και να σπαράζουν στο χώμα.

Εμείς, οι σκλάβοι του συνεργείου εργασίας, με την καρδιά σφιγμένη και τα μάτια γεμάτα δάκρυα, δουλεύαμε ασταμάτητα, χωρίς να δίνουμε, δήθεν, καμιά σημασία στο τι γινόταν γύρω μας. Προσπαθούσαμε, με την ασταμάτητη δουλειά, να αποσπάσουμε την προσοχή μας απ’ το δράμα της πλατείας. Παρ’ όλες, όμως, τις προσπάθειές μας, τα αφτιά μας ήταν στραμμένα προς τα εκεί και τα μάτια μας ακράτητα συχνοκοίταζαν προς τη φοβερή εξέδρα του μαρτυρίου. Η καρδιά μας σπάραζε, όπως και η καρδιά εκείνων που ανέβαιναν στο βρόμικο σανίδωμα κι η ψυχή μας μοιράζονταν τον πόνο και το δράμα τους.

Ο γέρος σκούπισε τα κατακόκκινα μάτια του με τις παλάμες του, άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό και συνέχισε.

-Για μια στιγμή, μια καινούρια ομάδα σκλάβων ανέβηκε στην εξέδρα. Οι αγοραστές και οι διάφοροι έμποροι που ήταν μαζεμένοι γύρω-γύρω και με χτυπητές προσφορές προσπαθούσαν να αγοράσουν ‘’το πράγμα’’, θορυβήθηκαν και πλησίασαν πιο κοντά στο σανίδωμα.

Ο θόρυβος εκείνος των εμπόρων και ο σάλος που ξεχύθηκε εντονότερος στο σκλαβοπάζαρο, μ’ έκανε να στρέψω τα μάτια μου προς την ξύλινη εξέδρα. Το βρόμικο και μακάβριο εκείνο πατάρι που ξεχώριζε στη μέση του κόσμου ήταν γεμάτο ‘’εκθέματα’’. Κάτι μ’ έκανε να παρατηρήσω προσεχτικότερα το αλυσοδεμένο εμπόρευμα. Έμεινα άναυδος. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Πάνω στην χιλιοκαταραμένη κι αποτρόπαιη εξέδρα με τα βρόμικα σανίδια στεκόταν δεμένος πισθάγκωνα ο Βενετός βαΐλος Ιερώνυμος Μηνώτος, ο γιος του, ο στρατηγός Κονταρίνι κι όλοι οι άλλοι διακεκριμένοι Βενετοί, που πριν από λίγο τους είχε φέρει η συνοδεία εκείνη των γενιτσάρων στο παλάτι. Με σκυμμένο το κεφάλι, πελιδνοί και τρομοκρατημένοι, αντιμετώπιζαν χωρίς καμιά δύναμη τη φρικτή τους μοίρα. Με το βλέμμα γεμάτο απόγνωση, κοίταζαν τους σκλαβεμπόρους γύρω τους, που σαν αρπαχτικά όρνια τους περιτριγύριζαν, τους περιεργάζονταν και τους εξήταζαν χυδαία.

Άλλοι απ’ αυτούς στήριζαν τις προσφορές τους στην ηλικία, στη δύναμη ή στο παράστημα και στην ομορφιά του σκάβου κι άλλοι στην καταγωγή, στο όνομα και στους τίτλους ή στα αξιώματα του αδύναμου κι απροστάτευτου εκείνου ράκους, που, χτυπημένο τώρα απ’ τη συμφορά και πλημμυρισμένο στα δάκρυα, στεκόταν βουβό κι αμίλητο μπροστά τους. Χωρίς να καλοκαταλαβαίνουν ολόκληρο το δράμα τους, οι δυστυχισμένες εκείνες ανθρώπινες υπάρξεις, στέκονταν πάνω στο φρικιαστικό πατάρι του πλειστηριασμού, χωρίς ψυχή και οντότητα και σάλευαν σαν κιτρινισμένα φύλλα στο μανιασμένο άνεμο της βαρβαρότητας των Αγαρηνών. Χτυπημένοι απ’ τη συμφορά κι εξουθενωμένοι απ’ την τραγικότητα, φαίνονταν όλοι εκεί πάνω στο ικρίωμα του ζωντανού θανάτου, σα να βρίσκονταν μετέωροι πάνω από ένα ανείπωτο και απερίγραπτο χάος. Άκουγαν τις τιμές που πρόσφεραν οι αγοραστές για τα σώματά τους και, μη μπορώντας να αμυνθούν ή να αντιδράσουν, κοίταζαν με βλέμμα άδειο κι ανέκφραστο, σωστά συντρίμμια, το θορυβώδη όχλο που τους περιέβαλε και διασκέδαζε ή και θρηνούσε με το δράμα τους. Ο κλονισμένος απ’ την απόγνωση νους τους δεν μπορούσε να συλάβει και να εξωτερικεύσει το ασύλληπτο μέγεθος της συμφοράς τους, γιατί το λογικό τους είχε πάψει πλέον να αντιδρά.

Ανάμεσα στο συρφετό εκείνο των εμπόρων, βρίσκονταν και αρκετοί Κωνσταντινουπολίτες και Λατίνοι, οι οποίοι είχαν γλυτώσει απ’ την πρώτη καταιγίδα της μεγάλης συμφοράς κι είχαν κατορθώσει να μείνουν ζωντανοί κι ελεύθεροι. Οι δύσμοιροι εκείνοι άνθρωποι, με ματωμένη την καρδιά και την ψυχή στα δόντια, έκαναν προσφορές στους δουλεμπόρους και προσπαθούσαν να εξαγοράσουν δικούς τους ανθρώπους. Συγγενείς τους, φίλους τους, συμπατριώτες τους.

Απερίγραπτος ήταν ο πόνος κι ανείπωτο το δράμα των ανθρώπων εκείνων, όταν, μη μπορώντας να αυξήσουν άλλο την προσφορά τους, έβλεπαν τη γυναίκα τους ή το παιδί τους, τον πατέρα τους ή τη μητέρα τους, να πουλιέται σε κάποιον άγνωστο και να χάνεται για πάντα από κοντά τους κι απ’ τα μάτια τους. Ο σπαραγμός του σιωπηλού εκείνου χωρισμού ήταν χειρότερος κι απ’ το θάνατο.

Στη δημοπρασία τώρα των Βενετών προκρίτων, βρισκόταν ανάμεσα στους Ασιάτες εμπόρους και μια ομάδα Βενετών, οι οποίοι προσπαθούσαν να εξαγοράσουν τους συμπατριώτες τους. Οι προσφορές διαδέχονταν η μία την άλλη και η τιμή ανέβαινε διαρκώς. Οι Βενετοί συναγωνίζονταν τους Ασιάτες. Όταν οι Τούρκοι είδαν το ενδιαφέρον των Βενετών, σταμάτησαν τη δημοπρασία και καθόρισαν σαν τιμή εξαγοράς του Μηνώτου, του Κονταρίνι και των άλλων συντρόφων τους το υπέρογκο ποσόν των εφτά χιλιάδων χρυσών νομισμάτων. Είπαν δε καθαρά στους Βενετούς ότι, αν πραγματικά θέλουν να εξαγοράσουν τους συμπατριώτες τους, πρέπει να φέρουν ολόκληρο το ποσόν όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Μάλιστα, με εντολή του σουλτάνου, ορίστηκε κι ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα για τη συγκέντρωση και την καταβολή του τιμήματος της εξαγοράς. Το ποσόν, όμως, ήταν υπέρογκο κι ο χρόνος ελάχιστος και δεν στάθηκε δυνατό να συγκεντρωθεί όπως απαιτούσαν οι Τούρκοι, γι’ αυτό και οι δυστυχείς εκείνοι Βενετοί άρχοντες παραδόθηκαν στο δήμιο[16].

Ας σημειωθεί, ότι ο βαΐλος Μηνώτος, ο γιος του και ο στρατηγός Κονταρίνι είχαν αγοραστεί νωρίτερα, αλλά ξαναπιάστηκαν, γιατί ο σουλτάνος, καχύποπτος πάντοτε, δεν έδινε και μεγάλη εμπιστοσύνη στον όρκο πίστης που έδωσαν οι Βενετοί αιχμάλωτοί του προς αυτόν και αμφέβαλε για τη σταθερότητα και την ειλικρίνειά τους.

Αμέσως μετά τη λήξη της προθεσμίας, οι δυστυχισμένοι Βενετοί μεταφέρθηκαν λίγο πιο πέρα απ’ το πατάρι της δημοπρασίας για να εκτελεστούν. Το παζάρι συνέχισε τις εργασίες του με άλλους σκλάβους.

Εκεί, στον τόπο της εκτέλεσης, οι Τούρκοι τοποθέτησαν το βαΐλο και το γιο του, σε μικρή απόσταση τον έναν απέναντι στον άλλο, για να τους αποκεφαλίσουν. Οι βάρβαροι κι ασυγκίνητοι δολοφόνοι δεν επέτρεψαν στο δύστυχο πατέρα, να αγκαλιάσει και να φιλήσει για στερνή φορά το παιδί του πριν του κόψουν το κεφάλι. Σφίγγοντας την καρδιά τους όσο γινόταν, πατέρας και γιος αλληλοκοιτάχτηκαν με τα υγρά τους μάτια και αγκαλιασμένοι με τα βλέμματά τους παρέδωσαν τα σώματά τους στο θάνατο. Τα κεφάλια τους κύλησαν στο ματωμένο γκαλντερίμι και το ένα συνάντησε το άλλο στον κατήφορο, ενώ τα σώματά τους σπαρταρούσαν δίπλα-δίπλα λίγο πιο πέρα στα πόδια του δημίου. Μετά, έπεσε το κεφάλι του στρατηγού Κονταρίνι κι αμέσως τα κεφάλια των άλλων. Οι ψυχές των Βενετών ηρώων άφηναν τα τυραγνισμένα εκείνα σώματα που σπάραζαν στο λιθόστρωτο κι έφευγαν βιαστικές για τον ουρανό, για να συναντήσουν εκεί πάνω τις τόσες άλλες χιλιάδες των γενναίων ψυχών, που θυσιάστηκαν σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια σωτηρίας της άγιας πόλης του Κωνσταντίνου. Μιας προσπάθειας, που σιχαινόταν και μισούσε η επίσημη εκκλησία κι είχαν καταδικάσει και σαμποτάρει οι αρχιερείς.

Τα τελευταία λόγια του γέρου φαρμάκωσαν περισσότερο τις φαρμακωμένες καρδιές των ακροατών του. Απ’ όλων τις σκέψεις πέρασαν σαν αστραπή τα δραματικά γεγονότα της πολιορκίας κι ό,τι έγινε στην Κωνσταντινούπολη πριν απ’ αυτή κι όλοι προτίμησαν να μείνουν σιωπηλοί μπροστά στη φοβερή πραγματικότητα.

Ο γέρος, για να μην αφήσει τις δυστυχισμένες εκείνες ψυχές να ξαναθυμηθούν προφητείες και κατάρες των κληρικών και να τις απομακρύνει από βαρύτερες θλίψεις, συνέχισε.

-Την ίδια ακριβώς τύχη είχε κι ο πρόξενος των Καταλανών Πέτρος Ιουλιανός. Κι αυτός αποκεφαλίστηκε με το γιο του και πέντε ή έξι άλλους συμπατριώτες του. Τις εκτελέσεις των επιφανών ανδρών διέταξε ο Μωάμεθ. Στην ψυχή αυτού του τέρατος δεν υπήρχε οίκτος. Έρχονταν στιγμές που γίνονταν θηρίο και που ο ίδιος έσκιζε τον άνθρωπο με τα ίδια του τα χέρια.

-Έχω ακούσει, είπε κάποιος, ότι ο ίδιος με τα χέρια του σκότωσε γενίτσαρο μέσα στην Αγιασοφιά, γιατί έσπαζε τα μάρμαρα τη μέρα της άλωσης.

-Ναι, είναι αλήθεια, είπε ο γέρος. Όπως αλήθεια είναι πως, όταν έγινε σουλτάνος ύστερ’ απ’ το θάνατο του πατέρα του, για να διαπιστώσει πόσο πιστοί του ήταν οι στρατιώτες του, έκανε ο ίδιος περιπολίες και εφόδους στα φυλάκια του σεραγιού και της Αδριανούπολης και, ντυμένος σαν απλός στρατιώτης, γύριζε τη νύχτα στις φρουρές και προσπαθούσε ν’ ακούσει τι λένε και πώς σκέφτονται γι’ αυτόν οι γενίτσαροι. Αν κανένας γενίτσαρος είχε την κακή τύχη να τον αναγνωρίσει ότι ήταν ο σουλτάνος, τον θανάτωνε αμέσως, για να μην μαθευτεί το μυστικό του και γίνει γνωστή στο στρατό του η μεγάλη του καχυποψία. Όσες γυναίκες ή νεαρά παιδιά δεν ήθελαν να του παραδοθούν, τα σκότωνε αμέσως με τα ίδια του τα χέρια. Ο ίδιος διέταξε να πνίξουν τον τελευταίο γιο του πατέρα του μικρό Αχμέτ και δικό του αδελφό από άλλη μητέρα, για να μην υπάρχει κανένας άλλος απόγονος του Μουράτ και διεκδικήσει ποτέ τον οθωμανικό θρόνο.

-Δηλαδή, σκότωσε αδέλφια του για να σιγουρέψει τη θέση του; Ρώτησε κάποιος περίεργα.

-Το να σκοτώνει ένας βασιλιάς τους πιθανούς κληρονόμους ή και ενδεχόμενους διεκδικητές του θρόνου του δεν είναι τόσο παράξενο στα χρόνια μας, πρόσθεσε ο γέρος. Απ’ την Ιστορία μαθαίνουμε, ότι και πολλοί Βυζαντινοί κι άλλοι χριστιανοί αυτοκράτορες και βασιλιάδες σκότωναν τους αντιπάλλους τους, για να μείνουν εκείνοι ήσυχοι κι ανενόχλητοι στο θρόνο τους.

Π.χ. ο γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Κωνστάντιος, μέσα σε τέσσερις μήνες απ’ το θάνατο του πατέρα του, με την πρόφαση ότι ο πατέρας του δηλητηριάστηκε απ’ τους ίδιους τους αδελφούς του, σκότωσε τους δυο θείους του κι εφτά ξαδέρφια του. Αργότερα, το 354, αποκεφάλισε και τον ξάδερφό του Γάλλο[17].

Το 1071, ο γιος του αποθανόντα αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Δούκα και της Ευδοκίας, Μιχαήλ, τύφλωσε τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ’ Διογένη και δεύτερο σύζυγο της Ευδοκίας, ο οποίος και πέθανε λίγο μετά την τραγική τύφλωσή του. Έτσι, έγινε αυτοκράτορας ο Μιχαήλ, γνωστός με το όνομα Μιχαήλ Ζ’ Δούκας ο Παραπινάκιος[18].

Το 1180, πέθανε ο αυτοκράτορας Μανουήλ και στο θρόνο ανέβηκε ο 12/ετής γιος του Αλέξιος Β’ Κομνηνός, ο οποίος τελούσε υπό την επίβλεψη της αυτοκράτειρας Μαρίας. Το 1182, ο Ανδρόνικος, ο οποίος λίγα χρόνια πριν είχε διοριστεί διοικητής του Πόντου απ’ το Μανουήλ, βάδισε εναντίον της Κωνσταντινούπολης και, με τη βοήθεια των ανθενωτικών, κατόρθωσε να επιβληθεί στους αντιπάλους του. Συνέλαβε το νεαρό Αλέξιο, τον οποίο τύφλωσε και φυλάκισε. Κατόπι, προσπάθησε με κάθε τρόπο να εξολοθρέψει τους συγγενείς του Μανουήλ και να μείνει αυτός ανενόχλητος αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη. Στην αρχή, διέταξε τον πνιγμό της αυτοκράτειρας Μαρίας. Το 1183, ανακηρύχτηκε συναυτοκράτορας του Αλεξίου και σε λίγες μέρες διέταξε κρυφά τον πνιγμό του συναυτοκράτορά του. Έτσι, έμεινε μόνος στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1185, όμως, με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης απ’ τους Νορμανδούς, έγινε επανάσταση, η οποία έφερε στο θρόνο τον Ισαάκιο Άγγελο. Ο Ανδρόνικος τότε, ο οποίος είχε αποθεωθεί πριν λίγα χρόνια απ’ το λαό –όταν έμπαινε θριαμβευτής στην Πόλη σαν τιμωρός των Λατίνων, προστάτης των ορθοδόξων και πολέμιος της ένωσης των εκκλησιών-, συνελήφθη και υπέστη φριχτά βασανιστήρια, τα οποία και αντιμετώπισε με μεγάλο θάρρος κι απαράμιλλη καρτερία. Κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων του, επανελάμβανε διαρκώς: ‘’Κύριε, ελέησόν με. Γιατί σπάζεις ένα μωλωπισμένο καλάμι;’’

Έτσι ξεψύχησε ο τελευταίος αυτοκράτορας της δυναστείας των Κομνηνών και ο νέος αυτοκράτορας δεν επέτρεψε την ταφή του κατακομματιασμένου Ανδρόνικου[19].

Τον Ισαάκιο ξεθρόνισε και τύφλωσε ο αδελφός του Αλέξιος ο Γ’ το 1195.

Ας μη μας φαίνεται, λοιπόν και τόσο παράξενο, το ότι ο Μωάμεθ έπνιξε τον αδελφό του Αχμέτ, είπε ο γέρος μελαγχολικά.

-Είπες, ότι ο Αχμέτ ήταν γιος του Μουράτ αλλά από άλλη γυναίκα. Ποια ήταν η μάνα του Μωάμεθ; Ρώτησε με έντονη περιέργεια η μαυροντυμένη γυναίκα.

-Πολλά λέγονται για τη μάνα αυτού του τέρατος, χωρίς να προσδιορίζεται, όμως, με σιγουριά το όνομά της, είπε ο γέρος. Είναι πάντως βέβαιο, ότι η μάνα του ήταν κάποια σκλάβα χριστιανή. Αλλά κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να μάθει περισσότερα.

-Από μάνα χριστιανή να γεννηθεί τέτοιο θηρίο! είπε σιγά και μ’ απορία η γυναίκα.

-Πραγματικό θηρίο, πρόσθεσε ο γέρος και συνέχισε. Με τα ίδια του τα χέρια σκότωσε τον δεκαπεντάχρονο γιο του άρχοντα Φραντζή τις πρώτες μέρες που μπήκε στην Πόλη, γιατί ο νεαρός δεν ήθελε να μπει στο χαρέμι του[20].

Με τα ίδια του τα χέρια επίσης βασάνισε φριχτά και τελικά κρέμασε στην Αδριανούπολη το δάσκαλό του και μεγάλο βεζίρη, τον ειρηνόφιλο γέροντα Χαλλίλ πασά, είκοσι μέρες μετά την άλωση, γιατί υποψιάζονταν τις σχέσεις του με τους χριστιανούς[21]. Τις υποψίες του αυτές ενίσχυσαν τα λόγια και η στάση του ίδιου του Χαλλίλ στο τελευταίο πολεμικό συμβούλιο που έγινε στο τουρκικό στρατόπεδο, μια-δυο μέρες πριν απ’ τη μεγάλη έφοδο και την άλωση της πόλης, καθώς και οι αποκαλύψεις που έκανε ο μεγαδούκας Νοταράς. Τα όσα είπε αυτός όταν πιάστηκε απ’ τους Τούρκους και πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μωάμεθ, ύστερ’ απ’ τη θριαμβευτική είσοδο του πορθητή στην Πόλη, ήταν πραγματικός καταπέλτης για το δύστυχο γέρο-Χαλλίλ.

-Αλήθεια, τι απέγινε ο μεγαδούκας Νοταράς; Ρώτησε μ’ ενδιαφέρον ο νεαρός.

-Για το μεγαδούκα, είπε ο γέρος, λέγονται πολλά. Έμεινα, όπως σας είπα, αρκετόν καιρό στην Κωνσταντινούπολη με το Γιουσούφ και άκουσα κι απ’ τους αιχμαλώτους αλλά κι απ’ τους Τούρκους πολλές ιστορίες και φήμες γύρω απ’ την τύχη του μεγάλου εκείνου άρχοντα. Προσωπικά, βρίσκω πιθανότερες δυο διαδόσεις απ’ τις πολλές που κυκλοφόρησαν. Η μια απ’ αυτές λέει ότι, μόλις μπήκαν οι Τούρκοι στην Πόλη και χάθηκε κάθε ελπίδα αντίστασης, ο μεγαδούκας κατέφυγε στον πύργο του, εκεί όπου βρισκόταν η γυναίκα του και τα παιδιά του. Εκεί, στον πύργο αυτό αιχμαλωτίστηκε. Επειδή ήταν δεύτερος στο αξίωμα μετά τον αυτοκράτορα και επειδή ήταν και φανατικός ανθενωτικός, οπαδός του Γεννάδιου και σφοδρός εχθρός των καθολικών, ο Μωάμεθ, για να αποκλείσει κάθε περαιτέρω επαφή ή οποιαδήποτε σχέση των χριστιανών της Κωνσταντινούπολης με τους Λατίνους της Δύσης, προσπάθησε να τον καλοπιάσει και να τον πάρει με το μέρος του. Μάλιστα λένε, ότι είχε σκοπό να τον κάνει και διοικητή της Κωνσταντινούπολης. Γι’ αυτό, του έδειξε συμπάθεια. Τον άφησε ελεύθερο και μάλιστα έστειλε και Τούρκους στρατιώτες να φρουρούν τον πύργο του, για να μην τον πειράξει κανείς. Επιπλέον, διέταξε να βρεθούν οι κόρες του που είχαν χαθεί. Όταν δε βρέθηκαν, λένε, ότι ο σουλτάνος τις έδωσε δώρα και τις έστειλε στον πύργο του πατέρα τους. Έψαζε για την όμορφη κόρη του μεγαδούκα, την Άννα, αλλά αυτή είχε φυγαδευτεί από καιρό με πολλά πλούτη του πατέρα της στην Ιταλία. Επίσης, ειδοποίησε το Νοταρά να μην ανησυχεί, γιατί, όχι μόνο δεν έχει σκοπό να τον πειράξει, αλλά αντίθετα θέλει να τον κάνει ισχυρότερο και ενδοξότερο απ’ ότι ήταν επί αυτοκράτορα Κωνσταντίνου.

Πολλοί προσθέτουν ακόμη, ότι ο Μωάμεθ επισκέφτηκε ο ίδιος τον πύργο του μεγαδούκα. Εκεί βρήκε τη μεγάλη δούκισσα, τη γυναίκα του Νοταρά, άρρωστη στο κρεβάτι και της είπε να μη φοβάται για τίποτα. Τη διαβεβαίωσε δε, ότι αυτός θα τους δώσει μεγαλύτερη δόξα και δύναμη απ’ ότι τους είχε δώσει ο αυτοκράτορας. Μόνο της συνέστησε να γίνει γρήγορα καλά. Φεύγοντας μάλιστα, τη χαιρέτισε και της ευχήθηκε περαστικά[22].

Η άλλη περίπτωση, η οποία μου φαίνεται ότι ανταποκρίνεται περισσότερο προς την πραγματικότητα, είναι αυτή που μας διηγήθηκε προ ολίγου ο Βενετός φίλος και παλιός μας συμπολεμιστής. Ότι δηλαδή, ο μεγαδούκας πιάστηκε αιχμάλωτος και κρατιόταν σ’ ένα τουρκικό πλοίο, μαζί με τον Τούρκο φυγάδα Ορχάν και άλλους Έλληνες και Λατίνους αιχμαλώτους. Εκεί, αναγνωρίστηκε από έναν Κωνσταντινουπολίτη συγκρατούμενό του, ο οποίος ανέφερε το γεγονός στον Τούρκο ναύαρχο Χαμουζά πασά. Ο πασάς, αμέσως αποκεφάλισε τον Ορχάν, ελευθέρωσε τον καταδότη κι οδήγησε ο ίδιος το μεγαδούκα στο Μωάμεθ. Ο Μωάμεθ, μόλις αντίκρυσε το Νοταρά, οργίστηκε παράφορα και τον κατηγόρησε σφοδρότατα, γιατί, όπως είπε, εξαιτίας του διήρκεσε τόσο πολύ η πολιορκία και εξαιτίας του επήλθε εκείνη η μεγάλη φθορά στον τουρκικό στρατό και η καταστροφή της πόλης. Ο Νοταράς δικαιολογήθηκε, ότι δεν ήταν στο χέρι του, αλλά ούτε και στο χέρι του αυτοκράτορα να κάνουν διαφορετικά και να παραδώσουν την πόλη. Στην απόφασή τους αυτή, τόνισε, τους οδήγησαν ενθαρρυντικές ειδήσεις και σημειώματα που ρίχνονταν με βέλη πάνω απ’ τα τείχη ή γράμματα που στέλνονταν από πρόσωπα του κλειστού περιβάλλοντος του σεραγιού. Τα πρόσωπα αυτά τους έδιναν θάρρος να αντισταθούν και τους βεβαίωναν, ότι ουδέποτε ο τουρκικός στρατός θα κατόρθωνε να κυριέψει την πόλη.

Τα λόγια αυτά του Νοταρά εξόργισαν το Μωάμεθ και δεκαπλασίασαν τις υπόνοιές του κατά του Χαλλίλ πασά και αύξησαν αφάνταστα το μίσος του κατά του μεγάλου βεζίρη. Η οργή αυτή του Μωάμεθ δεν άργησε να γκρεμίσει το δύστυχο πασά απ’ τα ανώτατα αξιώματα που κατείχε και να τον οδηγήσει στο θάνατο.

Ο σουλτάνος ρώτησε το Νοταρά, αν γνώριζε τι απέγινε ο Κωνσταντίνος και ζήτησε να μάθει απ’ αυτόν, αν αλήθευε η διάδοση, ότι ο αυτοκράτορας έφυγε απ’ την Κωνσταντινούπολη με πλοίο. Ο Νοταράς απάντησε ότι δεν γνώριζε τίποτα σχετικό με την τύχη του αυτοκράτορα κι ότι ο ίδιος δεν βρισκόταν κοντά του την ώρα της εφόδου και της άλωσης[23].

Ύστερ’ απ’ αυτά, ο μεγαδούκας αφέθηκε ελεύθερος και ξαναγύρισε στον πύργο του, που ήταν χτισμένος δίπλα στο παλάτι του Βουκολέοντα. Την άλλη μέρα, ο Μωάμεθ, ύστερ’ από ολονύχτια κραιπάλη, ζήτησε να του φέρουν το νεαρό γιο του Νοταρά. Ένας ευνούχος πήγε στον πύργο του μεγαδούκα και ζήτησε να του παραδώσουν αμέσως το παιδί. Ο δύστυχος πατέρας, συντριμμένος απ’ την τρομάρα του κι οργισμένος απ’ την ακατονόμαστη απαίτηση του σουλτάνου, απάντησε στον απεσταλμένο του, ότι η θρησκεία των χριστιανών δεν επιτρέπει στον πατέρα να συγκατατεθεί σε μια τόσο απαίσχυντη αξίωση και να παραδώσει ο ίδιος το παιδί του σε μια τόσο βδελυρή και άτιμη πράξη. Ο Μωάμεθ, μόλις έμαθε τη στάση και τα λόγια του Νοταρά, θύμωσε και διέταξε να οδηγήσουν μπροστά του το μεγαδούκα με τα παιδιά του. Ο Νοταράς, μόλις παρουσιάστηκε μπροστά στο σουλτάνο τον προσκύνησε και του παρέδωσε μεγάλο θησαυρό, αποτελούμενο από χρυσό, άργυρο, διαμάντια, μαργαριτάρια και άλλους πολύτιμους λίθους, όλα άξια δώρα για ένα βασιλιά. Τα άφησε στα πόδια του και του είπε: ‘’Όλα αυτά τα φύλαγα για σένα. Σου τα χαρίζω και σε παρακαλώ να ακούσεις τη δέηση και την παράκληση του δούλου σου.’’ Ο σουλτάνος κι οι αυλικοί του είδαν και θαύμασαν τον τόσο θησαυρό που άφησε μπροστά τους ο μεγάλος άρχοντας, ο οποίος ήλπιζε ότι θα τύχει της συμπάθειες και του οίκτου του βάρβαρου κατακτητή.

Ο Μωάμεθ, όμως, αφού περιεργάστηκε τους θησαυρούς, σήκωσε το αυστηρό του βλέμμα και με θυμό είπε στο Νοταρά: ‘’Σκύλε πονηρέ και απάνθρωπε μηχανορράφε. Τόσον πλούτο είχες και δεν βοήθησες το βασιλιά κι αφέντη σου και δεν τον διέθεσες για την Πόλη και την πατρίδα σου; Τώρα δε, με τέτοιες πονηριές και πανουργίες, τις οποίες καθώς γνωρίζω συνηθίζεις να εφαρμόζεις απ’ τα νιάτα σου ακόμη, θέλεις και προσπαθείς να υπερσκελίσεις εμένα και να ξεφύγεις αυτό που σου πρέπει; Πες μου ασεβέστατε, ποιος μου χάρισε το δικό σου θησαυρό και ποιος παρέδωσε στα χέρια μου αυτήν την πόλη μ’ όλα της τα πλούτη;’’

Ο Νοταράς, με σκυμένο το κεφάλι και χαμηλή φωνή απάντησε; ‘’Ο Θεός.’’

-‘’Αφού ο Θεός μου χάρισε όλα αυτά και παρέδωσε εσένα κι όλους σας τους δούλους στα χέρια μου, εσύ τι λες τότε και τι φλυαρείς, πονηρέ; Γιατί δε μου τα έστειλες αυτά πριν αρχίσω τη μάχη εναντίον σας ή πριν κυριέψω την πόλη, για να σου χρεωστώ χάρη και να σου αποδώσω ανταμοιβή; Τώρα πια, δεν είσαι εσύ εκείνος που μου τα προσφέρεις και μου τα χαρίζεις’’ και κούνησε νευρικά το βαθύ δίσκο με το χρυσό και τα διαμάντια, ‘’αλλά ο Θεός’’. Και τράβηξε προς το μέρος του το θησαυρό[24].

Διέταξε δε να ρίξουν το Νοταρά σε μια στενή φυλακή, αφού πρώτα τον επέπληξε, γιατί δεν προσπάθησε να πείσει τον αυτοκράτορα να δεχτεί τους όρους που του έστειλε με τον Ισμαήλ πασά της Σινώπης. ‘’Αν αυτό συνέβαινε’’, είπε, ‘’όλα θα είχαν τελειώσει καλύτερα και πολύ διαφορετικά’’.

Ο Νοταράς δικαιολογήθηκε, ότι αυτός δεν φταίει αλλά οι Βενετοί κι οι Γενουάτες, οι οποίοι παρέσυραν τον αυτοκράτορα με τις υποσχέσεις τους, λέγοντά του ότι, όπου νά ‘ναι, καταφθάνουν σοβαρές βοήθειες απ’ τη Δύση. Ο σουλτάνος τον διέκοψε με οργή και τον διέταξε να σταματήσει πλέον να ψεύδεται. Είχε εξοργιστεί τόσο που φώναζε δυνατά, τρέμοντας ολόκληρος απ’ τα νεύρα του. ‘’Όχι φυλακή. Θάνατος, θάνατος.’’ Έδωσε δε εντολή να τον θανατώσουν μαζί με τους γιους του. Αμέσως, ο Νοταράς και τα δυο του παιδιά παραδόθηκαν στο δήμιο.

Την επόμενη μέρα, ο μέγας δούκας, ο αρχιναύαρχος του βυζαντινού στόλου, ο δεύτερος μετά τον αυτοκράτορα σε δόξα και αξίωμα, μαζί με τους γιους του, απ’ τους οποίους ο ένας προορίζονταν για μέγας κοντόσταυλος του αυτοκράτορα κι ο άλλος για μέγας λογοθέτης, μεταφέρθηκαν στην πλατεία του Ξηρολόφου για να θανατωθούν. Ο μικρός γιος του, μόλις δεκατεσσάρων χρόνων, όταν άκουσε για σφαγή κι αντίκρισε το δήμιο, άρχισε να κλαίει. Τότε, ο δύστυχος πατέρας, σφίγγοντας όσο μπορούσε την καρδιά του, αγκάλιασε τα παιδιά του που είχαν έρθει τρομαγμένα δίπλα του κι έτρεμαν σα φύλλα φθινοπώρου μέσα στα χέρια του και είπε:

‘’Αγαπημένα μου παιδιά. Είδατε πως μέσα σε μια στιγμή της χθεσινής μέρας χάσαμε τα πάντα. Ο ανεξάντλητος πλούτος μας, η ξεχωριστή δόξα που είχαμε μέσα στη θαυμαστή ετούτη μεγαλούπολη και σ’ όλη τη γη όπου κατοικούν χριστιανοί ή βάρβαροι, μας άφησαν για πάντα. Και τώρα, τούτη την ώρα δε μας έμεινε τίποτα άλλο παρά μόνο αυτή εδώ η ζωή. Αυτή δε η ζωή μας δε θα είναι ατέλειωτη, γιατί αργά η γρήγορα θα πεθάνουμε. Κι αν τώρα ζήσουμε, πώς θα είναι η υπόλοιπη ζωή μας; Θα είμαστε στερημένοι από αγαθά που χάσαμε, τη δόξα, την τιμή, την εξουσία. Από όλους θα κακολογούμεθα, θα καταφρονούμεθα και θα υποφέρουμε αφάνταστα, μέχρις ότου, μαζί με τα άλλα, θα μας έρθει όπως είναι φυσικό και ο θάνατος, ο οποίος θα μας πάρει, δυστυχώς, ατιμασμένους από δω. Πού είναι ο αυτοκράτοράς μας; Δεν δολοφονήθηκε χθες; Πού είναι ο συμπέθερός μου, ο μέγας δομέστιχος και πατέρας σου; είπε προς το γαμπρό του Κατακουζηνό, που κι αυτός περίμενε μαζί τους στη σειρά το γιαταγάνι του δημίου. Πού είναι ο μέγας σταυλάρχης με τους δυο γιους του; Δεν σφαγιάστηκαν χθες στη μάχη; Μακάρι κι εμείς να είχαμε πεθάνει μαζί μ’ αυτούς. Αλλά, όμως και τώρα δεν είναι αργά. Κι αυτή εδώ η ώρα είναι κατάλληλη. Ας μην αμελήσουμε άλλο, μη χτυπηθούμε απ’ τα βέλη του διαβόλου κι αλλαξοπιστήσουμε. Τώρα μας δίνεται η ευκαιρία. Ας πεθάνουμε κι εμείς στο όνομα Αυτού, που σταυρώθηκε και θανατώθηκε για μας κι αναστήθηκε για τη σωτηρία μας, ώστε μαζί Του να γευθούμε τα αγαθά της βασιλείας Του.’’

Και, γυρίζοντας προς το δήμιο, που στέκονταν δίπλα τους βλοσυρός κρατώντας το βαρύ γιαταγάνι στο χέρι του, τον παρακάλεσε λέγοντάς του: ‘’Κάμε αυτό που σε διέταξαν. Αλλά, σε παρακαλώ, άρχισε πρώτα απ’ τους νέους. Δεν θέλω να με δουν εμένα νεκρό, γιατί φοβάμαι μήπως ο τρόμος αλλάξει την απόφασή τους να έλθουν μαζί μου.’’

Ο δήμιος σήκωσε το γυαλιστερό του γιαταγάνι και με δυο χτυπήματα αποκεφάλισε τα δύστυχα παιδιά. Βλέποντας τα κεφάλια των παιδιών του να κατρακυλούν στα πόδια του, ο τραγικός πατέρας είπε στο δήμιο: ‘’Αδελφέ, άφησέ με να μπω για δυο λεπτά στην εκκλησία και να προσευχηθώ για τα παιδιά μου,’’ Κι έδειξε με το χέρι του τα αιμόφυρτα κεφάλια των παιδιών του, που ασάλευτα κι άψυχα είχαν κυλήσει κι είχαν σταματήσει κοντά στα πόδια του.

Ο δήμιος, συγκινημένος φαίνεται κι αυτός απ’ το φριχτό δράμα του τραγικού πατέρα, επέτρεψε στο Νοταρά να μπει στο εκκλησάκι που ήταν εκεί κοντά.

Με αργό βήμα ο χαροκαμένος πατέρας, σωστό ψυχικό ράκος απ’ τα χτυπήματα της μαύρης συμφοράς του, συνοδευόμενος κι απ’ τις ψυχές των δυο παιδιών του, που ζεστές ακόμη άφηναν τα αποκεφαλισμένα νεανικά σώματά τους και φτερούγιζαν αόρατες δίπλα του, διάβηκε την πόρτα της μικρής εκκλησιάς. Τρικλίζοντας μπήκε μέσα στον καταστραμμένο και λεηλατημένο ναό. Έπεσε στα γόνατα και προσευχήθηκε. Τελειώνοντας τη βουβή προσευχή του, πρόσθεσε μεγαλόφωνα: ‘’Σ’ ευχαριστώ Κύριε.’’ Μετά, σηκώθηκε και με αργό βήμα ξαναγύρισε στο δήμιο και στάθηκε ανάμεσα στα σώματα των δυο παιδιών του, που ακόμη σπάραζαν στη γη. Σήκωσε τα μάτια του για τελευταία φορά στον ουρανό κι ευχαρίστησε το Θεό για τη δύναμη που τού ‘δωσε. Μετά, κοίταξε το δήμιο στα μάτια κι έσκυψε το κεφάλι. Ο δήμιος, με μια σπαθιά, έδωσε τέλος στην αγωνία και στο μαρτύριο του δύστυχου πατέρα. Το κεφάλι του κυλίστηκε στο χώμα και σταμάτησε, ματοβαμμένο κι άψυχο δίπλα στα κεφάλια των παιδιών του. Ο δήμιος άρπαξε απ’ τα μαλλιά τα τρία κεφάλια κι έφυγε για να τα πάει στο Μωάμεθ, ενώ το σώμα του μεγάλου δούκα σπάραζε ακόμη ανάμεσα στα ακίνητα πια κορμιά των παιδιών του. Τα τρία σώματα έμειναν εκεί εγκαταλειμμένα κι άταφα, ενώ τα τρία κεφάλια έφταναν στο συμπόσιο και παραδίνονταν στο αιμοβόρο θηρίο, στον άσπλαχνο δολοφόνο, στον καταστροφέα της άγιας Πόλης.

Βλέποντας τα ματωμένα κεφάλια, ο Μωάμεθ ένιωσε άγρια ικανοποίηση να πλημμυρίζει τη θηριώδη ψυχή του κι έδωσε εντολή στο δήμιο να εκτελέσει κι άλλους αιχμαλώτους, ευγενείς και άρχοντες του παλατιού του αυτοκράτορα.

Έτσι, πολλοί από κείνους, που χθες ονόμασε ο μεγαδούκας Νοταράς στο σουλτάνο όταν τον πρωτοπροσκύνησε σαν μπήκε νικητής και τροπαιούχος στην πόλη, θανατώθηκαν σήμερα στη φριχτή εκατόμβη του βάρβαρου και μακάβριου ξεφαντώματος της μεγάλης νίκης του αιμοβόρου πορθητή. Τις πιο όμορφες δε απ’ τις γυναίκες τους και τα ωραιότερα κορίτσια και αγόρια τους παρέδωσε ο ανελέητος κατακτητής στον αρχιευνούχο του, για να κρατηθούν στο χαρέμι του.

Ο γέρος σταμάτησε τη διήγησή του κι έμεινε σιωπηλός. Δεν είχε άλλο κουράγιο για να συνεχίσει.

Σιωπή και θλίψη σκέπασε τη μικρή συντροφιά και μόνο οι λιγμοί και τ’ αναφιλητά των δύστυχων εκείνων υπάρξεων αυλάκωναν γεμάτα πόνο τον αέρα και ξέσχιζαν για μια ακόμη φορά τις χιλιοσπαραγμένες καρδιές τους. Κανείς δεν μιλούσε, γιατί κανείς δεν είχε δύναμη και κουράγιο να αρθρώσει λέξη. Η σιωπή τους, οι στεναγμοί και τα δάκρυά τους έλεγαν πολλά. Τόσα πολλά, που δεν ήταν δυνατό να τα πουν χίλιες λέξεις. Έμειναν εκεί βουβοί κι αμίλητοι, με τα κεφάλια σκυφτά και τα μάτια πλημμυρισμένα στα δάκρυα για αρκετή ώρα. Ο καθένας, πληγωμένος απ’ το δικό του ιδιαίτερο πόνο, θυμόταν και θρηνούσε δικά του αγαπημένα πρόσωπα που έσβησαν για πάντα απ’ τη ζωή. Κι όλοι μαζί έκλαιγαν για την καταστροφή της Πόλης και το χαμό της πατρίδας τους.

Ο ήλιος είχε πλησιάσει προς τη δύση. Ο ροδοκόκκινος δίσκος του άγγιζε τον ορίζοντα. Ένα ελαφρό αεράκι φυσούσε απ’ την ανατολή. Ρυτίδωνε τη θάλασσα κι αργοηχούσε στα φυλλώματα των δέντρων. Το ανάλαφρο θρόισμά του μέσα στο μελαγχολικό απόβραδο έφτανε σα μακρινό κλάμα στ’ αφτιά των άμοιρων ξεριζωμένων, που γεμάτοι πίκρα αγνάντευαν με δακρυσμένα μάτια τη βουβή θάλασσα απ’ τις ερημικές ακτές της Εύβοιας.

Το σιγανό αεράκι, πικρός αναστεναγμός της πλατιάς θάλασσας, αντηχούσε στις τρικυμισμένες ψυχές των χαροκαμένων της Χαλκίδας, σα θλιμένος αντίλαλος γοερού σπαραγμού, βγαλμένος μέσ’ απ’ τα πληγωμένα στήθια άλλων κυνηγημένων που κι εκείνοι την ώρα αυτή του δειλινού, με συντροφιά τους την απόγνωση, περιπλανιόταν έρημοι και καταφρονεμένοι, χωρίς παρηγοριά κι ελπίδα, μέσα στις ερημιές και στα τρίστρατα των νησιών και των ακτών του Αιγαίου.

Γεμάτη θρήνους έφτανε ως εδώ τούτη την ώρα η πονεμένη αύρα του γιαλού απ’ την άλλη άκρη της Ασίας, μακρινό μοιρολόγι κι αβάσταχτος θρήνος, βγαλμένος μέσ’ απ’ τα κομματιασμένα σπλάχνα της δύστυχης Κωνσταντινούπολης, που τώρα ξεριζωμένα απ’ τον τόπο των πατέρων τους γέμιζαν τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 1980



[1]  Κριτόβουλος.
[2]  Λεονάρδος.
[3]   Μοντάλδος και Ρικιέρος.
[4]  Φίλεφος.
[5]  Πάσκουλος.
[6]  Πολωνικό Χρονικό.                            Σελίδα             359.
[7]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’    Σελίδα             364.
[8]  Δούκα Μ.’’Χρονικό της Άλωσης’’.
[9]  Μαντάλδος.
[10]  Mijiatovic C. ‘’The Laste Emperor’’             Σελίδα      221.
[11]  Nicol D. M. ‘’The Last Centuries . . .’’           Σελίδα             412.
[12]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’   Σελίδα             362.
Επίσης Πάσκουλος.
[13] Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’    Σελίδα             363.
Επίσης Μπάρμπαρο.
[14]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’   Σελίδα            416.
[15]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’   Σελίδα             45.
[16]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’   Σελίδα          406.
     Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                    Σελίδα          373.
[17]  Παπαρηγόπουλου Κ. ‘’Ιστορία Ελλ. Έθν.’’ Τόμ. 5    σελ.   194.
[18]  Vasiliev A.A. ‘’History of the Byzant. ‘’        Τόμ. Γ    σελ.      71.
[19] Vasiliev A.A. ‘’History of the Byzant. . .’’      Τόμ. Γ. σελ.   102.
[20]  Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                    Σελίδα            374.
[21]  Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                    Σελίδα             391.
[22]  Δούκα Μ.  ‘’Χρονικό της Άλωσης’’.
[23]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’   Σελίδα        411.
[24]  Σλουμβέρζε Γ.   ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’ Σελίδα     413.

 

Author: Μνήμες