Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 33

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ

Ησυχία απλώνεται σήμερα σ’ ολόκληρη την πόλη. Σιωπή και σιγαλιά βασιλεύει παντού. Ο πολυάριθμος στρατός, που από καιρό είχε συγκεντρωθεί εδώ με διαταγή του Μωάμεθ κι είχε κατακλύσει την Κωνσταντινούπολη κι όλες της γύρω περιοχές της, έχει φύγει. Ο θόρυβος των γενιτσάρων, ο ποδοβολητός των ζώων του στρατού, οι κλαγγές των όπλων και οι εκνευριστικές κι οξύφωνες διαταγές των αξιωματικών έχουν λείψει πια. Σήμερα το πρωί, ο απειράριθμος και θορυβώδης στρατός, που είχε μαζευτεί εδώ απ’ όλα τα σημεία της οθωμανικής αυτοκρατορίας, έφυγε για τη μακρινή Καραμανία.

Ο Τουρκομάνος ηγέτης της απομακρυσμένης εκείνης περιοχής, ο τρομερός Ουζούν χασάν είχε επαναστατήσει εναντίον του σουλτάνου και ο Μαχμούτ πασάς μ’ όλον αυτό το στρατό πήγαινε να επιβάλει την τάξη. Λίγοι μόνο γενίτσαροι απόμειναν πίσω. Η φρουρά του σεραγιού και των πύργων. Γι’ αυτό και η παρουσία τους στην πόλη είναι πολύ σπάνια κι ο αριθμός τους μηδαμινός μπροστά στα μπουλούκια που κατέκλιζαν επί τόσες μέρες τους δρόμους της Σταμπούλ.

Σ’ ένα μικρό λόφο στην περιοχή των ανακτόρων των Βλαχερνών, κοντά στην παλιά Ξυλόπορτα, μισοξαπλωμένοι κάτω από ένα φουντωτό δέντρο, μερικοί γενίτσαροι απολαμβάνουν την ομορφιά του Κερατίου Κόλπου κι ακούν τις ιστορίες του γερο-Μεχμέτ αγά. Έχει τόσα πολλά να τους διηγηθεί ο γέρος, που όλοι τους δεν βλέπουν την ώρα, πότε να τους δοθεί η ευκαιρία για να ξαναβρεθούν στο ήσυχο κι ερημικό αυτό σημείο, μακριά απ’ το θόρυβο της πόλης, δίπλα στο γεροπολεμιστή, για ν’ ακούσουν απ’ το στόμα του τις ατέλειωτες ιστορίες του.

Ο γερο-Μεχμέτ είχε πάρει μέρος στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης και σήμερα είναι ένας από εκείνους τους λίγους που είχαν την τιμή να μπουν στη φημισμένη πόλη αμέσως μετά την άλωση, ακολουθώντας τον πορθητή Μωάμεθ.

Έχουν περάσει είκοσι χρόνια απ’ την εποχή που ο οθωμανικός στρατός, με αρχηγό τον ένδοξο Μωάμεθ το δεύτερο, κυρίεψε την πόλη του Κωνσταντίνου. Την ξακουστή Κωνσταντινούπολη, την πόλη που ήταν το κέντρο και το καμάρι της Ανατολής για χίλια και πλέον χρόνια.

-Πώς ηρέμισε ο τόπος! είπε ένας νέος ξανθωπός γενίτσαρος κι ανατάραξε τους ρεμβασμούς της συντροφιάς.

Η καταγωγή του ήταν απ’ τη Θράκη. Οι γονείς του ήταν χριστιανοί. Αυτό, όμως, δεν έκανε καμιά διαφορά σ’ αυτόν. Οι Οθωμανοί τον είχαν πάρει μικρό απ’ την οικογένειά του. Τον μεγάλωσαν και τον ανάθρεψαν όπως η πίστη τους υπαγόρευε και ο στρατός τους απαιτούσε και τώρα είναι ένας πιστός Οθωμανός και άξιος στρατιώτης του σουλτάνου.

Τους γονείς του ποτέ δεν τους ξαναείδε κι ούτε θέλησε ποτέ να μάθει ποιοι είναι και πώς λέγονται. Αγαπά το στρατό κι είναι περήφανος που είναι γενίτσαρος. Δε θα διστάσει δε, να δώσει και τη ζωή του ακόμη για το Ισλάμ και τον αφέντη του το σουλτάνο.

-Μα, εκατό χιλιάδες στρατός λίγος είναι; είπε ένας άλλος μελαχρινός στρατιώτης απ’ τη Μαγνησία. Όταν πάψουν εκατό χιλιάδες φωνές να φωνάζουν και διακόσιες χιλιάδες πόδια να πηγαινοέρχονται και να θορυβούν, βέβαια θα ηρεμίσει ο τόπος.

-Για φανταστείτε, είπε με αδύνατη φωνή ο γερο-Μεχμέτ, τριακόσιες πενήντα ή και τετρακόσιες χιλιάδες στρατιώτες μαζεμένους στο ίδιο περίπου μέρος, σ’ αυτό που είδατε να συνωστίζονται τελευταία οι εκατό χιλιάδες και θα δείτε πώς ήταν ο χώρος αυτός τις μέρες της πολιορκίας. Χιλιάδες φωνές, χιλιάδες τραγούδια, χιλιάδες όργανα, χιλιάδες φωτιές. Και, πάνω απ’ όλα αυτά, προσθέστε και χιλιάδες αιχμαλώτους κλεισμένους μέσα σ’ ένα μεγάλο κι απέραντο στρατόπεδο κι ίσως μπορέσετε να φανταστείτε την πρωτοφανή για την εποχή εκείνη ανθρωποθάλασσα και το παράξενο μεγαλείο εκείνων των ημερών.

-Και εκατό χιλιάδες στρατιώτες δεν είναι λίγοι, είπε ο γενίτσαρος απ’ τη Μαγνησία. Δε θα δυσκολευτούν καθόλου να επιβάλουν την τάξη στην Καραμανία.

-Άλλωστε κι ο αρχιστράτηγός τους, πρόσθεσε ένας άλλος, δεν είναι όποιος κι όποιος. Είναι ο μεγάλος βεζίρης του σουλτάνου. Είναι ο ένδοξος Μαχμούτ πασάς.

-Την εποχή της πολιορκίας, είπε ο Μεχμέτ αγάς, αυτός ο μεγάλος βεζίρης μας τώρα, ο Μαχμούτ πασάς, διοικούσε ένα μεγάλο τμήμα στρατού και μαζί με τον Ισαάκ πασά πολεμούσαν να σπάσουν τα τείχη ανάμεσα στις πύλες του Ριγίου και της Σηλύμβριας. Ο Μαχμούτ πασάς είχε τη σκηνή του στημένη απέναντι απ’ την τρίτη στρατιωτική πύλη. Βέβαια, η διάταξη του στρατού κάθε τόσο άλλαζε αλλά αυτόν σ’ εκείνη την περιοχή τον είχε τοποθετήσει ο Μωάμεθ. Θυμάμαι, στο τελευταίο πολεμικό συμβούλιο, που έγινε στις 17 Μαΐου στη σκηνή του σουλτάνου, ο Μαχμούτ πασάς τάχτηκε με το μέρος του μπελήρμπεη της Ασίας Ζαγανού πασά και υποστήριξαν κι οι δυο με σθένος και πείσμα την άποψή τους για γενική έφοδο. Ενώ, ο τότε μεγάλος βεζίρης Χαλλίλ πασάς είχε ταχθεί υπέρ της λύσης της πολιορκίας και της επιστροφής μας στην Αδριανούπολη. Κι οι δυο μεριές είχαν και κάποιο δίκιο, όπως είχαν και σε πολλά σημεία άδικο. Ο σουλτάνος ήταν σκεφτικός κι αναποφάσιστος. Φοβόταν, μήπως έρθουν ενισχύσεις στους πολιορκημένους απ’ την Ουγγαρία, τη Σερβία, την Ιταλία κι από άλλα χριστιανικά κράτη και για μια στιγμή δεν μπορούσε εύκολα ν’ αποφασίσει τι να κάνει. Τα λόγια του Ζαγανού και του Μαχμούτ ήταν δυνατά και θαρραλέα κι επικράτησε τελικά η άποψή τους. Αποφασίστηκε η έφοδος και δόθηκαν διαταγές να ετοιμαστούμε. Την άλλη μέρα το πρωί έγινε η μεγάλη επίθεση και πήραμε την Πόλη. Ο Μωάμεθ ήταν χαρούμενος κι ο Μαχμούτ με το Ζαγανό καμάρωναν και ήταν περήφανοι για τη γνώμη τους, που βγήκε σε καλό.

-Και ο Χαλλίλ πασάς τι έγινε που υποστήριζε τη φυγή; Ρώτησε ο ξανθός γενίτσαρος απ’ τη Θράκη.

-Ο Χαλλίλ πασάς δεν είχε και πολύ καλό τέλος. Από καιρό τον υποπτεύονταν ο σουλτάνος, ότι ήταν περισσότερο φίλος των χριστιανών, παρά υπηρέτης δικός του. Πολλά λέγονταν την εποχή εκείνη στο στρατόπεδο για το Χαλλίλ πασά και για άλλους ανθρώπους του. Βέβαια, ό,τι ακούγεται μέσα σ’ ένα στρατόπεδο, ποτέ δεν είναι κι οπωσδήποτε αληθινό. Πολλές φορές, όμως, κάτι απ’ όλα που ψιθυρίζονται αληθεύει. Λέγανε τότε, ότι στο Χαλλίλ πασά άρεσε πολύ το χρήμα. Λόγω της μεγάλης θέσης που είχε, δέχονταν ταχτικά πρεσβευτές από άλλους ηγεμόνες, οι οποίοι πάντοτε έρχονταν πρώτα σ’ αυτόν όταν ήθελαν να ζητήσουν κάτι απ’ το σουλτάνο. Ο Χαλλίλ πασάς έδινε υποσχέσεις κι ελπίδες για πράγματα που ποτέ δε θα αποφάσιζε ο σουλτάνος. Έτσι, οι πρεσβευτές έρχονταν και ξανάρχονταν και γέμιζαν με πολύτιμα δώρα το μεγάλο βεζίρη. Αυτό το πράγμα γινόταν συστηματικά, όταν ιδίως έλειπε ο σουλτάνος σε εκστρατείες ή απουσίαζε για άλλες υποθέσεις απ’ την Αδριανούπολη σε μακρινές περιοχές της Ασίας. Είπανε μάλιστα, ότι μια φορά, πριν απ’ την άλωση της Πόλης, ο αυτοκράτορας ή ίσως άλλοι άρχοντες του παλατιού του έστειλαν ένα πανέρι φρέσκα ψάρια, που τις κοιλιές τους τις είχαν γεμίσει χρυσά νομίσματα και διαμάντια. Ποτέ, όμως, κανείς δεν μπόρεσε να ξεδιαλύνει και να αποδείξει καθαρά τέτοιες υποθέσεις. Ο πασάς είχε μια πολύ πιστή σκλάβα του. Εκείνη κανόνιζε τα μυστικά αυτά ζητήματα τόσο καλά, που πάντοτε έμεναν στην αφάνεια.

Η σκλάβα λεγόταν Ελιφέτ. Ήταν χριστιανή και είχε έρθει στην Αδριανούπολη απ’ τη Σερβία. Την είχε φέρει μαζί της η Μάρα, η κόρη του τότε άρχοντα της Σερβίας Βράκοβιτς, όταν ήρθε νύφη απ’ το Σμερδένεβο, για να παντρευτεί τον πατέρα του Μωάμεθ και τότε σουλτάνο μας Μουράτ το δεύτερο. Θυμάμαι, πώς την φέρναμε τότε τη Μάρα με άλογα και άμαξες . . . Ήμασταν όλοι νέοι και μας άρεσαν τα ξεφαντώματα κι οι χαρές . . .

Διέκοψε για λίγο, σα να ήθελε να φέρει στη μνήμη του όλα εκείνα τα όμορφα χρόνια της νιότης. Να θυμηθεί βιαστικά και να ξαναζήσει γρήγορα, έστω και για μια μόνο στιγμή, όλες εκείνες τις χαρούμενες μέρες, που σήμερα δεν είναι γι’ αυτόν παρά μόνο θολές αναμνήσεις και μακρινό παρελθόν.

Οι στρατιώτες γύρω του, παρ’ ότι δεν τους άρεσαν οι διακοπές των διηγήσεων, γιατί πάντοτε αχόρταγα κι ανυπόμονα άκουγαν τις ιστορίες του γερο-Μεχμέτ, τούτη τη φορά, βλέποντας μια ελαφριά ταραχή στο βλέμμα του γέρου, κράτησαν τις ανάσες τους και προσπάθησαν να μην διακόψουν τη γλυκειά αναπόληση των περασμένων μιας γέρικης ύπαρξης.

Ο γερο-αγάς ξαναγύρισε απ’ το νοερό ταξίδι του στο μακρινό παρελθόν και συνέχισε.

-Η Ελιφέτ ήταν χριστιανή. Είχε κι άλλες χριστιανές σκλάβες η Μάρα μαζί της. Μια, όμως, ξεχώριζε ανάμεσα στις άλλες. Τη λέγαν Γιασμίν. Το πραγματικό της όνομα ήταν Ιλένα.

Ο Μεχμέτ πρόφερε το όνομά της μ’ ένα ελαφρό αναστεναγμό.

-Την Ιλένα την ξαναείδα ύστερ’ από αρκετά χρόνια στη Μαγνησία.

-Στη Μαγνησία; ρώτησε μ’ απορία ο μελαχρινός γενίτσαρος που ήταν απ’ τα μέρη εκείνα της Μ. Ασίας.

-Μάλιστα, στη Μαγνησία, επανέλαβε ο Μεχμέτ. Όταν παντρεύτηκε ο σημερινός πολυχρονεμένος μας σουλτάνος την κόρη του γενναίου Τουργατήρ, του εμίρη της Καππαδοκίας, ο πατέρας του Μουράτ τον ονόμασε διάδοχο του θρόνου και τον διόρισε διοικητή της Μαγνησίας. Το νεαρό ζευγάρι, αμέσως μετά το γάμο του, έφυγε απ’ την Αδριανούπολη κι εγκαταστάθηκε στη Μαγνησία. Εκεί έζησε κάμπορο καιρό ήσυχο, ώσπου μια μέρα ένας καβαλάρης απ’ την Αδριανούπολη έφερε στο Μωάμεθ την πικρή είδηση, ότι πέθανε ο πατέρας του. Ο καβαλάρης αυτός ήμουν εγώ. Εκεί ξαναείδα την Ιλένα. Είχαν περάσει πολλά χρόνια. Τα γηρατειά και οι κακουχίες είχαν αρχίσει να αφήνουν έντονα τα σημάδια τους πάνω της. Η σουλτάνα Μάρα είχε δώσει την έξυπνη κι όμορφη Ιλένα στο νεαρό ζευγάρι, για να το φροντίζει και να το περιποιείται όσο θα βρίσκεται μακριά απ’ το σεράι.

Η Μάρα αγαπούσε τα παιδιά του Μουράτ κι έδειχνε ενδιαφέρον για το νεαρό Μωάμεθ. Το ενδιαφέρον της αυτό πάντα το θυμόταν ο Μωάμεθ κι όταν έγινε σουλτάνος σεβόταν τις γνώμες της και πολλές φορές εφάρμοζε τις υποδείξεις της.

Απ’ τη Μαγνησία φύγαμε με το νέο σουλτάνο και τους ανθρώπους του τα ξημερώματα της άλλης μέρας για την Αδριανούπολη. Φθάνοντας στην πρωτεύουσα, ο Μωάμεθ ανακηρύχτηκε επίσημα σουλτάνος κι ανάλαβε τη διακυβέρνηση όλης της απέραντης αυτοκρατορίας μας.

Μετά, μπλέξαμε με πολέμους κι εστρατείες και δεν ξαναείδα την Ιλένα. Έμαθα, όμως, ότι έμεινε χριστιανή και πέθανε όταν εμείς πολιορκούσαμε την Κωνσταντινούπολη.

Τα λόγια αυτά σκόρπισαν έντονη λύπη στο πρόσωπο του Μεχμέτ. Τα μάτια του ήταν στεγνά αλλά το βλέμμα του φαινόταν βουρκωμένο.

Οι γενίτσαροι γύρισαν τα βλέμματά τους μακριά προς τα νερά του Κερατίου και σιωπηλοί κι αμέριμνοι, δήθεν, έκαναν πως παρακολουθούν μ’ ενδιαφέρον ένα καΐκι που την ώρα εκείνη έβγαινε απ’ το λιμάνι και χάνονταν πίσω απ’ τα υψώματα της Ακρόπολης.

-Και τι έγινε η Ελιφέτ; ρώτησε με περιέργεια ο νεαρός γενίτσαρος απ’ τη Θράκη, θέλοντας περισσότερο να στρέψει τη συζήτηση αλλού και να ξεδιαλύνει τη βαριά ατμόσφαιρα που είχε σκορπιστεί γύρω τους, παρά να μάθει για την τύχη της γριάς σκλάβας.

-Η Ελιφέτ, είπε με κάποια συμπόνια ο Μεχμέτ, βρέθηκε ένα πρωί σκοτωμένη μέσα στο πίσω μέρος του κήπου του παλατιού του Χαλλίλ πασά στην Αδριανούπολη. Ήταν πεσμένη ανάμεσα στα δέντρα, λίγο πιο πέρα από μια μικρή πόρτα του μεγάρου που άνοιγε προς το μέρος αυτό του κήπου. Ήταν ένα ξεμοναχιασμένο ερημικό μέρος και κανένας δεν έμαθε ποτέ ποιος και γιατί σκότωσε τη γριά σκλάβα. Πολλά ειπώθηκαν τότε, αλλά το πράγμα ξεχάστηκε γρήγορα, χωρίς ποτέ κανείς να ενδιαφερθεί πραγματικά για να μάθει την αλήθεια.

Και, χαμηλώνοντας κάπως τη φωνή του, πρόσθεσε.

-Λέγανε πως ήταν Ελληνίδα.

-Ποιος να ενδιαφερθεί για το θάνατο μιας σκλάβας Ελληνίδας και χριστιανής;. . . είπε ο γενίτσαρος απ’ τη Θράκη και πρόσθεσε με τόνο αργό. Μια γριά σκλάβα από άλλο Έθνος και με άλλη θρησκεία . . .

Τα λόγια του αυτά έφεραν κατήφεια στη μικρή συντροφιά και ταυτόχρονα κάτι ανατάραξαν βαθιά μέσα στις συνειδήσεις των νεαρών γενιτσάρων.

Είναι αλήθεια, πως οι στρατιώτες αυτοί ξεχώριζαν απ’ τους άλλους γενιτσάρους. Τους διέκρινε κάτι το διαφορετικό, κάτι το σπάνιο για τους Οθωμανούς πολεμιστές εκείνης της εποχής. Πολλοί μαζευόντουσαν να ακούσουν τις ιστορίες του Μεχμέτ. Λίγοι, όμως, παρακολουθούσαν με προσοχή κι ενδιαφέρον τις διηγήσεις του. Οι περισσότεροι πήγαιναν μόνο και μόνο για να περάσουν την ώρα τους και πολλοί απ’ αυτούς έφευγαν σχεδόν αμέσως. Μόνο λίγοι πήγαιναν με πραγματικό ενδιαφέρον, για να ακούσουν και να μάθουν κάτι απ’ το παρελθόν και μόνο μερικοί απ’ αυτούς άκουγαν σιωπηλοί και με ενδιαφέρον ρωτούσαν ή προσεχτικά έκριναν τα όσα άκουγαν για τα διάφορα γεγονότα. Κι αυτοί ήταν πάντοτε εκείνοι που έμεναν ως το τέλος και ήθελαν, αν ήταν δυνατό, να μη σταματήσει ποτέ τις διηγήσεις του ο πολύξερος γερο-Μεχμέτ. Τον αγαπούσαν για την καλοσύνη του σαν πατέρα τους, τον θαύμαζαν για τη σοφία του σα δάσκαλό τους και τον σέβονταν, όχι τόσο σα μεγάλο αξιωματικό τους και άνθρωπο του στενού περιβάλλοντος του σουλτάνου, όσο για την πείρα του, τις γνώσεις του και τη λογική του.

Ήταν καλός Ο Μεχμέτ αγάς κι οι νεαροί ακροατές του έβρισκαν πάντοτε σωστές και δίκαιες τις κρίσεις του και τις αποφάσεις του. Ήθελαν κι αυτοί κάτι να μάθουν, κάπως να ημερέψουν. Να βγουν απ’ τη βαρβαρότητα του στρατώνα, να σκαρφαλώσουν έστω και λίγο στο δέντρο της γνώσης. Να ζεσταθούν απ’ τον ήλιο της μάθησης που ζέσταινε την καρδιά και τις σκέψεις του Μεχμέτ. Τους σαγήνευε και τους θάμπωνε η λάμψη της σοφίας. Ενδόμυχα μισούσαν και συχαίνονταν τη γυαλάδα του γιαταγανιού.

-Οι χριστιανοί και ιδίως οι Έλληνες είναι έξυπνοι άνθρωποι, είπε για μια στιγμή ο Μεχμέτ, διακόπτοντας τη σιωπή που είχε επικρατήσει για λίγο.

Από τότε που μπήκα στην υπηρεσία του σεραγιού, συνάντησα πολλούς απ’ αυτούς. Όλοι τους διαβασμένοι κι έξυπνοι. Πριν από πενήντα χρόνια, το 1423, όταν ήμουν στην υπηρεσία του ένδοξου Μουράτ του δεύτερου, είχαν έρθει στην Αδριανούπολη απεσταλμένοι του τότε αυτοκράτορα Ιωάννη, οι άρχοντες Φραντζής και Νοταράς, για να κανονίσουν τους όρους μιας ειρήνης. Ήταν κι οι δυο νέοι και η όψη τους και το παρουσιαστικό τους ήταν πραγματικά αρχοντικά. Φαίνονταν πολύ έξυπνοι άνθρωποι και όλοι τους κοιτάζαμε με θαυμασμό.

Αργότερα, όταν πέθανε ο Μουράτ κι έγινε σουλτάνος ο Μωάμεθ, ήρθαν πολλοί, πάρα πολλοί άρχοντες και πρεσβευτές απεσταλμένοι απ’ όλους τους βασιλιάδες και τους ηγεμόνες των γύρω κρατών, για να συλλυπηθούν τους συγγενείς του σουλτάνου για το θάνατο του Μουράτ και να συγχαρούν το νεαρό Μωάμεθ για το ανέβασμά του στο θρόνο της αυτοκρατορίας μας. Και τότε, οι Έλληνες ξεχώριζαν ανάμεσα στους άλλους ξένους. Και σ’ όλους μέσα, ξεχώριζε στα μάτια μου ο Μιχάλης Δούκας. Αυτός ο άνθρωπος ήρθε πολλές φορές στην Αδριανούπολη και κάθε φορά που ερχόταν μάθαινα και κάτι παραπάνω γι’ αυτόν. Μιλούσε πολύ καλά ελληνικά, λατινικά και τουρκικά. Η προφορά του ήταν καθαρή και όμορφη και μ’ άρεσε πολύ να τον ακούω. Όλοι απ’ την οικογένεια του Δούκα στα παλιότερα χρόνια ήταν οπαδοί του Ιωάννη Κατακουζηνού.

Ξέρετε, παλιότερα, κατά το 1340, είχε αρχίσει ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στον Ιωάννη Κατακουζηνό και στον Ιωάννη V τον Παλαιολόγο, για το ποιος θα μείνει αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη. Ο λαός της Κωνσταντινούπολης και όλοι οι χριστιανοί της τότε βυζαντινής αυτοκρατορίας διαιρέθηκαν κι άλλοι πήγαν με τον ένα το Γιάννη κι άλλοι με τον άλλο. Ο παππούς, λοιπόν, του Μιχάλη Δούκα πήγε με τον Κατακουζηνό. Αλλ’ όταν ο Ιωάννης Κατακουζηνός ανατράπηκε κι έγινε καλόγερος το 1354, οι οπαδοί του λίγο-πολύ κυνηγήθηκαν ή φοβήθηκαν και πολλοί απ’ αυτούς έφυγαν απ’ την Κωνσταντινούπολη και διασκορπίστηκαν εδώ κι εκεί σ’ άλλα μέρη. Έτσι και η οικογένεια Δούκα έφυγε απ’ την Κωνσταντινούπολη και πέρασε στην Έφεσο, στο κράτος του τρομερού μουσουλμάνου ηγεμόνα Ατήν. Ο ηγεμόνας αυτός είδε την εξυπνάδα του Δούκα, αναγνώρισε την αξία του και τον προσέλαβε στην υπηρεσία του. Αργότερα, όμως, η οικογένεια έφυγε στη Φώκαια της Μ. Ασίας κι ο Δούκας μπήκε στην υπηρεσία του Γενουάτη διοικητή της περιοχής Γεωργίου Αντούρο. Η Φώκαια ήταν χώρα υποτελής σε μας και ο Λατίνος Αντούρο πλήρωνε φόρους στο σουλτάνο. Στην υπηρεσία αυτού του Λατίνου ηγεμόνα μπήκε κι ο νεαρός τότε Μιχάλης Δούκας απ’ το 1421. Δηλαδή, ένα χρόνο πριν ο μεγάλος μας σουλτάνος Μουράτ πολιορκήσει, χωρίς επιτυχία βέβαια, την Κωνσταντινούπολη.

-Ο σοφός Αλλάχ είχε γράψει να πάρει την Κωνσταντινούπολη άλλος σουλτάνος, ο μεγάλος μας Μωάμεθ, είπε διακόπτοντας βιαστικά τη συζήτηση ο γενίτσαρος απ’ την Προύσα.

Όλοι χαμογέλασαν περήφανα και ο Μεχμέτ, χωρίς να δώσει και μεγάλη σημασία στην παρέμβαση, συνέχισε την κουβέντα του.

-Αργότερα, έφυγε και πάλι η οικογένεια Δούκα απ’ τη Φώκαια και πήγε στη Λέσβο. Η Λέσβος ανήκε στους Φράγκους Γατελούζους, αλλά ήταν κι αυτή όπως και η Φώκαια υποτελής σε μας και πλήρωνε φόρους στο σουλτάνο. Ο Φράγκος ηγεμόνας της Λέσβου – Μυτιλήνης εντυπωσιάστηκε απ’ τη μόρφωση και την εξυπνάδα του Μιχάλη και τον πήρε στην υπηρεσία του. Σαν απεσταλμένος του Φράγκου ηγεμόνα της Λέσβου, ο Μιχάλης Δούκας ήρθε πολλές φορές στο σεράι και, σαν αντιπρόσωπος των Γατελούζων, υποδέχονταν τον καπετάν πασά, το μεγάλο ναύαρχο του στόλου μας, όσες φορές τύχαινε να φτάσει στη Λέσβο με τα πλοία του. Παρ’ ότι, όμως, γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε σε λατινοκρατούμενα και τουρκοκρατούμενα μέρη, μιλούσε και έγραφε άριστα τα ελληνικά. Όσοι κατείχαν πραγματικά την ελληνική γλώσσα κι άκουγαν το Δούκα να μιλά ελληνικά, τον θαύμαζαν ειλικρινά για την άρτια κατάρτησή του.

Όλα αυτά σας τα ανάφερα, περισσότερο για να δείτε ότι η θέληση παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο στη μόρφωση του κάθε ανθρώπου κι επιπλέον για να σας δείξω, ότι οι πραγματικές αξίες πάντοτε γίνονται αντιληπτές απ’ τους άλλους, ιδίως όπου τις έχουν ανάγκη και εκτιμούνται ανάλογα απ’ αυτούς.

Δεν θυμάμαι, για ποια συγκεκριμένη υπόθεση είχε έρθει τότε, το 1452, στην Αδριανούπολη ο Δούκας. Πάντως, βρισκόταν εκεί σαν αντιπρόσωπος του άρχοντα της Λέσβου Δορίνου Γατελούζου. Την εποχή εκείνη, ήμασταν όλοι ανάστατοι, γιατί προετοιμάζαμε το στρατό για την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης. Επίσης, την εποχή εκείνη είχε βυθιστεί απ’ τα πυροβόλα του Ρούμελη χασάρ ένα βενετικό πλοίο του καπετάν Ρίτσου. Ο καπετάν Ρίτσος είχε πιαστεί ζωντανός μαζί με μερικούς ναύτες του κι είχε σταλεί στην Αδριανούπολη. Ήρθαν διάφοροι πρεσβευτές και ζητούσαν την απελευθέρωσή του. Ο σουλτάνος δεν ήθελε να τον απελευθερώσει, όπως και δεν τον απελευθέρωσε, αλλά τελικά τον σκότωσε. Αυτό έκανε τα πράγματα δυσκολότερα κι έφερε τον πόλεμο κοντότερα[1].

Ιδιαίτερα τις μέρες εκείνες, είχε καταφύγει στην Αδριανούπολη ο μεγάλος χριστιανός μηχανικός ο Ούγγρος Ουρβανός. Θυμάμαι καλά, ότι ένας απ’ τους αυτόπτες μάρτυρες των πρώτων δοκιμών του τρομερού πυροβόλου που είχε κατασκευάσει ο Ουρβανός ήταν κι ο Μιχάλης Δούκας. Πρόσεξα, ότι το μεγάλο πυροβόλο και τα αποτελέσματα της δοκιμαστικής βολής του έκαναν μεγάλη εντύπωση στο Δούκα κι έφυγε σκεφτικός απ’ το δάσος της Αδριανούπολης όπου γίνονταν οι δοκιμές, για να γυρίσει στην πόλη.

Κάθε φορά που παρουσιάζονταν στο σουλτάνο, γονάτιζε μπροστά του, τον προσκυνούσε με σεβασμό, του φιλούσε το χέρι και τον προσφωνούσε με σταθερό τόνο και ωραίες λέξεις. Κάτι μου έλεγε μέσα μου, ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν πραγματικά ένας μεγάλος διπλωμάτης.

Το 1455, όταν πέθανε ο Δορίνος κι έγινε ηγεμόνας στη Λέσβο ο Δομένικος Γατελούζο, ήρθε πάλι ο Δούκας εδώ στην Κωνσταντινούπολη, σταλμένος απ’ το νέο άρχοντα, για να παραδώσει τους καθιερωμένους φόρους στο σουλτάνο. Ο σουλτάνος, όμως, αξίωνε όπως ο νέος ηγεμόνας παρουσιαστεί μπροστά του αυτοπροσώπως και τον προσκυνήσει. Ο έξυπνος Δούκας, πριν φύγει για τη Λέσβο για να παραλάβει και να φέρει τον ηγεμόνα του μπροστά στο σουλτάνο, έκανε μεγάλο αγώνα συναντώντας και μιλώντας σε μεγάλα πρόσωπα του σεραγιού, ώσπου να εξασφαλίσει εκατό στα εκατό τη ζωή και την ασφάλεια του ηγεμόνα του.

Πολλές φορές πάλι, ήρθε στην Κωνσταντινούπολη, αμέσως μετά την άλωση, για να εξαγοράσει διάφορους αιχμαλώτους και άλλους σκλάβους, για τους οποίους ενδιαφέρονταν ο ίδιος ή ο κύριός του.

Ο σουλτάνος, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, ήθελε να κυριέψει και τα λίγα νησιά του Αιγαίου που ανήκαν στους Λατίνους, γι’ αυτό και δημιουργούσε επεισόδια για να βρει αφορμή να τα επιτεθεί. Ο Δούκας όλο πηγαινοέρχονταν στην Κωνσταντινούπολη, δίνοντας εξηγήσεις και προσπαθώντας πάντοτε να βρίσκει μια λύση τέτοια που να λύνονται οι διαφορές, χωρίς να μπορεί ο σουλτάνος να πατήσει τα νησιά.

Και η αφορμή δεν άργησε νά ‘ρθει. Το 1458, ο Νικόλαος Γατελούζο σκότωσε τον αδελφό του Δομένικο, ηγεμόνα της Λέσβου κι έγινε αυτός ηγεμόνας. Αυτό δεν άρεσε καθόλου στο σουλτάνο και οι επεμβάσεις του στα νησιά έγιναν συχνότερες και εντονότερες, ώσπου, το Σεπτέμβριο του 1462, ισχυρές ναυτικές δυνάμεις μας πολιόρκησαν τη Μυτιλήνη. Ολόκληρος ο πληθυσμός, μαζί και πέντε χιλιάδες μαχητές, κλείστηκαν μέσα στην οχυρωμένη πόλη. Τα πλοία μας πολιόρκησαν το νησί κι ο στρατός μας με έφοδο κυρίεψε την πόλη. Υπερασπιστές και πληθυσμός σφάχτηκαν ή πουλήθηκαν σκλάβοι. Από τότε δεν ξαναείδα το Μιχάλη Δούκα. Έμαθα, ότι ήταν κι ο ίδιος κλεισμένος στη Μυτιλήνη την εποχή της πολιορκίας. Φαίνεται, πως ή θα σκοτώθηκε ή θα πουλήθηκε πουθενά μακριά σκλάβος και χάθηκε. Μάλλον, όμως, απ’ ό,τι γνωρίζω απ’ την ταχτική του στρατού μας και επειδή ήταν και γέρος τότε πια, θα σφάχτηκε οπωσδήποτε κατά την άλωση.

Σταμάτησε για λίγο, σα να ήθελε με τη σιωπή του να τιμήσει τη μνήμη ενός ανθρώπου που θαύμαζε, ο οποίος χάθηκε για το τίποτα και χωρίς λόγο και με σιγανή φωνή, κουνώντας το κεφάλι του, είπε.

-Ποιος δίνει έστω και μια πεντάρα, για ν’ αγοράσει ένα γέρο με άσπρα γένια, χωρίς σωματική δύναμη; Δυστυχώς, τον άνθρωπο τον μετράνε μόνο με τη σωματική του δύναμη και η αξία του παντού και ιδίως στο παζάρι κανονίζεται ανάλογα με τα μπράτσα του και την ηλικία του που φαίνονται. Το μυαλό του, η πείρα του και οι γνώσεις του, που δεν φαίνονται με τα κοινά μάτια, δεν λαμβάνονται υπόψη, γιατί, αυτοί που έχουν δύναμη να αγοράσουν, δεν έχουν μάτια να δουν. Όπως κι αυτοί που έχουν τόλμη και θράσος και καταστρέφουν δεν έχουν γνώσεις και ικανότητα να δημιουργήσουν.

Λέγοντας τα τελευταία αυτά λόγια, έφερε γύρω το βλέμμα του και κοίταξε στα μάτια τους νέους που τον άκουγαν.

-Από μικρός, συνέχισε ο Μεχμέτ, ήθελα κι εγώ να μάθω γράμματα. Να μπορώ να γράφω, να διαβάζω. Να γίνω σοφός. Δεν τα κατάφερα, όμως. Βλέπεις, τα γράμματα δεν πολυσυμβιβάζονται με το στρατιώτη. Ύστερα κι οι πόλεμοι και οι εκστρατείες δεν μ’ άφησαν ποτέ ήσυχο. Ακόμη κι όταν δεν είχαμε πόλεμο δικό μας, σχεδόν πάντοτε βρισκόμασταν σε μάχες. Πότε βοηθούσαμε τον ένα βασιλιά και πότε τον άλλο ηγεμόνα στις διαφορές που είχαν μεταξύ τους. Ακόμη, στέλναμε στρατό μας και βοηθούσε τους αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης, για να καταπνίξουν επαναστάσεις, να εξοντώσουν συγγενείς τους ή να διαλύσουν φατρίες, για να μπορέσουν να κρατήσουν τους θρόνους τους οι ίδιοι. Στο μεγάλο εμφύλιο πόλεμο του Ιωάννη Κατακουζηνού και του Ιωάννη Παλαιολόγου, ο σουλτάνος και οι διάφοροι μουσουλμάνοι εμίρηδες βοηθούσαν, πότε τον ένα και πότε τον άλλο. Με τους εμφύλιους πολέμους και τις φαγωμάρες των Βυζαντινών, κατορθώσαμε εμείς και πατήσαμε πόδι στην Ευρώπη. Πήραμε την Καλλίπολη, την Αδριανούπολη, τις πόλεις που είναι στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Κυριέψαμε τη Θράκη και προχωρήσαμε βαθύτερα στη Βουλγαρία και στη Σερβία. Κι αυτές οι διαμάχες τους, τους εξάντλησαν και μπορέσαμε εμείς και τους πήραμε την Πόλη. Αν οι άρχοντες του Βυζαντίου από παλιά δεν ήταν χωρισμένοι και αν η εκκλησία τους δεν συνταράζονταν από αιρέσεις και αφορισμούς και αν τελευταία δεν διαιρούνταν ο λαός σε ενωτικούς και ανθενωτικούς, όχι μόνο δε θα τους παίρναμε την Πόλη, αλλά ίσως να μας είχαν διώξει οριστικά κι απ’ την Ευρώπη.

Οι διαρέσεις τους αυτές ανάγκασαν πολλούς μεγάλους και έξυπνους ανθρώπους να φύγουν απ’ την Κωνσταντινούπολη και να σκορπίσουν εδώ και κει. Τέτοιους προσπάθησε να πάρει, όσους μπορούσε περισσότερους, κοντά του ο σουλτάνος.

Αυτοί οι άνθρωποι κίνησαν και το δικό μου ενδιαφέρον και κέντρισαν το ζήλο μου για μάθηση. Μου άρεσε να κάνω παρέα με ανθρώπους πολύξερους, διαβασμένους, όταν μπορούσα. Ήθελα να μάθω να διαβάζω κι εγώ. Να καταλαβαίνω τα βιβλία. Να γράφω στο χαρτί καθαρά και όμορφα, όπως ο Δούκας και οι πρεσβευτές των μεγάλων ηγεμόνων. Προσπάθησα αρκετά αλλά δεν κατάφερα μεγάλα πράγματα. Όταν οι άλλοι της ηλικίας μου, καλοδιαβασμένοι και ξεσχολιασμένοι, έρχονταν στο σεράι πρεσβευτές, εγώ τότε προσπαθούσα να μάθω να γράφω ένα-ένα τα γράμματα στο χώμα. Δεν σταμάτησα, όμως, την προσπάθειά μου. Όταν έπεσε η Πόλη, κάτι κατάφερνα. Η παρουσία μου στο παλάτι και η καθημερινή μου επαφή με μεγάλους ανθρώπους, συνέβαλε αρκετά στη βελτίωσή μου αυτή. Ήρθαν, όμως, στιγμές που ήθελα να ήμουν κι εγώ ένας απλός και αγροίκος στρατιώτης απ’ τα πιο απομακρυσμένα μέρη της Ασίας, για να μην ενδιαφέρομαι για τίποτα. Γιατί, όσο ο άνθρωπος καταλαβαίνει, τόσο περισσότερο βλέπει την αμάθειά του και τα χάλια του και στενοχωριέται. Όταν είδα την καταστροφή της Πόλης, στενοχωρέθηκα πάρα πολύ. Σιγά-σιγά, όμως, δικαιολόγησα στο μυαλό μου την καταστροφή εκείνη σαν αποτέλεσμα του πολέμου, σα συνέπεια μιας τρομερής εφόδου. Δεν μπόρεσα, όμως, ποτέ να δικαιολογήσω την ασυλλόγιστη και συστηματική καταστροφή των τόσων χιλιάδων πολύτιμων και σπάνιων βιβλίων που βρίσκονταν μέσα στην πόλη προσεχτικά φυλαγμένα επί τόσους αιώνες από ανθρώπους που γνώριζαν την αξία τους.

Εκεί υπήρχαν βιβλιοθήκες γεμάτες σπάνια βιβλία, φιλοσοφικά, νομικά, θεολογικά και άλλα. Βιβλία των πρώτων πατέρων και ιεραρχών της εκκλησίας των χριστιανών, βιβλία των αρχαίων Ελλήνων σοφών. Σπουδαία χειρόγραφα καλογήρων και πολλές μεταφράσεις ξένων σοφών[2]. Οι στρατιώτες μας τα έσκιζαν, τα έκαιγαν, τα κατέστρεφαν, σκορπίζοντας τα κομμάτια τους, άχρηστα πια, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Πραγματικά, όταν είδα τη συστηματική και βάρβαρη καταστροφή των βιβλίων, δεν ήξερα αν έπρεπε να λυπηθώ περισσότερο για το χαλασμό των αρχαίων εκείνων συγγραμμάτων ή να αισθανθώ οίκτο, για την αμάθεια και την άγνοια των καταστροφέων. Το να αρπάξουμε κάτι, γιατί έχει κάποια υλική αξία για μας, το καταλαβαίνω, αν και δεν το δικαιολογώ πάντοτε. Το να καταστρέψουμε, όμως, κάτι, μιας και δεν έχει καμιά υλική αξία για μας, είναι ακατανόητο και δεν το δικαιολογώ ποτέ.

Από κείνα, λοιπόν, τα βιβλία συγκέντρωσα κι εγώ μερικά κι απ’ αυτά προσπάθησα να μάθω κάτι. Πόσα πράγματα λένε τα βιβλία αυτά για τον άνθρωπο, την εξέληξή του, την ψυχή του, την ιστορία του! Για το καλό και το κακό. Για το δίκιο και την αδικία. Για τη φύση και τους νόμους της. Για τη ζωή και το θάνατο . . .

Υπάρχουν λαοί που πιστεύουν, ότι η γυναίκα δεν είναι ολοκληρωμένος άνθρωπος. Και υπάρχουν μουσουλμάνοι που παραδέχονται, ότι η γυναίκα δεν πάει μετά το θάνατο στον άλλο κόσμο και δεν έχει θέση στον παράδεισο. Ο παράδεισος λένε ότι είναι φτιαγμένος μόνο για τους άντρες. Και οι γυναίκες που τους περιμένουν εκεί, τα ουρί, είναι άλλες γυναίκες, παραδεισένιες κι όχι απ’ αυτές της γης. Η ζωή της γυναίκας τελειώνει εδώ στη γη με το θάνατο. Γι’ αυτό και τρέμουν οι γυναίκες τα γηρατειά και το θάνατο, ενώ οι άντρες πέφτουν χαρούμενοι και θαρραλέοι στη μάχη, αψηφώντας τον κίνδυνο, γιατί βιάζονται να φτάσουν στον παράδεισο και στην άλλη ζωή, που τους περιμένει πλούσια και χαρούμενη, με γλέντια, φαγητά και πανέμορφα ουρί.

Αυτά, όμως, είναι πράγματα που θα τα συζητήσουμε άλλη φορά. Εκείνο που θέλω να πω τώρα είναι ότι, τότε με την άλωση, ο στρατός μας κατέστρεψε τα πάντα. Ολόκληρα βοϊδάμαξα γεμάτα ανεκτίμητης αξίας βιβλία πουλιόταν για το τίποτα ή καίγονταν σε σωρούς. Αν τα βιβλία εκείνα συγκεντρώνονταν και διατηρούνταν, πόσο θησαυρό θα φυλάγαμε και θα παραδίναμε στις επόμενες γενεές . . . !

Όσοι χριστιανοί κατάφεραν τότε, αγόρασαν βιβλία και τα φύλαξαν. Πολλοί, ίσως να τα πούλησαν αργότερα και να ξαναέγιναν πλούσιοι. Γιατί, πολλά απ’ αυτά ήταν αρχαία, σπανιότατα και ανεκτίμητα. Και όσοι είχαν την υπομονή και τη θέληση, να τα διαβάσουν και να τα μελετήσουν, έγιναν μεγάλοι και σοφοί άνθρωποι. Και, για να λέμε και την αλήθεια, οι Έλληνες και οι χριστιανοί έχουν και τη θέληση και την υπομονή για να τα διαβάσουν και το μυαλό για να τα καταλάβουν. Γι’ αυτό και γίνονται σπουδαίοι κι έξυπνοι και ευχαρίστως τους παραδίνουμε τα πιο μεγάλα πόστα της διοίκησης του κράτους μας, για να τα κουμαντάρουν αυτοί για λογαριασμό μας.

Ο Μωάμεθ γνώριζε την εξυπνάδα αυτή των Ελλήνων και των χριστιανών, τους θαύμαζε και ζηλότυπα έκρυβε μέσα του το θαυμασμό του γι’ αυτούς.

Όταν κάποτε γυρίζαμε απ’ την Ασία και φτάσαμε κοντά στο Βόσπορο, με πλησίασε με το άλογό του καθώς καλπάζαμε και μου είπε: ‘’Έξυπνοι άνθρωποι αυτοί οι Έλληνες, Μεχμέτ. Με κάθε τρόπο, πρέπει να πάρουμε κοντά μας πολλούς απ’ αυτούς και τους πιο έξυπνους.’’

-Είπε έτσι ο μεγάλος μας αφέντης; ρώτησε μ’ απορία ένας άλλος ψηλός σγουρομάλλης γενίτσαρος απ’ τη Σμύρνη.

-Είπε και τό ‘κανε, πρόσθεσε ο Μεχμέτ. Όλοι ξέρουμε τη μεγάλη αξία, την άφταστη τόλμη, την αγνή πίστη στον Προφήτη και την πραγματική αφοσίωση στο σουλτάνο του μεγάλου βεζίρη Μαχμούτ πασά, που τώρα αρχηγός εκατό χιλιάδων στρατιωτών βαδίζει προς την Καραμανία, για να εκτελέσει τις διαταγές του σουλτάνου και να λαμπρύνει τη μεγάλη μας αυτοκρατορία. Ο πιστός αυτός Οθωμανός, ο μεγάλος κι ένδοξος στρατηγός κι ένας απ’ τους διαλεχτούς κι έμπιστους φίλους του πολυχρονεμένου μας σουλτάνου, προέρχεται από ελληνική οικογένεια. Ήταν κι αυτός στην αρχή γενίτσαρος σαν και σας. Όμως, μέσα στη φλέβα του είχε κάτι διαφορετικό, κάτι ανήσυχο, κάτι που τον έκανε να ξεχωρίζει απ’ τους άλλους. Αυτό το είδε ο σουλτάνος και τον προώθησε στα αξιώματα. Στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης έδειξε την ανδρεία του και την αφοσίωσή του προς το Μωάμεθ. Έγινε μετά μπελήρμπεης της Ρούμελης. Κι αργότερα, δυο φορές μεγάλος βεζίρης. Μια φορά λίγο μετά την άλωση, όταν διώχτηκε απ’ τη βεζιρία ο Χαλλίλ πασάς κι έμεινε στο μεγάλο αυτό αξίωμα ως το 1467 και δεύτερη φορά το 1472. Δηλαδή, εδώ και ένα χρόνο περίπου. Πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο σουλτάνο για την κατάκτηση της Σερβίας, της Βοσνίας και της Εύβοιας[3].

Ο Μωάμεθ πίστευε ότι οι αλλαξοπιστούντες χριστιανοί είναι ικανότεροι και θερμότεροι ζηλωτές της νέας θρησκείας και της νέας κατάστασης των πραγμάτων, γι’ αυτό, όσους απ’ αυτούς διακρίνονταν στην εξυπνάδα και στο θάρρος, τους προτιμούσε για συνεργάτες του και τους προωθούσε στα ανώτατα αξιώματα. Τους έκανε στρατηγούς, μπεληρμπέηδες, πασάδες, μεγάλους βεζίρηδες. Όλοι οι μεγάλοι βεζίρηδες του σουλτάνου μας ως τώρα, εκτός απ’ το Χαλλίλ πασά, είναι εξισλαμισθέντες χριστιανοί. Έλληνες είναι ο Μαχμούτ πασάς κι ο Ρουμ Μεχμέτ πασάς και Αλβανοί είναι ο Ισαάκ πασάς και ο Κεδίκ Αχμέτ πασάς[4].

Μάλιστα, λέγεται, ότι είπε κάποτε ο σουλτάνος ότι τη μεγάλη βεζιρία θα την δίνει μόνο σε εξισλαμισθέντες χριστιανούς. Και πραγματικά, ως τώρα κράτησε το λόγο του. Και δεν νομίζω ότι έπεσε έξω[5].

Όλα τα ζητήματα δεν γίνονται πάντοτε με το γιαταγάνι. Πολλά θέλουν εξυπνάδα, ευστροφία, πονηριά. Κι αυτά τα χαρίσματα τα έχουν μόνο οι διαβασμένοι άνθρωποι. Οι άνθρωποι που ξοδεύουν περισσότερο καιρό για να ερευνήσουν τα μυστικά της ζωής και του κόσμου και λιγότερο για να ακονίσουν και να γυαλίσουν το γιαταγάνι τους.

Και, σα να ήθελε να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα, είπε εμφαντικά.

-Πραγματικά, όπως αποδείχτηκε, τέτοια χαρίσματα έχουν περισσότερο οι ΄Ελληνες και οι χριστιανοί. Ποιοι άλλοι θα μπορούσαν, τόσο λίγοι, να κρατήσουν μια αβάσταχτη πολιορκία τριακοσίων πενήντα χιλιάδων στρατού τόσον πολύ καιρό;

-Νικήσαμε, όμως, νίκη μεγάλη, είπε ο στρατιώτης απ’ τη Σμύρνη.

-Το ότι κυριέψαμε την Κωνσταντινούπολη ήταν πραγματικά πολύ σπουδαίο γεγονός. Όταν, όμως, τριακόσιες πενήντα χιλιάδες πολεμιστές, ύστερ’ από προσπάθειες πενήντα δυο ημερών, νικούν εννέα χιλιάδες πολιορκημένους, δεν θεωρείται μεγάλη νίκη.

-Είναι σίγουρο, ότι μόνο τόσοι λίγοι ήταν οι υπερασπιστές της Πόλης; ξαναρώτησε ο σγουρομάλλης στρατιώτης.

-Είναι βεβαιότατο, απάντησε ο Μεχμέτ. Το εξακριβώσαμε από πολλές πηγές. Όπως ανέθεσε σε μένα ο σουλτάνος να καταγράψω όλο το στρατό μας στην Αδριανούπολη πριν ξεκινήσουμε για την πολιορκία, έτσι κι ο αυτοκράτορας ανέθεσε σ’ ένα δικό του άρχοντα και στενό του φίλο, το λογοθέτη Γεώργιο Φραντζή, να καταγράψει εφτά χιλιάδες Βυζαντινούς και περίπου δυο χιλιάδες Λατίνους στρατιώτες. Οι αριθμοί αυτοί κρατήθηκαν τότε μυστικοί και δεν ήξερε κανένας άλλος στην Κωνσταντινούπολη, εκτός απ’ το Φραντζή και τον αυτοκράτορα, πόση ήταν η πραγματική αριθμητική δύναμη των υπερασπιστών. Όλοι νόμιζαν, ότι η Πόλη είχε στρατό πολύ περισσότερο. Ακόμη κι εμείς απέξω, δεν τους υπολογίζαμε λιγότερους από πενήντα χιλιάδες. Μάλιστα, μόλις πατήσαμε τα τείχη και ξεχυθήκαμε στην πόλη, οι πασάδες έδωσαν διαταγή να σφάζονται αμέσως κι αδιάκριτα όλοι οι στρατιώτες των εχθρών που θα συναντά στο δρόμο του ο στρατός μας. Και τούτο, για να λιγοστεύουν όσο το δυνατό γρηγορότερα, ώστε προχωρώντας πιο μέσα στην πόλη να έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε όσο το δυνατόν πιο λίγους. Υπολογίζεται ότι, ώσπου να ανακαλύψουμε ότι δεν υπήρχε άλλος στρατός στην πόλη, εκτός απ’ αυτούς που πολεμούσαν στις επάλξεις, σκοτώθηκαν πάνω από δυο χιλιάδες στρατιώτες, οι οποίοι, φεύγοντας απ’ τα τείχη, έπεφταν διασκορπισμένοι επάνω στα πολυάριθμα δικά μας τμήματα που είχαν κατακλύσει τα πάντα. Αν το ξέρανε αυτό οι πασάδες, δε θα άφηναν να σκοτωθεί κανένας, αλλά θα τους έπιαναν όλους ζωντανούς και θα τους πουλούσαν σκλάβους, όπως πούλησαν πενήντα και πάνω χιλιάδες λαού της Κωνσταντινούπολης στα διάφορα μέρη της Ασίας. Δυο χιλιάδες σκλάβοι ήταν αρκετά χρήματα για να συγκρατήσουν το ξίφος των στρατιωτών μας. Όταν το πήραν είδηση, ήταν αργά.

Απ’ τα χαρτιά, λοιπόν, του Φραντζή κι απ’ ό,τι είδαμε και με τα μάτια μας, διαπιστώσαμε σίγουρα, ότι οι υπερασπιστές της πόλης ήταν μόνο εννέα χιλιάδες.

-Κι ο Φραντζής, που γνώριζε καθαρά τη δύναμη των υπερασπιστών και την αντοχή της πόλης, δεν έφυγε νωρίτερα όσο ήταν καιρός έξω απ’ αυτή για να σωθεί; ρώτησε ένας γενίτσαρος απ’ τα μέρη της Προύσας.

-Ο Φραντζής ήταν στενός φίλος του τελευταίου αυτοκράτορα. Μάλιστα, λίγο νωρίτερα, τις μέρες που πέθανε ο Μουράτ κι έγινε σουλτάνος ο Μωάμεθ, ο Φραντζής βρίσκονταν στα μέρη της Τραπεζούντας και της Ιβηρίας, σταλμένος απ’ τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο στα βασίλεια εκείνα, για να του βρει νύφη. Το φθινόπωρο δε του 1451 είχε κλειστεί το συνοικέσιο με την όμορφη Αικατερίνη, κόρη του βασιλιά της Ιβηρίας κι είχε κανονιστεί να γίνει ο γάμος το ερχόμενο καλοκαίρι. Με την απόφαση, όμως, του σουλτάνου να χτυπήσει την Κωνσταντινούπολη, τα πράγματα για τον αυτοκράτορα έγιναν δύσκολα κι ο γάμος δεν έγινε ποτέ. Η όμορφη κόρη του βασιλιά της Ιβηρίας παντρεύτηκε αργότερα τον Τουρκομάνο Ουζούρ Χασάν. Τον επαναστάτη αυτόν, που πάει τώρα να τιμωρήσει ο Μαχμούτ πασάς.

-Δηλαδή, είπε ένας γενίτσαρος, η όμορφη βασιλοπούλα της Ιβηρίας και τότε ήταν άτυχη με τον Κωνσταντίνο και τώρα δε θα έχει καλή τύχη με τον Ουζούν Χασάν.

-Δεν ξέρεις, όμως, πρόσθεσε ένας άλλος, μπορεί να βρεθεί και κάποιος συμβιβασμός. Τέτοιες διαφορές δεν λύνονται πάντοτε και οπωσδήποτε με το γιαταγάνι.

Τόνισε κάπως ο γενίτσαρος τις τελευταίες του λέξεις, σα να ήθελε να πειράξει το γερο-Μεχμέτ ή να υπογραμμίσει σ’ όλους την προσοχή που δίνει στα λόγια του.

-Και ο Φραντζής τι έγινε; ξαναρώτησε με περιέργεια ο στρατιώτης απ’ την Προύσα. Έφυγε απ’ την πόλη;

-Όχι, είπε ο Μεχμέτ. Ο Φραντζής, παρ’ ότι γνώριζε την πραγματικότητα, έμεινε στην πόλη και πολέμησε ως το τέλος. Πιάστηκε αιχμάλωτος και πουλήθηκε στη Σπάρτη. Ύστερ’ από δεκαπέντε μήνες, φίλοι του πλήρωσαν λύτρα και τον απελευθέρωσαν. Η γυναίκα του και τα παιδιά του πουλήθηκαν σκλάβοι σ’ ένα ηλικιωμένο αντρόγυνο Τούρκων και μετά αγοράστηκαν απ’ τον αρχισταυλάρχη του σουλτάνου. Τότε, οι πασάδες και οι μεγάλοι άρχοντες, καθώς και οι πλούσιοι Οθωμανοί, διάλεγαν κι αγόραζαν σκλάβους που προέρχονταν από αρχοντικές και μεγάλες οικογένειες της Κωνσταντινούπολης. Μετά, τους μεταπουλούσαν και κέρδιζαν πολλά χρήματα. Ο σουλτάνος, επειδή έμαθε ότι τα παιδιά του Φραντζή ήταν πολύ ωραία, τα αγόρασε για το χαρέμι του. Ο τότε δεκαπεντάχρονος, όμως, γιος του Ιωάννης δεν δέχτηκε να μπει στο χαρέμι του σουλτάνου και προτίμησε το θάνατο. Ένα βράδυ, ο σουλτάνος εξοργίστηκε τόσο πολύ μαζί του, που τράβηξε ο ίδιος το σπαθί του και τον σκότωσε. Ο Φραντζής, όταν απελευθερώθηκε, πήγε στον τότε δεσπότη της Πελοποννήσου Θωμά Παλαιολόγο, αδελφό του αυτοκράτορα. Από κει προσπάθησε και βρήκε τη γυναίκα του και τη μικρή του κόρη Θαμάρ, τις οποίες κατάφερε να εξαγοράσει. Τη μικρή Θαμάρ που ήταν πολύ όμορφη ο σουλτάνος την πήρε στο χαρέμι του. Ήταν τότε μόνο δεκατεσσάρων χρονών και τον ίδιο χρόνο (1454) πέθανε απ’ τη στενοχώρια της. Ο Φραντζής έμεινε κοντά στο Θωμά Παλαιολόγο μέχρι το 1460, οπότε ο Μωάμεθ κατέλαβε το δεσποτάτο της Πελοποννήσου. Τότε έφυγε στην Ιταλία και πήγε στη Βενετία και στη Ρώμη. Τελευταία μάθαμε από Λατίνους εμπόρους και ναυτικούς, ότι απ’ το 1462 κατέφυγε στην Κέρκυρα κι έγινε καλόγερος στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Σήμερα, αν ζει, θα είναι περίπου εβδομήντα χρονών[6].

Θα πρέπει να είσαστε περίπου ίδια ηλικία, είπε ένας στρατιώτης.

-Περίπου, απάντησε μονολεκτικά ο Μεχμέτ. Κι αμέσως συνέχισε. Πολύ θα ήθελα να τον συναντήσω. Όχι σα φίλο. Ούτε σαν εχθρό. Απλώς σαν άνθρωπο. Πολύ προσπάθησα τότε, τον πρώτο καιρό μετά την άλωση να τον βρω, αλλά δεν μπόρεσα. Έχω ακούσει πάρα πολλά γι’ αυτόν τον άνθρωπο και νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να τον ανταμώσω.

Σώπασε για λίγο και μετά πρόσθεσε στοχαστικά.

-Οι αλλόθρησκοι και οι αλλοεθνείς γίνονται εχθροί ή φίλοι. Οι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι, γιατί η ανθρωπιά τους ποτέ δεν τους χωρίζει.

-Πού πολεμούσε ο Φραντζής; ρώτησε ο νεαρός στρατιώτης απ’ την Προύσα.

-Να, εδώ σ’ αυτά τα μέρη, είπε ο Μεχμέτ κι έδειξε ένα γύρω με το χέρι του προς το παραλιακό τμήμα των χερσαίων τειχών, ανάμεσα στην κοιλάδα του Λύκου και στη θάλασσα του Κερατίου. Τελευταία, τον είδα να πολεμά κοντά στην πύλη της Καλλιγαρίας. Απέναντί του είχε τα στρατεύματα του μπελήρμπεη της Ρούμελης, του Καρατζά πασά. Ήταν γενναίος, σοβαρός και έξυπνος. Ήταν διαβασμένος άνθρωπος. Είχε μεγαλώσει στο παλάτι του δεσπότη της Πελοποννήσου κι είχε τους ίδιους δασκάλους που είχε κι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος. Δεν ήταν οποιοσδήποτε. Και απορώ, πρόσθεσε, πώς ο σουλτάνος δεν ενδιαφέρθηκε τότε να τον βρει και να τον ελευθερώσει, έναν τόσο έξυπνο και δυναμικό άνθρωπο! . . .

-Πώς έγινε η μεγάλη έφοδος; ρώτησε ο μελαχρινός γενίτσαρος απ’ τη Μαγνησία και πρόσθεσε με κάποια υστεροβουλία. Θυμάσαι τίποτα από κείνες τις ώρες;

Αυτό το έκανε, για να κεντρίσει περισσότερο τον εγωισμό του Μεχμέτ. Πίστευε, πως θα τον ανάγκαζε μ’ αυτόν τον τρόπο ν’ αρχίσει τη διήγηση αμέσως, παρά να δείξει πως η μνήμη του δεν λειτουργεί καλά και να παραδεχτεί ότι δεν θυμάται τίποτα πια απ’ την έφοδο.

Ο Μεχμέτ κατάλαβε αμέσως την κρυφή σκέψη του νεαρού και με κάποια έκδηλη ευχαρίστηση του είπε.

-Χαίρομαι στ’ αλήθεια που σε βλέπω να γίνεσαι όλο και πιο έξυπνος. Φαίνεται, πως κι οι απλές αυτές διηγήσεις μου σε κάτι ωφελούν. Αυτό με κάνει πραγματικά χαρούμενο και περήφανο και μου δίνει κουράγιο νά ‘ρχομαι εδώ και να σας διηγούμαι παλιές ιστορίες και να συζητώ μαζί σας για διάφορα πράγματα. Ο τρόπος με τον οποίο προσπαθείς να με φέρεις στο φιλότιμο ή καλύτερα, να με ξεγελάσεις για να συνεχίσω τις ιστορίες μου, δεν είναι και τόσο κολακευτικός για μένα. Μ’ αρέσει, όμως, γιατί δείχνει το ενδιαφέρον σου για την Ιστορία απ’ τη μια και φανερώνει απ’ την άλλη, ότι η εξυπνάδα και η ευστροφία άρχισαν να αναπτύσσονται στο μυαλό σου.

Ο Μεχμέτ στήριξε κάπως καλύτερα την πλάτη του στον πυκνό θάμνο που ακουμπούσε κι άρχισε.

-Ήταν κατά τις δυο η ώρα τα ξημερώματα όταν δόθηκε η διαταγή της εφόδου. Απ’ το βράδυ ακόμη, ήταν όλα έτοιμα κι ο στρατός απ’ τις πρώτες ώρες μετά τα μεσάνυχτα είχε ετοιμαστεί κι είχε παραταχτεί και σιωπηλά περίμενε τη διαταγή για να ορμήσει. Τα μεγάλα πυροβόλα μας έβαζαν τις τελευταίες μέρες ασταμάτητα κι είχαν ανοίξει μεγάλα ρήγματα στα τείχη. Ιδίως στο τμήμα της πύλης του Ρωμανού, της πύλης του Χαρισίου και της πύλης της Καλιγαρίας. Ο σουλτάνος παρέταξε το στρατό του σε τρεις αλλεπάλληλες σειρές. Ή καλύτερα, σε τρία κύματα εφόδου. Το πρώτο κύμα έκανε και την πρώτη έφοδο. Το τμήμα αυτό είχε βέβαια αρκετούς μουσουλμάνους αλλά είχε και πάρα πολλούς χριστιανούς. Γερμανούς, Λατίνους, Ούγγρους, Έλληνες, Σέρβους, Βοημούς, Βουλγάρους και άλλους. Απ’ αυτούς, άλλοι μεν αναγκάστηκαν νά ‘ρθουν να πολεμήσουν κατά της Κωνσταντινούπολης, γιατί οι ηγεμόνες τους ήταν υποτελείς στο σουλτάνο κι είχαν τέτοιες συνθήκες μαζί του, που ήταν υποχρεωμένοι να στείλουν στρατό στον αφέντη τους κάθε φορά που τους το ζητούσε, άλλοι ήρθαν από δική τους καθαρά θέληση και κατατάχτηκαν στο στρατό του Μωάμεθ, γιατί δεν μπορούσαν να υποφέρουν άλλο τη βαριά καταπίεση και τη συστηματική εκμετάλλευση που τους έκαναν οι άρχοντές τους και οι μεγάλοι γεοκτήμονες των πατρίδων τους και άλλοι βρέθηκαν στο στρατό μας σπρωγμένοι από μια ακατάσχετη ελπίδα εύκολου κέρδους. Η λεηλασία και η λαφυραγωγία μιας τόσο πλούσιας και ξακουστής πόλης είχε τραβήξει πολλούς καιροσκόπους χριστιανούς με το μέρος μας. Όλους αυτούς, μαζί με λιγοστά οθωμανικά τμήματα που είχαν ελαφρύ οπλισμό και κακή εκπαίδευση, τους τοποθέτησε ο Μωάμεθ στο πρώτο κύμα της εφόδου. Το κύμα αυτό, το οποίο ήταν πολυπληθέστατο, είχε σκοπό να δοκιμάσει τη δυναμικότητα των αμυνομένων, να τους κουράσει και να τους κάνει να εξαντλήσουν και τα εφόδιά τους και την αντοχή τους.

-Κι επιπλέον, προκειμένου να σκοτωθούν δυνατοί και γυμνασμένοι στρατιώτες και να χυθεί οθωμανικό αίμα, ας σκοτωθεί πρώτα η σαβούρα κι ας χυθεί αίμα χριστιανικό. Πρόσθεσε ένας γενίτσαρος σε τόνο ημιαστειότητας.

-Η απέραντη εκείνη θάλασσα των μαχητών του πρώτου κύματος, συνέχισε ο Μεχμέτ, ξεκίνησε με φωνές κι αλαλαγμούς και, όπως ήταν όλοι ελαφρά οπλισμένοι, γρήγορα έφτασαν κοντά στα τείχη. Από απόσταση βολής τόξου, άρχισαν να ρίχνουν μ’ όλα τους τα όπλα εναντίον των αμυνομένων και με γρήγορα άλματα πλησίασαν τα τείχη, ύψωσαν χιλιάδες πρόχειρες σκάλες και άρχισαν με πείσμα να σκαρφαλώνουν προς την κορυφή των τειχών, πατώντας ο ένας πάνω στον άλλο. Οι αμυνόμενοι, όμως, από πάνω τους γκρέμιζαν τις σκάλες και τους έριχναν όλους στο κενό. Τους χτυπούσαν με βροχή από βέλη ή τους έκαιγαν με αναμμένο θιάφι. Ο χαλασμός του πολέμου ήταν μεγάλος. Η ορμή των επιτιθέμενων λυσσαλέα, αλλά και το πείσμα των αμυνομένων αλύγιστο. Για μια στιγμή, η επίθεση φάνηκε πως χάνει την ορμή της και εξασθενεί. Πολλοί απ’ τους επιτιθέμενους, αδύνατοι πια να προχωρήσουν, έφευγαν απ’ το χώρο της μάχης. Αλλ’ όσοι οπισθοχωρούσαν χωρίς διαταγή, σφάζονταν αμέσως απ’ το δεύτερο κύμα που περίμενε πίσω τους. Έτσι, αναγκάζονταν να ξαναγυρίσουν στη μάχη και να πεθάνουν μπροστά στα τείχη πολεμώντας. Η πρώτη φάση της εφόδου κράτησε περίπου μια με δυο ώρες[7].

Κάποτε, ο σουλτάνος επέτρεψε να αποσυρθεί το πρώτο κύμα απ’ τη μάχη. Όσοι είχαν επιζήσει έφυγαν πίσω κι επιτέθηκε το δεύτερο κύμα. Ο Μωάμεθ βρισκόταν κοντά στην πύλη του Ρωμανού και, δίνοντας τη διαταγή της εφόδου στο δεύτερο κύμα, φώναξε προς τους στρατιώτες: ‘’Εμπρός, αγαπητά μου παιδιά. Είναι καιρός να επιδείξετε την ανδρεία σας.’’ Ενισχυμένοι απ’ τα λόγια αυτά του σουλτάνου και ξεκούραστοι όπως ήταν οι ασπιδοφόροι στρατιώτες του, με δυνατές φωνές και πολύ θόρυβο, όρμησαν στα τείχη.

Οι στρατιώτες του δεύτερου κύματος ήταν καλά γυμνασμένοι και καλά οπλισμένοι και με το σπαθί στο χέρι χύθηκαν σα λιοντάρια στα πιο κρίσιμα σημεία της άμυνας, για να σπάσουν και ν’ ανοίξουν πέρασμα και δρόμο για την πόλη. Τα πυροβόλα, όμως, των αμυνομένων και οι διάφοροι καταπέλτες έριχναν βλήματα και σωρούς πέτρες από ψηλά απ’ τις επάλξεις πάνω στα πλήθη των στρατιωτών μας και τους σκότωναν ή τους αχρήστευαν ομαδικά. Οι αμυνόμενοι πολεμούσαν με λύσσα κι η μάχη ήταν φονικότατη. Σε πολλά σημεία, ο χαλασμός ήταν απερίγραπτος. Οι σωροί των σκοτωμένων υψώνονταν με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς να γίνεται καμιά απολύτως πρόοδος. Τα ρήγματα που είχαν ανοίξει τα κανόνια μας ήταν απόρθητα. Κι απ’ τις δυο μεριές οι πολεμιστές, αν δεν ζητούσαν το θάνατο, οπωσδήποτε δεν τον φοβόταν καθόλου.

Όταν ο σουλτάνος είδε, ότι είναι αδύνατο το πέρασμα του στρατού μας από τα υπάρχοντα ρήγματα, διέταξε το μεγάλο πυροβόλο, που στο μεταξύ είχε μεταφερθεί τη νύχτα πιο κοντά στην πύλη του Ρωμανού, να βάλει πάνω στο ρήγμα και μέσα στο σωρό των μαχομένων. Εκκωφαντικός κρότος κάλυψε την οχλοβοή της μάχης. Το μεγάλο πέτρινο βλήμα πέτυχε στο στόχο του. Έπεσε πάνω στα χαλάσματα του παλιού ρήγματος και μέσα στο σωρό των μαχομένων, στέλνοντας με μιας πολλούς κι απ’ τους δυο αντιπάλους στον άλλο κόσμο. Κανένα, όμως, θετικό αποτέλεσμα. Η επίθεση του δεύτερου κύματος συνεχίστηκε και την υπεροχή και πάλι διατήρησαν οι αμυνόμενοι. Ο Μωάμεθ στενοχωρέθηκε με τις μεγάλες απώλειες που πάθαινε ο στρατός του. Θύμωσε με τα αποτελέσματα των δύο επιθέσεων στο σημείο αυτό που είχε υπό την άμεση αρχηγία του και στο οποίο είχε συγκεντρώσει όλες του τις προσπάθειες. Ταυτόχρονα, ήρθαν αγγελιοφόροι απ’ τον Καρατζά πασά και το Ζαγανό πασά και είπαν ότι κι εκείνοι δεν κατάφεραν ακόμη τίποτα και ότι έχουν μεγάλες επώλειες. Ο Καρατζάς, που πολεμούσε προς βορρά της πύλης του Αδριανού, είχε συγκεντρώσει την προσοχή του σ’ ένα ρήγμα που είχε ανοίξει το πυροβολικό, ανάμεσα στην πύλη αυτή και στο ανάκτορο του Πορφυρογέννητου, χωρίς να κατορθώσει τίποτα. Στο σημείο αυτό, πολεμούσαν οι τρεις Ιταλοί αδελφοί Μποκκιάρδη και δίπλα τους ο Βενετός βαΐλος Μηνώτος[8]. Ο Ζαγανός ειδοποίησε ότι ο στρατός του εξαντλείται χωρίς να κατορθώνει τίποτα κι ότι όλες οι έφοδοί του αποκρούονται απ’ το φοβερό Βενετό πολεμιστή Τρεβηζάνο.

Τότε, οργισμένος ο Μωάμεθ διέταξε να επιτεθεί το τρίτο κύμα. Οι γενίτσαροι. Ο ίδιος είχε κοντά του δώδεκα χιλιάδες καλά γυμνασμένους, καλά οπλισμένους και προπαντός θαρραλέους κι αποφασιστικούς γενιτσάρους. Οι στρατιώτες εκείνοι, που περίμεναν με γυμνά σπαθιά απέναντι απ’ την τάφρο, έδιναν θάρρος ο ένας στον άλλο και φώναζαν δυνατά: ‘’Παιδιά του Μωάμεθ, γεμίστε από χαρά. Αύριο θα έχουμε στα χέρια μας τόσους χριστιανούς, που, πουλώντας τους ένα δουκάτο τους δυο, θα γεμίσουμε χρυσό. Θα γίνουμε πλούσιοι. Απ’ τα γένια των Ελλήνων θα πλέξουμε σχοινιά, για να δένουμε τους σκλάβους μας. Οι γυναίκες τους όλες και οι θυγατέρες τους θα γίνουν δούλες μας. Παιδιά, λοιπόν, του Μωάμεθ, γεμίσετε από χαρά και χαρούμενοι θελήσετε, αν χρειαστεί, να πεθάνετε για την αγάπη του μεγάλου μας σουλτάνου[9].’’ Τότε, όλοι μαζί όρμησαν στη μάχη με τέτοιες κραυγές και αλαλαγμούς, που ακούγονταν μέχρι δώδεκα μίλια μακριά μέσα στις ασιατικές ακτές. Η ασυγκράτητη ορμητικότητα και οι φοβερές κραυγές των γενιτσάρων, πτόησαν τους υπερασπιστές και πανικόβαλαν το λαό της Πόλης. Οι καμπάνες χτυπούσαν στην πόλη και δεν σταμάτησαν ως το πρωί.

Για μια στιγμή, είδαμε ότι λυγούσε η αντίσταση των αμυνομένων σ’ ένα σημείο του ρήγματος του τείχους. Μετά μάθαμε, ότι εκεί πολεμούσε ο Γενουάτης στρατηγός Ιωάννης Ιουστινιάνης κι εκείνη τη στιγμή είχε τραυματιστεί και είχε φύγει απ’ τη μάχη. Μόλις έφυγε αυτός, άρχισαν να φεύγουν κι οι στρατιώτες του και η αντίσταση στο σημείο εκείνο κλονίστηκε.

Ο Μωάμεθ στεκόταν στο απέναντι χείλος της τάφρου που είχαν οι Βυζαντινοί σκαμμένη μπροστά στα τείχη. Γύρω του ήμασταν αρκετοί και παρακολουθούσαμε τη μάχη. Μόλις διέκρινε την υπεροχή του στρατού μας στο σημείο εκείνο, τράβηξε το σπαθί του κι έτρεξε πρώτος να περάσει στο απέναντι μέρος της τάφρου, φωνάζοντας στα τμήματα των γενιτσάρων που περίμεναν τη διαταγή του: ‘’Το τείχος είναι γυμνό αμυντόρων. Οι εχθροί δεν μπορούν να μας αντιμετωπίσουν άλλο. Είμεθα, ω φίλοι, κύριοι της Πόλης. Λίγος κόπος ακόμη χρειάζεται προς το έργο, με ψυχή και δύναμη. Αναδειχθείτε άντρες γενναίοι κι εγώ είμαι μαζί σας.’’ Και, λέγοντας αυτά όρμησε πρώτος αυτός και πίσω του όλοι οι γενίτσαροι κι εμείς οι ακόλουθοί του[10].

Νωρίτερα, πριν αρχίσει η έφοδος, ο σουλτάνος είχε υποσχεθεί μεγάλη αμοιβή και τιμές πολλές σ’ όποιον μαχητή θα κατάφερνε ν’ ανεβεί πρώτος στα εχθρικά τείχη. Αυτό το κατόρθωσε ένας μεγαλόσωμος πολεμιστής απ’ την Ασία, που ονομαζόταν Χασάν Ουλούμπαντζι και κατάγονταν απ’ το Λοπάδι της Βιθυνίας. Υπηρετούσε στη στρατιά του Ζαγανού. Ο γενίτσαρος αυτός με το γιγάντιο ανάστημα ύψωσε την ασπίδα με το αριστερό του χέρι πάνω απ’ το κεφάλι του και, κρατώντας το ξίφος του στο δεξιό, όρμησε μέσα στο ρήγμα και κατάφερε πολεμώντας ν’ ανεβεί πάνω στα χαλάσματα του τείχους. Γύρω του γινόταν φοβερή πάλη. Ύστερ’ απ’ αυτόν και με την προστασία τη δική του, κατάφεραν να σκαρφαλώσουν επάνω στα χαλάσματα κι άλλοι δεκαοχτώ γενίτσαροι. Μια ομάδα Ελλήνων έστρεψε την προσοχή της κατά του Χασάν και των συντρόφων του. Η μάχη ήταν λυσσαλέα. Μια μεγάλη πέτρα των αμυνομένων χτύπησε το Χασάν και τον έριξε κάτω. Αλλά και γονατιστός εκείνος, κρατώντας προκάλυμμα την ασπίδα του, συνέχισε να πολεμά, ώσπου τα πολλαπλά τραύματα που του προξένησαν τα βέλη και οι πέτρες των Ελλήνων τον παράλυσαν και ξεψύχησε. Παρά το φριχτό θάνατο του Χασάν, ο αγώνας συνεχίστηκε κι οι υπερασπιστές της πόλης άρχισαν να υποχωρούν. Οι σημαίες μας ξεπρόβαλαν και κυμάτιζαν εδώ και κει στους πύργους των τειχών. Τα μικρά τουρκικά τμήματα, που είχαν περάσει απ’ την Κερκόπορτα κι είχαν μπει μέσα στα τείχη, κατέβασαν τις σημαίες του αυτοκράτορα και του δόγη της Βενετίας και ύψωσαν τα μπαϊράκια του σουλτάνου. Αυτό προξένησε πανικό κι ένας παράξενος βόγγος σα βρυχηθμός λαβωμένου λιονταριού βγήκε απ’ τα σπλάχνα της πόλης και κατέκλυσε τους ορίζοντες. Ήταν η απόγνωση κι ο θρήνος του λαού. Ήταν ο τρόμος και η φρίκη του πληθυσμού, που έβλεπε το τέλος του να πλησιάζει. Ήταν ο τελευταίος επιθανάτιος στεναγμός της χιλιόχρονης βασιλεύουσας που ξεψυχούσε. Οι λιγοστοί Τούρκοι που μπήκαν απ’ την Κερκόπορτα κατάφεραν γρήγορα ν’ ανοίξουν από μέσα τις πύλες των τειχών απ’ όπου σα χείμαρος όρμησαν μέσα οι στρατιώτες μας.

Μυστήριο παραμένει ακόμη το πώς βρέθηκε η μικρή εκείνη πόρτα, η Κερκόπορτα, αφύλαχτη κι ανοιχτή. Δεν μπορεί κανείς να πιστέψει εύκολα, ότι οι Βυζαντινού στρατηγοί, που επέβλεψαν απ’ την αρχή της πολιορκίας και φρόντισαν συστηματικά για την αντοχή και την ασφάλεια των τειχών, να παράβλεψαν τη μικρή αλλά επικίνδυνη εκείνη πόρτα. Τότε διαδόθηκε, ότι η Κερκόπορτα και άλλες πόρτες ανοίχτηκαν από φανατισμένους ανθενωτικούς παπάδες της πόλης. Τίποτα, όμως, συγκεκριμένο δεν μπορώ να πω επ’ αυτού, όπως δεν μπορώ και να το απορρίψω τελείως. Αργότερα, οι ιεράρχες είπαν ότι ‘’αι θύραι ηνεώχθησαν Θεόθεν’’.

Μετά το άνοιγμα της Κερκόπορτας, λοιπόν, σύντομα ανοίχτηκαν από μέσα και οι πύλες της Αδριανούπολης κι οι άλλες πύλες, απ’ όπου ξεχύθηκε κατά χιλιάδες ο στρατός μας μέσα στην πόλη σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του.

Η πύλη της Σηλύμβριας κυριεύτηκε με έφοδο. Την κυρίεψε ο Αλβανός Ηλία μπέης. Ο Μωάμεθ έδωσε σ’ αυτόν σαν αμοιβή για το κατόρθωμά του τα μεγάλα κτίρια και τα κτήματα του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη του Στουδίτη, που βρίσκεται στην περιοχή της Υψημαθείας κοντά τους εφτά πύργους[11].

Στην πύλη του Ρωμανού έπεσε πολεμώντας σαν απλός στρατιώτης κι ο τελευταίος αυτοκράτορας της Πόλης. Κανένας απ’ τους στρατιώτες μας δεν τον αναγνώρισε, παρ’ ότι περάσαν χιλιάδες από πάνω του.

Με την ανατολή του ήλιου, ο στρατός μας είχε μπει στην πόλη. Σποραδικές μικροαντιστάσεις παρατηρούνταν εδώ και κει από απομονωμένους υπερασπιστές της πόλης για λίγη ώρα. Τελικά, κατά τις 9 με 10 η ώρα το πρωί, κάθε αντίσταση είχε εξουδετερωθεί και ολόκληρη η πόλη ήταν στα χέρια μας. Μόνο τα πληρώματα δύο κρητικών πλοίων, κλεισμένα στα φρούρια της παραλίας δεν παραδίνονταν και συνέχιζαν τον πόλεμο. Είχαν οχυρωθεί μέσα στους πύργους του τείχους εκείνης της περιοχής που έφεραν τα ονόματα παλαιών Βυζαντινών αυτοκρατόρων, του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου. Ένας απ’ αυτούς τους πύργους, μάλιστα, έφερε και μια επιγραφή η οποία έλεγε ότι χτίστηκε απ΄ το Βασίλειο τον ΙΙ το 1024[12]. Παρ’ ότι τους καλούσαμε τους Κρητικούς να παραδοθούν κι έβλεπαν κι οι ίδιοι ότι η πόλη είχε γίνει δική μας, δεν κατέθεταν τα όπλα τους. Όταν ο Μωάμεθ έμαθε για την επιμονή τους αυτή, θαύμασε το κουράγιο και το θάρρος τους και τους εγγυήθηκε ότι δεν έχουν να πάθουν απολύτως τίποτα κι ότι, αν καταθέσουν τα όπλα, θα αφεθούν ελεύθεροι να πάνε με τα πλοία τους όπου θέλουν. Με πολλές δυσκολίες δέχτηκαν τις προτάσεις του σουλτάνου. Κατέθεσαν τα όπλα κι έφυγαν με τα πλοία τους.

-Έχουμε ακούσει, είπε ο γενίτσαρος απ’ τη Σμύρνη, ότι πολλοί Κρητικοί πολεμιστές που βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όταν άρχισε ο στρατός μας να συγκεντρώνεται για την πολιορκία, έφυγαν με τα πλοία τους κρυφά κι εγκατέλειψαν την πόλη στην τύχη της.

-Ναι, είναι αλήθεια, είπε ο Μεχμέτ. Οι πρώτοι που έφυγαν απ’ την πόλη αμαχητί ήταν Κρητικοί και οι τελευταίοι που κατέθεσαν τα όπλα τους ήταν πάλι Κρητικοί.

-Πώς ήταν ο καιρός την ημέρα του θριάμβου, ρώτησε ένας στρατιώτης.

-Η μέρα εκείνη της νίκης ήταν ζεστή και χαρούμενη, είπε ο Μεχμέτ. Ο ουρανός ήταν κατακάθαρος κι ο ήλιος έλαμπε στο στερέωμα. Οι μάχες τελειώσαν νωρίς το πρωί και το απόγευμα μπήκε ο σουλτάνος στην πόλη. Η είσοδός του στη χιλιόχρονη πρωτεύουσα της Ανατολής ήταν πανηγυρική. Ο μεγάλος αφέντης μας ήταν νεότατος τότε κι έλαμπε από χαρά και περηφάνια για το μεγάλο του κατόρθωμα. Ντυμένος στα χρυσά, πήγαινε μπροστά-μπροστά καμαρωτός πάνω στο άλογό του. Πίσω του ακολουθούσαν οι σημαίες του και τα μπαϊράκια των χαλιφάδων του και μετά το επιτελείο του. Μεγάλοι βεζίρηδες, πασάδες, μπέηδες, στρατηγοί και ναύαρχοι, όλοι έλαμπαν με τις μεγάλες και φανταχτερές στολές τους καβάλα στα περήφανα άλογά τους. Τα γιαταγάνια τους αδαμαντοκόλλητα κι οι ζώνες και τα κουμπιά τους χρυσά και ασημένια, άστραφταν στον ήλιο του καλοκαιριού. Το ένδοξο αυτό επιτελείο το περιστοίχιζε μεγάλο απόσπασμα απ’ τους πιο διαλεχτούς, τους πιο καλοκαμωμένους και τους πιο καλά οπλισμένους γενιτσάρους. Μετά, ακολουθούσαν διαλεχτά τμήματα στρατού.

-Εσύ πού ήσουν τότε Μεχμέτ αγά; ρώτησε ένας περίεργος γενίτσαρος.

-Εγώ ήμουν με τη συνοδεία του σουλτάνου. Δίπλα του. Είπε με κάποια συγκρατημένη περηφάνια ο γερο-Μεχμέτ και συνέχισε.

Όλη η μεγαλοπρεπής εκείνη συνοδεία ετοιμάστηκε έξω απ’ τα τείχη μπροστά στην πύλη του Ρωμανού. Πρώτος ξεκίνησε ο Μωάμεθ κι ακολουθήσαμε αμέσως όλοι πίσω του. Περάσαμε την ξακουσμένη πύλη, που τόσον αγώνα κάναμε για να την εκπορθήσουμε και περήφανα προχωρήσαμε προς την πόλη. Διαλέξαμε τους πιο κεντρικούς δρόμους για να περάσει η πομπή μας. Θέλαμε, να δει ο κόσμος και να θαυμάσει το νικητή στρατό και το θριαμβευτή σουλτάνο. Η ξακουσμένη, όμως, πολυάνθρωπη πόλη ήταν ερημωμένη και νεκρή. Τα σπίτια ήταν ρημαγμένα και λεηλατημένα. Οι αυλές, τα γκαλντερίμια, οι δρόμοι, οι πλατείες, τα πάντα, ήταν γεμάτα σκοτωμένους. Έξω απ’ τα τείχη, αφήσαμε αναρίθμητους Οθωμανούς νεκρούς. Και μέσα απ’ αυτά, χιλιάδες χριστιανούς σκοτωμένους. Με τους καθημερινούς σκοτωμούς τα μάτια μας είχαν θολώσει και δεν μπορούσαμε να δούμε τη φρίκη και την καταστροφή του πολέμου σ’ όλο της το μέγεθος. Σχεδόν σ’ ολόκληρη τη διαδρομή μας μέσα στην πόλη, τα άλογά μας δρασκέλιζαν ή πατούσαν πάνω στα απειράριθμα πτώματα. Το γιαταγάνι είχε κάνει πραγματική θραύση στον πληθυσμό.

Προχωρούσαμε αργά και με ρυθμό κι όλοι θαυμάζαμε τα επιβλητικά παλιά κτίρια, τα αγάλματα και τα άλλα σπουδαία μνημεία της πόλης του Κωνσταντίνου.

Όταν φτάσαμε στην πλατεία του Ιπποδρομίου, στο σημερινό Αζ Μεϊδάν, ο σουλτάνος είδε από μακριά ένα είδος αγάλματος, που τράβηξε ξαφνικά την προσοχή του. Ήταν ένας αρχαίος τρίποδας, που παλιότεροι αυτοκράτορες τον πήραν απ’ το ναό του φημισμένου Μαντείου των Δελφών απ’ την Ελλάδα και τον έφεραν εδώ για να στολίσουν την πόλη. Λέγανε, ότι το σπουδαίο αυτό άγαλμα ήταν απ’ τα περσικά λάφυρα που πήραν οι Έλληνες ύστερ’ απ’ τη νίκη των Πλαταιών. Ο τρίποδας αυτός στεκόταν πάνω σε τρία κεφάλια ενός φιδιού. Το μνημείο αυτό ήταν γνωστό σ’ όλους τους ξένους περιηγητές που έφταναν ως εδώ απ’ την Ευρώπη και ήταν το διακριτικό, ας πούμε, σημείο της Πόλης. Ξαφνικά λοιπόν, ο σουλτάνος σπιρούνισε το άλογό του κι όρμησε προς το μέρος του αγάλματος εκείνου. Καθώς δε πέρασε καλπάζοντας από δίπλα του, τού ‘δωσε μια με τη βαριά ράβδο του και θρυμμάτισε το επάνω μέρος του. Γι’ αυτό σήμερα το άγαλμα αυτό είναι κολοβό[13].

Όλοι ξαφνιαστήκαμε με τον αναπάντεχο καλπασμό του και σπιρουνίσαμε και μεις τα άλογά μας. Ύστερα απ’ το επεισόδιο αυτό, ξαναβρήκε η φάλαγγά μας τον κανονικό της ρυθμό και συνεχίσαμε το δρόμο μας. Έτσι, με πίπιζες και με νταούλια φτάσαμε μπροστά στη μεγάλη εκκλησία της Αγιασοφιάς. Στο περίφημο κτίσμα του Ιουστινιανού. Στο σπουδαίο μνημείο που άφησαν πάνω στη γη οι δυο ξακουστοί Έλληνες μηχανικοί, ο Ανθέμιος κι ο Ισίδωρος.

Η Αγιασοφιά που βλέπετε σήμερα, η περίφημη και τεράστια αυτή εκκλησία των χριστιανών, η γνωστή σ’ όλη την Ανατολή με το όνομα ‘’Μεγάλη Εκκλησιά’’, χτίστηκε απ’ τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Παλιότερα υπήρχε στην ίδια θέση άλλη μικρή εκκλησούλα με το ίδιο όνομα, την οποία θεμελίωσε ο ιδρυτής της Κωνσταντινούπολης Μέγας Κωνσταντίνος και την οποία αποτελείωσε ο διάδοχός του Κωνστάντιος[14].

Η μικρή εκείνη εκκλησία κάηκε το 532, την εποχή του Ιουστινιανού, κατά τη διάρκεια μιας στάσης στην Πόλη, η οποία είναι γνωστή στην Ιστορία με το όνομα ‘’Στάση του Νίκα’’. Ο αυτοκράτορας αποφάσισε να χτίσει και πάλι στο χώρο της καταστραμμένης απ’ τη φωτιά μικρής εκκλησίας μεγαλύτερη και μεγαλοπρεπέστερη Αγιασοφιά.

Ανέθεσε το έργο σε δυο Έλληνες αρχιτέκτονες απ’ την Ασία. Στον Ανθέμιο από τις Τράλλεις και στον Ισίδωρο απ’ τη Μίλητο. Έδωσε διαταγή σ’ όλους τους επάρχους της μεγάλης αυτοκρατορίας, να συγκεντρώσουν και να στείλουν στην Πόλη πολύχρωμα μάρμαρα, ελεφαντόδοντο, χρυσό και άργυρο, ακριβό ξύλο και λαμπερά πετράδια, για το χτίσιμο και το στόλισμα της εκκλησίας. Ο ίδιος επέβλεπε, καθοδηγούσε και έδινε θάρρος και δύναμη στους δέκα χιλιάδες εργάτες που δούλευαν ασταμάτητα για το χτίσιμο του τεράστιου και πρωτοφανούς οικοδομήματος. Το σχέδιο και η κατασκευή του έφεραν επανάσταση στην αρχιτεκτονική και στην τεχνική της εποχής εκείνης. Και σήμερα θεωρείται θαύμα. Και σαν τέτοιο θα θεωρείται, πιστεύω, για πολλούς αιώνες στο μέλλον.

Ο μέγας τρούλος της εκκλησίας έχει διάμετρο τριανταένα μέτρα και στηρίζεται σε τέσσερις χτιστούς στύλους, πενήντα μέτρα πάνω απ’ τη γη. Γύρω-γύρω, στη βάση του τρούλου, υπάρχουν σαράντα μεγάλα παράθυρα, απ’ τα οποία ξεχύνεται μπόλικο φως μέσα σ’ ολόκληρο τον απέραντο χώρο της τεράστιας οικοδομής.

Το χτίσιμο του ναού συμπληρώθηκε μέσα σε πέντε χρόνια και το Δεκέμβριο του 537, τη μέρα της μεγάλης γιορτής των χριστιανών, τα Χριστούγεννα, έγιναν τα θριαμβευτικά εγκαίνιά του. Όταν τη μέρα εκείνη της γιορτής μπήκε ο Ιουστινιανός μ’ όλη του τη λαμπρή ακολουθία μέσα στο μεγαλοπρεπή και καταστόλιστο ναό, έμεινε έκθαμβος απ’ το κάλλος και την ομορφιά του και, ακράτητος απ’ την περηφάνιά του για το κατόρθωμά του, φώναξε; ‘’Νενίκηκά σε Σολομών.’’ Σε νίκησα Σολομώντα, γιατί έχτισα σπουδαιότερο και μεγαλοπρεπέστερο ναό απ’ το δικό σου. Ο αρχαίος βασιλιάς των Εβραίων, ο Σολομών, είχε χτίσει κι αυτός 1500 περίπου χρόνια νωρίτερα τον ονομαστό ναό της Ιερουσαλήμ.

Ο Ιουστινιανός έχτισε αρχικά, δίπλα στο μεγάλο τρούλο της εκκλησίας του κι έναν πιο λεπτοκαμωμένο με άλλο σχέδιο αλλά, λόγω της λεπτότητάς του, δεν άντεξε πολύ κι έπεσε λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του. Ο τρούλος αυτός ξαναχτίστηκε με λιγότερο τολμηρό σχέδιο στο τέλος της βασιλείας του ονομαστού αυτοκράτορα.

Πηγαίνοντας στην Αγιασοφιά τώρα, θα δείτε ότι πέντε μεγάλες πόρτες οδηγούν απ’ τον κλειστό νάρθηκα στα εσωτερικά προπύλαια και εννιά ορειχάλκινες πόρτες οδηγούν στο εσωτερικό του ναού. Αν προσέξετε, θα δείτε ότι απ’ τις εννιά η μεσαία είναι πιο ευρύχωρη και πιο επιβλητική απ’ τις άλλες. Απ’ την πόρτα αυτή έμπαινε ο αυτοκράτορας.

Βλέπετε, αυτά είναι πράγματα που πρέπει να τα γνωρίζει κανείς, για να μπορέσει να αντιληφθεί τη σπουδαιότητα του κτιρίου και να θαυμάσει το μεγαλείο του. Και υπάρχουν τόσες και τόσες λεπτομέρειες για να θαυμάσει κανείς, που, για να τις αναφέρει όλες, χρειάζεται να έχει ώρες και ώρες στη διάθεσή του. Εγώ πήγα πολλές φορές στην Αγιασοφιά με διαβασμένους Έλληνες, οι οποίοι γνώριζαν την ιστορία της κι απ’ αυτούς έμαθα αρκετά για το σπουδαίο αυτό κατόρθωμα του Ιουστινιανού και των αρχιτεκτόνων του.

Οι ίδιοι αρχιτέκτονες που έχτισαν την Αγιασοφιά έχτισαν και την εκκλησία των αγίων Αποστόλων, η οποία γκρεμίστηκε μετά την άλωση και στον τόπο της χτίστηκε το περίφημο τζαμί του μεγάλου μας σουλτάνου, του πορθητή Μωάμεθ του δεύτερου.

Σύμφωνα με τη νέα αυτή αρχιτεκτονική, χτίστηκαν αργότερα πολλές εκκλησίες των χριστιανών στην Ευρώπη και στην Ανατολή. Ο άγιος Μάρκος της Βενετίας είναι σχεδόν ομοίωμα των αγίων Αποστόλων.

Η Αγιασοφιά έπαθε μεγάλες ζημιές στα χρόνια που πέρασαν, αλλά πάντοτε όλοι οι αυτροκράτορες της Πόλης ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτή. Για τη λαμπρή αυτή εκκλησία ενδιαφέρθηκαν κι όλοι σχεδόν οι ξένοι χριστιανοί ηγεμόνες της Ασίας και του Αίμου, εκτός απ’ τους Λατίνους και συχνά πολλοί απ’ αυτούς έδειξαν και έμπρακτα το ενδιαφέρον τους για τη συντήρηση του ναού. Ο μεγάλος πρίγκιπας της Μόσχας Συμεών ο Υπερήφανος έστειλε πολλά χρήματα στον αυτοκράτορα Κατακουζηνό για να επισκευάσει την Αγιασοφιά, αλλά αυτός τα έδωσε στο σουλτάνο Ορχάν σαν αποζημίωση ή εξαγορά, για να φύγει απ’ τα βυζαντινά εδάφη της Χερσονήσου της Καλλίπολης, στα οποία είχε εγκατασταθεί με την έγκριση ή την ανοχή του Κατακουζηνού κατά το 1354-55. Η εκ των υστέρων, όμως, προσπάθειά του να δωροδοκήσει τον Ορχάν για να εγκαταλείψει το ισχυρό φρούριο της Ζύμπα κοντά στην Καλλίπολη απέτυχε και οι Οθωμανοί ξαπλώθηκαν από τότε στη Θράκη[15].

Αλλά αυτές είναι πολύ παλιές ιστορίες. Ας ξαναγυρίσουμε στην εξιστόρηση της εισόδου μας στην Πόλη μετά την άλωση.

Η συνοδεία μας προχώρησε και μπήκε στον περίβολο της μεγάλης εκκλησίας. Ο σουλτάνος σταμάτησε το άλογό του και περιεργάστηκε για λίγο τον όγκο του σπουδαίου κτιρίου, θαυμάζοντας την εξωτερική του μεγαλοπρέπεια και την επιβλητικότητά του. Ύστερα, κατέβηκε απ’ το άλογό του και προχώρησε προς την είσοδο. Μπροστά στις μεγάλες χάλκινες κι αργυροστόλιστες πόρτες γονάτισε. Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλός. Ίσως τη στιγμή εκείνη να ευχαριστούσε το μεγάλο Αλλάχ για τη σπουδαία και ιστορική νίκη που του επιφύλαξε. Μετά, πήρε με το χέρι του μια χούφτα χώμα και, σκύβοντας το μέτωπό του προς τη γη, το σκόρπισε στο σαρικοφορεμένο κεφάλι του[16]. Η πράξη αυτή του σουλτάνου ήταν μέγα δείγμα ταπείνωσης και αναγνώρισης της υπεροχής και της απέραντης δύναμης του Αλλάχ.

Στο μεταξύ κι ολόκληρο το επιτελείο του είχε κατεβεί απ’ τα άλογα κι έμεινε σιωπηλό πίσω του. Μετά, ο νικητής σουλτάνος σηκώθηκε όρθιος, ύψωσε για μια στιγμή τα μάτια του προς τον ουρανό κι ύστερα, με σταθερό βήμα, προχώρησε μέσα στην εκκλησία και στάθηκε κάτω απ’ το μεγάλο τρούλο της εκστατικός και με θαυμασμό έστρεψε το βλέμμα του γύρω-γύρω και παρατηρούσε σιωπηλός και με κατάνυξη τη θαυμάσια και σεπτή εκείνη μεγαλοπρέπεια της μεγάλης εκκλησίας του Ιουστινιανού. Κάποια ταραχή ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του και το βλέμμα του φαινόταν επηρεασμένο από κάποιο ανεξήγητο δέος. Αμίλητος παρατηρούσε τον εσωτερικό όγκο του ναού και θαύμαζε την επιβλητικότητά του. Για μια στιγμή, είδε ένα γενίτσαρο που προσπαθούσε να σπάσει κάποιο μάρμαρο του πατώματος. Οργίστηκε με την πράξη αυτή του στρατιώτη και θυμωμένος τον ρώτησε γιατί καταστρέφει το πάτωμα. ‘’Αυτός είναι ναός των απίστων’’, είπε ο στρατιώτης ‘’κι εγώ είμαι γνήσιος πιστός του Προφήτη . . .’’ Δεν πρόλαβε να πει περισσότερα. Εξαγριωμένος απ’ την απάντηση αυτή ο Μωάμεθ, τράβηξε το γιαταγάνι του και τον άφησε στον τόπο. Χτυπώντας τον του είπε; ‘’Έχω επιτρέψει στο στρατό μου τη λεηλασία των σπιτιών και την αιχμαλωσία των κατοίκων, αλλά κρατώ για τον εαυτό μου τα δημόσια κτίρια της πόλης.’’

Όσοι βρίσκονταν την ώρα εκείνη μέσα στην εκκλησία πάγωσαν απ’ το φόβο τους. Και τούτο, περισσότερο γιατί λέγονταν ότι ο στρατιώτης εκείνος ήταν ένας απ’ την ομάδα των στρατιωτών του Ζαγανού πασά, που βρήκαν τον τάφο του κάποτε μεγάλου σημαιοφόρου του Προφήτη Εγιούπ, ο οποίος σκοτώθηκε στην Πόλη το 668 όταν την πολιόρκησε ο μεγάλος χαλίφης Μοαβίας.

Εδώ, ας κάνουμε μια μικρή παρένθεση. Λίγες μέρες πριν απ’ τη μεγάλη έφοδο, για να τονώσει το ηθικό και να αυξήσει την ορμητικότητα του στρατού μας, ο σουλτάνος σκέφτηκε το εξής τέχνασμα. Έβαλε το σεΐχη Σεμσεδίν και διέδωσε ότι, τάχα, είδε στον ύπνο του τον Προφήτη, ο οποίος του έδειξε πού ακριβώς βρισκόταν ο τάφος του σημαιοφόρου του Εγιούπ. Την άλλη μέρα, μια ομάδα στρατιωτών έσκαψε την περιοχή του Κερατίου κόλπου, εκεί όπου υπέδειξε ο σεΐχης και βρήκε έναν τάφο. Όλοι είπαν πως ήταν ο τάφος του Εγιούπ. Αυτό θεωρήθηκε σπουδαίος οιωνός κι έδωσε θάρρος στους στρατιώτες μας.

Ο Μωάμεθ ήταν έξυπνος και πονηρός από μικρός. Κι όταν ένας λαός έχει ικανό και έξυπνο ηγεμόνα, δεν μπορεί παρά να πάει μπροστά και να μεγαλουργήσει.

Επίσης, ο σουλτάνος μας από μικρός ακόμη αγαπούσε τη μάθηση, διέκρινε την τέχνη κι εκτιμούσε την αξία της. Κι από μικρός ακόμη αγαπούσε τα γράμματα και τιμούσε όσους πραγματικά επιδίδονταν σ’ αυτά. Παραδέχονταν την αξία των μορφωμένων σοφών. Ήταν ορμητικός στον πόλεμο κι αυστηρός στις διαταγές και στις αποφάσεις του, αλλά αγαπούσε το ωραίο και καταλάβαινε το μεγαλείο του[17].

Ύστερα, ο σουλτάνος μας μέσα στην Αγιασοφιά κάλεσε έναν ιμάμη που ακολουθούσε τη συνοδεία του και τον διέταξε ν’ ανεβεί στον άμβωνα και να διαβάσει μεγαλόφωνα το σύμβολο της πίστης του Ισλάμ. Ο ίδιος δε στάθηκε δίπλα στην Αγιατράπεζα των χριστιανών κι αφού γύρισε προς το μέρος της Μέκκας, έκανε την προσευχή του. Αυτή ήταν η πρώτη προσευχή του σουλτάνου μέσα στην Αγιασοφιά και μέσα στην Κωνσταντινούπολη κι απ’ τη στιγμή εκείνη η περίφημη εκκλησία έγινε τζαμί δικό μας[18].

Αφού τελείωσε την προσευχή του, άρχισε να περιφέρεται μέσα στην εκκλησία και να περιεργάζεται τους τοίχους της και τα διαμερίσματά της. Για μια στιγμή, κάποια πόρτα άνοιξε κι ένα πλήθος χριστιανών παπάδων παρουσιάστηκε μπροστά του. Όλοι ήταν ντυμένοι με τα χρυσοκέντητα άμφιά τους. Όλη τη νύχτα οι παπάδες εκείνοι προσεύχονταν στο Θεό τους, για να βοηθήσει τους Βυζαντινούς να κρατήσουν την πόλη και να μην πέσει στα χέρια μας. Μόλις, όμως, έμαθαν ότι η πόλη κυριεύτηκε, διέκοψαν τις προσευχές και κλείστηκαν μέσα στο κρυφό εκείνο διαμέρισμα της εκκλησιάς. Έτσι, τώρα όλοι παρουσιάστηκαν μπροστά στο σουλτάνο και, πέφτοντας στα γόνατα, τον προσκύνησαν. Με κλάματα δε και με δυνατές φωνές, τον παρακαλούσαν να τους λυπηθεί και να τους χαρίσει τη ζωή. Ο Μωάμεθ τους έκανε νόημα να σηκωθούν και να μην ανησυχούν και τους είπε ότι κανένας δεν πρόκειται να τους πειράξει[19].

Τότε τον πλησίασε ο Μαχμούτ πασάς και τον προέτρεψε να βάλει τέλος στην καταστροφή. Πραγματικά, ο μεγάλος πατισάχ διέταξε να σταλούν αμέσως κήρυκες στην πόλη και να ειδοποιήσουν το στρατό να σταματήσει τη σφαγή.

Ύστερ’ απ’ τη μεγαλοπρεπή αυτή επίσκεψη του σουλτάνου στην Αγιασοφιά, όλη η πομπή με την ίδια τάξη κατευθύνθηκε προς το παλάτι των Βλαχερνών.

Και στην περιοχή αυτή επικρατούσε η καταστροφή και η ερήμωση. Ο σουλτάνος παρακολουθούσε σιωπηλός τα ρημαγμένα κτίρια, τους λεηλατημένους ναούς –τότε είχε πάρα πολλούς η Κωνσταντινούπολη-, τα βουβά κι ορθάνοιχτα σπίτια με τις έρημες αυλές τους, τη νέκρα των δρόμων και την ερημιά των σοκακιών και λυπόταν πραγματικά για τη λεηλασία και την καταστροφή. Η άλλοτε πολυθόρυβη και γεμάτη ζωή Κωνσταντινούπολη, τώρα ήταν έρημη και βουβή σαν τάφος. Συγκράτησε το άλογό του σ’ ένα ύψωμα κι έριξε μια ματιά στη ρημαγμένη πόλη. Θαύμασε τις δαντελωτές κι ολοκάθαρες ακρογιαλιές της, τους γραφικούς ορμίσκους της με τα πολυάριθμα λιμανάκια της, τους όμορφους λόφους της, τα μεγαλοπρεπή αρχοντικά της, τα αρχαία και ιστορικά μνημεία της και δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και να κρύψει τη λύπη και τη μεταμέλεια που αισθάνθηκε τη στιγμή εκείνη για την καταστροφή της. Γύρισε προς το μέρος μου, γιατί ήμουν πάντα δίπλα του και με δακρυσμένα μάτια μου είπε: ‘’Τι πόλη παραδώσαμε στην καταστροφή και στην ερήμωση[20]!’’ Κι αμέσως χτύπησε τα χαλινάρια του αλόγου του και ξανασυνεχίσαμε το δρόμο μας.

Βλέπετε, ο κάθε άνθρωπος κι ο πιο αυστηρός, ο πιο βίαιος και σκληρόκαρδος κι ο πιο πετρόψυχος ακόμη, έχει έστω και λίγες μαλακές χορδές στην καρδιά του, που κάπου-κάπου ο αδύνατος ήχος τους επηρεάζει τη συνείδησή του.

Όταν φτάσαμε μπροστά στο μεγάλο κι επιβλητικό παλάτι, μείναμε όλοι βουβοί κι εκστατικοί απ’ τη μεγαλοπρέπειά του. Το παλάτι αυτό χτίστηκε το 1080 απ’ τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό και σ’ αυτό κατοικούσαν από τότε ξακουστοί αυτοκράτορες του Βυζαντίου[21].

Κατεβήκαμε απ’ τα άλογά μας κι ακολουθήσαμε το σουλτάνο. Μπήκε πρώτος μέσα. Προχωρούσε μπροστά και πήγαινε από αίθουσα σε αίθουσα. Απ’ τη μια θαύμαζε το αρχαίο μεγαλείο τους που έμενε αναλλοίωτο στο σχήμα τους, στον όγκο τους και στη γραμμή τους και απ’ την άλλη λυπόταν για τη γύμνια τους και την καταστροφή τους, που είχε προκαλέσει η λεηλασία κι η αρπαγή του στρατού μας. Προχωρούσε αμίλητος και σκεφτικός κι όσο η ώρα περνούσε κι έμπαινε απ’ τη μια αίθουσα στην άλλη, η ταραχή κι η στενοχώρια του γινόταν πιο ευδιάκριτη. Θλίψη τον κυρίεψε για τη μεγάλη καταστροφή και τη θλιβερή τύχη που είχε το περιώνυμο και δοξασμένο εκείνο ανάκτορο. Για μια στιγμή, στάθηκε στη μέση μιας επιβλητικής αλλά πραγματικά ρημαγμένης αίθουσας. Στο ονομαστό χρυσοτρίκλινο.

Ο Μεχμέτ αγάς διέκοψε για λίγο τη διήγησή του κι έμεινε σιωπηλός. Έφερε γρήγορα στο μυαλό του την παλιά λαμπρότητα της μεγάλης αυτοκρατορικής αίθουσας και τη σύγκρινε βιαστικά με την εικόνα της θλιβερής πραγματικότητας, όπως την είδε ο ίδιος ύστερ’ απ’ τη λεηλασία, την ημέρα της άλωσης και κούνησε το κεφάλι του λυπημένα. Μετά, έστρεψε τα μάτια του προς το κτίριο των ανακτόρων και είπε μονολογώντας.

-Τι καταστροφή! . . . Τι ερήμωση! . . .

Ξανακούνησε θλιβερά το κεφάλι του και, γυρίζοντας το βλέμμα του προς τους γενιτσάρους που κάθονταν σιωπηλοί δίπλα του, συνέχισε.

-Ο Ισμαήλ πασάς, ο εμίρης της Σινώπης, εκείνα τα χρόνια, με τον οποίο επισκεφτήκαμε τον αυτοκράτορα τις μέρες της πολιορκίας, για να του προτείνουμε, σύμφωνα με τις αξιώσεις του σουλτάνου, να μας παραδώσει την Πόλη, μου είπε κάποτε για τη μεγαλοπρέπεια της αίθουσας εκείνης του παλατιού.

Ο πασάς, καθώς και ο πατέρας του, είχαν παλιότερα φιλικές σχέσεις με το Βυζάντιο και πολλές φορές είχαν επισκεφτεί τους αυτοκράτορες κι είχαν γνωρίσει από κοντά τη χλιδή και τη μεγαλοπρέπεια του ξακουστού παλατιού και του ονομαστού χρυσοτρίκλινου.

Το χρυσοτρίκλινιο ήταν μια ευρύχωρη οχτάγωνη σάλα. Γύρω στους τοίχους της, ανοίγονταν οχτώ λεπτίγραμμες αψίδες πάνω στις οποίες στηρίζονταν ένας θαυμάσιος θόλος, σαν ανοιχτός και αστροφώτιστος ουρανός. Η μια απ’ τις αψίδες έκλεινε με δυο μεγάλες ασημένιες πόρτες με φανταχτερά σκαλίσματα, οι οποίες οδηγούσαν στο εσωτερικό του παλατιού. Οι άλλες εφτά σχημάτιζαν ανοιχτές προθήκες, όπου οι Βυζαντινοί εξέθεταν τα πλούτη και τους θησαυρούς του παλατιού κι όλα τα αυτοκρατορικά κοσμήματα σε επίσημες τελετές και σε υποδοχές ξένων ηγεμόνων και μεγάλων πρεσβευτών. Στα σμαλτωμένα ράφια των θαυμάσιων αυτών προθηκών έβλεπε κανείς αστραφτερά και πανάκριβα περιδέραια, λεπτοσκαλισμένα χρυσαφικά στολισμένα με πολύχρωμα πετράδια, χρυσοκέντητα βασιλικά φορέματα με φανταχτερούς δικέφαλους αετούς, πολύχρωμα παγώνια κι άλλα εξωτικά και παραδεισένια πουλιά, ορμητικές τήγρεις κι εξαγριωμένα λιοντάρια που έμοιαζαν σαν πραγματικά κι ολοζώντανα, μεγάλα σκαλιστά πιάτα από καθαρό ασήμι, ολόχρυσα ποτήρια με χερούλια και βάσεις από επιδέξια επεξεργασμένο και με τέχνη σκαλισμένο σμάλτο, μεγάλες λεκάνες και πιατέλες ασημένιες ή ολόχρυσες, που στο αντίκρισμά τους έμενες έκθαμβος απ’ τη γυαλάδα και την τέχνη τους . . .

Κι όλα αυτά τα μυθώδη σε αξία και ονειρώδη σε καλλιτεχνία αντικείμενα δεν χόρταινες να τα βλέπεις και να τα θαυμάζεις.

Πολλές φορές, για να κάνουν μεγαλύτερη εντύπωση οι αυτοκράτορες στους επισκέπτες τους, δανείζονταν και δισκοπότηρα και άλλα ιερά σκεύη απ’ τις εκκλησίες και τα μοναστήρια ή διαλεχτά έργα τέχνης απ’ τους πιο ξακουστούς χρυσοχόους της πόλης.

Η περίλαμπρη εκείνη αίθουσα ήταν στρωμένη με ακριβά περσικά χαλιά και αρωματισμένη με σπάνια κι εξωτικά αρώματα των Ινδιών και της μακρινής Ανατολής, που έστελναν τις μεθυστικές τους αναθυμιάσεις σ’ ολόκληρο το χώρο της θολωτής αίθουσας, μέσα απ’ τις ασημένιες ημισφαιρικές αρωματοδόχες που κρέμονταν με μακριές χρυσές αλυσίδες απ’ το τοξοτό ταβάνι του πανύψηλου θόλου. Ακριβά πολυκάντηλα σκόπριζαν παντού το τρεμουλιαστό τους φως κι έδιναν με την απαλή χλομάδα τους μια φαντασμαγορική όψη στο μυθικό πλούτο της πολυτελέστατης εκείνης αίθουσας.

Στις μεγάλες τελετές, το λαμπρό χρυσοτρίκλινο γέμιζε από μεγάλους αυλικούς, άρχοντες και ξένους ηγεμόνες, οι οποίοι έκθαμβοι και με κρατημένες τις ανάσες τους θαύμαζαν το κάλλος και τον πλούτο που άφθονος τους περιέβαλε. Όταν όλοι οι καλεσμένοι έπαιρναν τις θέσεις τους, άνοιγαν οι βαριές ασημένιες πόρτες και παρουσιάζονταν ο αυτοκράτορας με την πολυπληθή συνοδεία του. Καθόταν πάνω σε ολόχρυσο θρόνο και άστραφτε μέσα στη χρυσοκέντητη στολή του. Στολισμένος με αστραφτερά διαμάντια και χρωματιστά πετράδια απ’ την κορόνα της κεφαλής του μέχρι τα κόκκινα πέδιλα των ποδιών του, τριγυρισμένος από χρυσοστόλιστους ακολούθους με φανταχτερούς χιτώνες και ολόχρυσα μακριά ραβδιά, έμοιζε μέσα στους απαλόχρωμους καπνούς των θυμιαμάτων και στις έντονες αναθυμιάσεις των αρωμάτων, σα φωτεινό κι απόκοσμο μετέωρο, τυλιγμένο στις πολύχρωμες σημαίες και στα φανταχτερά λάβαρα που πλατάγιζαν ρυθμικά γύρω του. Ήχοι μουσικής και εμβατήρια τόνωναν την ονειρώδη μεγαλοπρέπεια του χρυσοτρίκλινου και υμνούσαν τη μεγαλοσύνη του αυτοκράτορα.

Ο ολόχρυσος θρόνος ανεβοκατέβαινε μ’ ένα μυστικό μηχανισμό κι ο θεατής νόμιζε πως τον αυτοκράτορα τον ανασήκωναν προς τον ουρανό, σαν κάτι το θεϊκό και υπέργειο ον, οι ολόχρυσες αγγελικές φτερούγες που εκτείνονταν αστραφτερές προς τα πλάγια του θρόνου. Επίσης, δεξιά κι αριστερά του θρόνου, υψώνονταν περίφημα τεχνιτά δέντρα με ασημένιους κορμούς και ολόχρυσα φύλλα. Σπόρπια πετράδια πάνω στα φυλλώματα άστραφταν παράξενα στο φως των πολυκάντηλων και έδιναν την εντύπωση απόκοσμων πρωινών δροσοσταλίδων. Στα πόδια του μεγαλοπρεπή θρόνου, δυο ολόχρυσα λιοντάρια μισοξαπλωμένα, με ανασηκωμένες τις ουρές και τις χαίτες, φαίνονταν σα να ήταν έτοιμα να κατασπαράξουν τον κάθε εχθρό του αυτοκράτορα. Τα χρυσά λιοντάρια κουρδίζονταν και κουνούσαν τις ουρές τους ή έβγαζαν άγριους βρυχηθμούς.

Κάπου-κάπου, δίνονταν και γεύματα μέσα στο χρυσοτρίκλινο. Τότε, τα φαγητά σερβίρονταν στους προσκεκλημένους από μεγάλες πιατέλες φτιαγμένες από ατόφιο χρυσάφι, που δέκα άτομα δεν μπορούσαν να σηκώσουν μία απ’ αυτές στα χέρια τους.

Τι κατάπληξη προξενούσε στους ξένους όταν έβλεπαν τις θεόρατες εκείνες πιατέλες να κατεβαίνουν απ’ το ταβάνι με ασημένιες τροχαλίες, γεμάτες εύγευστα και πρωτότυπα φαγητά! Και τι κατάπληξη ένιωθαν όταν έβλεπαν λαμπροστολισμένους σερβιτόρους να περιφέρουν μέσα στην αίθουσα, πάνω σε ασημένια και πολυκέντητα καροτσάκια, βαριά ολόχρυσα βάζα και κάνιστρα, γεμάτα με τα πιο παράξενα αλλά νόστιμα γλυκά και φρούτα της Ανατολής!

Εκεί, λοιπόν, κάτω απ’ τον τρούλο του ρημαγμένου χρυσοτρίκλινου στάθηκε ο σουλτάνος και με δυνατή φωνή άρχισε να απαγγέλει στίχους από ένα παλιό περσικό ποίημα, που αναφέρονταν στις περιπέτειες του ανθρώπινου μεγαλείου.

Σήμερα η αράχνη έγινε φρουρός
των ξακουστών ανακτόρων
και ο λεπτός της έφραξε ιστός
τις πύλες των αυτοκρατόρων.

Στου Εφρασαΐμπ τον τάφο το βασιλικό
αντί μύρα της βάγιας
αντιλαλεί σπαραχτικό
κλάμα της κουκουβάγιας . . .[22].

Όλοι μείναμε ακίνητοι στις θέσεις μας και σιωπηλοί κι ακούγαμε τους λυπητερούς στίχους. Οι καρδιές όλων μας είχαν μαλακώσει τη στιγμή εκείνη.

Λέγετε, ότι το ποίημα αυτό το έγραψε ένας μεγάλος Πέρσης ποιητής, ο Ομάρ Καγιάμ. Ο Ομάρ είχε δάσκαλό του το σοφό Ιμάμ Μοβαφφάκ και φίλο και συμφοιτητή του τον Αβδούλ Κασέμ. Αργότερα, ο Αβδούλ Κασέμ έγινε βεζίρης του σοφού σουλτάνου Αλπ-Αρσλάν και πρόσφερε στον παλιό του φίλο Ομάρ μια καλή θέση στην αυλή του σουλτάνου. Ο διψασμένος, όμως, για μάθηση Ομάρ δεν δέχτηκε τη θέση που του πρόσφερε ο φίλος του, αλλά του ζήτησε μια ταχτική επιχορήγηση, ώστε να μπορέσει άνετα να ασχοληθεί με τα γράμματα και τις μελέτες του. Του άρεσαν τα μαθηματικά, η αστρονομία και η ποίηση. Η επιστημονική του σοφία και το ποιητικό του έργο ‘’Ρουμπαγιάτ’’ του έδωσαν μεγάλη φήμη και του εξασφάλισαν αιώνια δόξα[23].

Άλλοι πάλι λένε, ότι οι στίχοι αυτοί είναι απ’ το μεγάλο επικό ποίημα ‘’Σαχναμέ’’, που αποτελείται από εξήντα χιλιάδες στίχους κι είναι γραμμένο απ’ τον Πέρση ποιητή Φιρδουσή (932-1025 μ.Χ.).

Ο Εφρασαΐμ ήταν θρυλικός βασιλιάς της αρχαίας Μηδίας, ο οποίος κατέκτησε ολόκληρη την Περσία και τελικά σκοτώθηκε απ’ τον Κύρο[24].

Ο Μωάμεθ, σαν τελείωσε την απαγγελία του αυτή, γύρισε προς το μέρος του Χαλλίλ πασά και του Μαχμούτ πασά που στεκόταν κοντά-κοντά προς τα δεξιά του και, δίνοντας οξύτερο τόνο στη φωνή του, σα να ήθελε να διώξει κακές σκέψεις απ’ το μυαλό του ή να απαλλάξει τον εαυτό του από μια παράξενη στενοχώρια που τον πίεζε βαριά, είπε: ‘’Λοιπόν, ας προχωρήσουμε με την τακτοποίηση του παλατιού και την εγκατάστασή μας εδώ.’’

Αμέσως, άρχισαν οι προετοιμασίες και την ίδια μέρα ο νέος κύριος της Κωνσταντινούπολης, ο ένδοξος πορθητής Μωάμεθθ ο δεύτερος, εγκαθίστατο στο αρχαίο και ονομαστό ανάκτορο των Βλαχερνών. Έδωσε δε διαταγή, να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για την ανεύρεση του αυτοκράτορα, γιατί κανένας δεν ήξερε τι απέγινε ο Κωνσταντίνος κι ούτε κανένας μπορούσε να βεβαιώσει, αν ζούσε ή αν είχε σκοτωθεί. Μάλιστα, είχε κυκλοφορήσει η είδηση ότι ζει και ότι κάπου βρίσκεται κρυμμένος στην πόλη. Οι έρευνες, όμως, αργότερα απέδειξαν, ότι ο αυτοκράτορας είχε σκοτωθεί στη μάχη πολεμώντας στα τείχη.

Οι στρατιώτες μας κι οι αξιωματικοί πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα κι έφερναν τις πιο παράξενες ειδήσεις στο σουλτάνο για την τύχη του αυτοκράτορα. Τελικά, το σώμα του βρέθηκε ανάμεσα στους σκοτωμένους στα τείχη κι αναγνωρίστηκε απ’ τους άρχοντες του παλατιού του.

Ο Μεχμέτ ανασηκώθηκε κάπως στη θέση του κι άπλωσε τα πόδια του πάνω στο χρωματιστό κιλίμι που είχε απλωμένο στα χόρτα και καθόταν. Έκανε μια ελαφριά αλλά απότομη κίνηση του χεριού του, σαν κάτι το ενδιαφέρον να θυμήθηκε ξαφνικά και, κοιτάζοντας τους γενιτσάρους γύρω του, είπε.

-Δε σας είπα ότι, καθώς προχωρούσαμε μέσα στην πόλη, είδαμε στους τοίχους των αρχοντικών, στις πόρτες των δημόσιων κτιρίων, ακόμη και πάνω στις στέγες και στους τρούλους των εκκλησιών, αναρτημένα ή ζωγραφισμένα μισοφέγγαρα. Είχαν διάφορο μέγεθος, αλλά όλα έλαμπαν στον ήλιο και πολλά απ’ αυτά ήταν επίχρυσα ή ολόχρυσα. Ο Μωάμεθ εντυπωσιάστηκε απ’ το πλήθος τους και την ομορφιά τους και ρώτησε να μάθει τι συμβολίζουν οι πολυάριθμοι εκείνοι ‘’σελινίσκοι’’, όπως τους ονόμαζαν οι Βυζαντινοί. Κάλεσε δυο σοφούς γέροντες, παλιούς βιβλιοθηκάριους της μεγάλης βιβλιοθήκης της Κωνσταντινούπολης και τους ρώτησε να του πουν ό,τι ήξεραν για τα γυαλιστερά μισοφέγγαρα. Οι βιβλιοθηκάριοι είπαν, ότι τα παλιά χρόνια, το 340 π.Χ., ο πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Φίλιππος ο Μακεδόνας, πολιόρκησε το Βυζάντιο και προσπάθησε να το κυριέψει. Οι κάτοικοί του, όμως, αμύνθηκαν πεισματικά κι ο Φίλιππος τελικά αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία και να φύγει. Τότε, οι Βυζαντινοί απέδωσαν την επιτυχία τους αυτή στην αρχαία θεά Εκάτη, τη θυγατέρα του Ουρανού και της Γης και εξουσιάστρια της νύχτας και των υποχθονίων, η οποία είχε σα σύμβολό της το μισοφέγγαρο. Όταν ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος ίδρυσε στη θέση του αρχαίου Βυζαντίου την Κωνσταντινούπολη και την έκανε πρωτεύουσά του, διατήρησε το έμβλημα αυτό. Οι κάτοικοι ποτέ δεν έπαψαν να πιστεύουν, πως ο ‘’σελινίσκος’’ είχε τη δύναμη να αποκρούει τους εχθρούς και να διώχνει τους κινδύνους μακριά απ’ την πόλη τους. Γι’ αυτό και τον είχαν στήσει παντού και τον θεωρούσαν σα φυλαχτό της πρωτεύουσάς τους. Ο έπαρχος, μάλιστα, της Κωνσταντινούπολης και η γυναίκα του είχαν κεντημένους σελινίσκους στα σανδάλια τους, για να ξεχωρίζουν απ’ τους άλλους και να φαίνονται ότι είναι άρχοντες της Κωνσταντινούπολης.

Ο Μωάμεθ εντυπωσιάστηκε απ’ την ιστορία αυτή, άρεσε και το έμβλημα του σελινίσκου και, μαζί με το δικό του αστέρι, το έκανε σύμβολό του και διακριτικό της σημαίας του. Βέβαια, η συνένωση πάνω στη σημαία μας του τουρκικού άστρου και του βυζαντινού σελινίσκου είχε και βαθύτερη σημασία. Έσμιγε τις δυο αυτοκρατορίες σε μία και ισχυροποιούσε περισσότερο τις διεκδικήσεις και τα δικαιώματα του σουλτάνου μας πάνω στο βυζαντινό θρόνο. Επιπλέον, τιμώντας έτσι το αρχαίο σύμβολο των Βυζαντινών, καλόπιανε και τους επιζήσαντες κατοίκους της Πόλης και κολάκευε κάπως κι όλους τους ελεύθερους ακόμη χριστιανούς που είχαν κάποια εξάρτηση απ’ την Κωνσταντινούπολη.

Οι γενίτσαροι αλληλοκοιτάχτηκαν με περηφάνια για την πονηριά και την εξυπνάδα του σουλτάνου τους, ενώ ο γερο-Μεχμέτ συνέχισε την ιστορία του.

-Ο σουλτάνος κάθε μέρα στενοχωριόταν βλέποντας την πόλη γυμνή και άδεια από κατοίκους. Μετά την άλωση, επισκέφτηκε το Γαλατά. Μαζί του είχε μεγάλη ακολουθία αξιωματούχων του σεραγιού. Ανάμεσα σ’ όλους μας που τον συνοδεύαμε διακρίνονταν ο Ζαγανός πασάς. Ήταν περήφανος και καμάρωνε που με τα λόγια του και τα έργα του συνέβαλε στην άλωση της Πόλης. Ο Μωάμεθ τον είχε πάντα δίπλα του.

Στο Γαλατά μας υποδέχτηκε ο Γενουάτης άρχοντας και εξουσιαστής της μικρής πόλης Άγγελος Ιωάννης Ζαχαρίας. Ο σουλτάνος διέταξε να καταγραφούν οι περιουσίες όλων των Γενουατών που έφυγαν απ’ το Γαλατά με την πτώση της Κωνσταντινούπολης και να κατασχεθούν όλα τα υπάρχοντά τους. Υποσχέθηκε δε, ότι θα τα επιστρέψει και πάλι όλα στους δικαιούχους, μόλις αυτοί ξαναγυρίσουν στα σπίτια τους. Μάλιστα, θέλοντας να γνωρίσει και επίσημα στους φυγάδες τις προθέσεις του, έστειλε απεσταλμένους του στη Χίο και στα άλλα νησιά. Τους Τούρκους απεσταλμένους συνόδευε κι ο αντιπρόσωπος του εξουσιαστή του Πέραν ο Γενουάτης Αντώνιος Κόκας. Λίγοι, όμως, απ’ τους φυγάδες γύρισαν πίσω στα σπίτια τους. Κι απ’ αυτούς ελάχιστοι επέζησαν.

Επίσης, ο Μωάμεθ διέταξε να κατεδαφιστούν όλα τα τείχη και οι πύργοι του Γαλατά, να γεμιστεί με χώμα η ανοιχτή τάφρος και να ισοπεδωθούν όλα τα προτειχίσματα και τα φρούρια που υπήρχαν προς το μέρος της θάλασσας του Μαρμαρά. Κατεδαφίστηκε ο πύργος του Σταυρού και άλλοι πύργοι και γκρεμίστηκαν περίπου τα τρία τέταρτα των οχυρώσεων της συνοικίας. Έμειναν μόνο τα λίγα φυλάκια κοντά στο τείχος του Αζάμ-Καπού[25].

Η κατεδάφιση του πύργου του Σταυρού έκανε μεγάλη εντύπωση, γιατί είχε το όνομα του σουμβόλου των χριστιανών και γιατί εκεί δένονταν το ένα άκρο της μεγάλης και ονομαστής αλυσίδας, η οποία έφραζε το στόμιο του λιμανιού. Την αλυσίδα αυτή, πρώτος χρησιμοποίηση ο αυτοκράτορας Λέων ο τρίτος το 717, όταν πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη οι Άραβες.

Ύστερ’ από λίγες μέρες, ο σουλτάνος ζήτησε να πάμε στην Αδριανούπολη. Εκεί κατηγόρησε επίσημα το μεγάλο βεζίρη Χαλλίλ πασά σα φίλο των χριστιανών και προδότη της πατρίδας του. Του εφήρεσε όλα τα μεγάλα αξιώματα που κατείχε και διέταξε να τον κρεμάσουν.

Τις μέρες εκείνες, έδωσε εντολή στους διοικητές των διαφόρων περιοχών της αυτροκρατορίας του, να στείλουν οικογένειες Χριστιανών, Εβραίων και Τούρκων στην Κωνσταντινούπολη, για να ξαναγεμίσει η άδεια πόλη κατοίκους[26].

Όταν ξαναεπιστρέψαμε στην Κωνσταντινούπολη, μού ‘δωσε διαταγή να πάω στη Μικρά Ασία και να φέρω νέους κατοίκους από κει. Πήγα και κατέγραψα πέντε χιλιάδες οικογένειες. Στις οικογένειες αυτές ο σουλτάνος έβαζε προθεσμία τριών μηνών, για να μεταφερθούν με τα παιδιά τους κι όλα τα υπάρχοντά τους και να εγκατασταθούν στην Κωνσταντινούπολη. Η ποινή για όσους δεν υπακούσουν στη διαταγή ήταν θάνατος. Επίσης, προσπάθησε με κάθε τρόπο, δίνοντας διάφορες υποσχέσεις, να ξαναφέρει πίσω όλους εκείνους που εγκατέλειψαν την Πόλη πριν και κατά την άλωση. Αλλ’ η προσπάθειά του αυτή δεν είχε αισθητά αποτελέσματα.

Απ’ τις πρώτες μέρες ακόμη, ήθελε να ξαναχτίσει την πόλη και προσπαθούσε να προσελκύσει εργάτες και τεχνίτες για τα έργα που είχε υπόψη του να βάλει μπροστά. Ήθελε να χτίσει μεγάλο παλάτι κοντά στη Χρυσή πύλη, δίπλα στο φρούριο των Επτά πύργων και να επισκευάσει το εσωτερικό τείχος των οχυρώσεων. Μάλιστα δε, έδωσε διαταγή σ’ όλους τους Τούρκους, να επιτρέψουν στους σκλάβους τους να εργάζονται στα διάφορα έργα. Οι περισσότεροι απ’ τους σκλάβους ήθελαν να δουλέψουν, γιατί έλπιζαν ότι, έστω και με τα λίγα χρήματα που θα κέρδιζαν, θα κατόρθωναν ίσως κάποτε να εξαγοράσουν τη λευτεριά τους[27].

-Είναι αλήθεια, ότι πολλοί απ’ τους Βυζαντινούς άρχοντες που ξαναγύρισαν αργότερα στην Πόλη αποκεφαλίστηκαν; Ρώτησε ο γενίτσαρος απ’ την Προύσα.

-Αρκετοί απ’ αυτούς παραδόθηκαν στο δήμιο για διάφορους λόγους, απάντησε με κατήφεια ο Μεχμέτ[28].

-Από ποια άλλα μέρη ήρθαν καινούριοι κάτοικοι στην Πόλη; Ξαναρώτησε ο περίεργος γινίτσαρος.

-Όταν το 1458 ο σουλτάνος χτύπησε την Κόρινθο, είπε ο Μεχμέτ, ο στρατός μας συνέλαβε απ’ τις γύρω περιοχές περίπου τρεις χιλιάδες αιχμαλώτους. Άντρες, γυναίκες και παιδιά. Όλος αυτός ο κόσμος στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη, για να εγκατασταθεί στις περιοχές έξω απ’ τα τείχη που είχαν ερημωθεί απ’ το στρατό κατά την εποχή της πολιορκίας. Τον επόμενο χρόνο, ο Μωάμεθ γύρισε απ’ την Πελοπόννησο και διέταξε να εγκατασταθούν μέσα στην πόλη όλοι οι τεχνίτες που είχαν σταλεί εδώ απ’ την Κόρινθο. Επίσης, τον ίδιο χρόνο διέταξε, όπως όλοι οι ευκατάστατοι κάτοικοι της Άρμαστρης της Μαύρης Θάλασσας, συμπεριλαμβανόμενων κι όλων των Αρμένων εμπόρων, σταλούν για μόνιμη εγκατάσταση στην πρωτεύουσα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Μωάμεθ ήθελε να ξαναγεμίσει την πόλη με πληθυσμό και ταυτόχρονα να συγκεντρώσει τεχνίτες και εργάτες, γιατί ήθελε να χτίσει το μεγάλο τζαμί που φέρνει το όνομά του[29].

Με μια αργή κίνηση του χεριού του, ο Μεχμέτ αγάς έδειξε προς το μέρος του μεγάλου τζαμιού που βρίσκεται στην τοποθεσία όπου παλιότερα υπήρχε η εκκλησία των αγίων Αποστόλων. Όλοι οι γενίτσαροι γύρισαν τα μάτια τους προς την κατεύθυνση αυτή, ενώ ο Μεχμέτ συνέχισε την αφήγησή του.

-Εδώ και δώδεκα ή δεκατρία χρόνια, το 1460 νομίζω, εξέδωσε ο σουλτάνος ιραδέ και καλούσε όλους εκείνους που παλιότερα κατοικούσαν στην Πόλη να ξαναγυρίσουν στον τόπο τους. Υπήρχαν αρκετοί παλιοί κάτοικοι της Πόλης που κατοικούσαν στην Αδριανούπολη, στη Φιλιππούπολη, στην Προύσα και αλλού. Άλλοι απ’ αυτούς είχαν πουληθεί σα σκλάβοι και διασκορπίστηκαν στα μέρη αυτά κι άλλοι είχαν εγκαταλείψει τον τόπο τους πριν την άλωση και είχαν εγκατασταθεί στις πόλεις αυτές. Πολλοί απ’ αυτούς, ακόμη κι απ’ τους σκλάβους, κατάφεραν με την εξυπνάδα τους και τη δουλειά τους, να αποκατασταθούν καλά και να προκόψουν. Ορισμένοι μάλιστα έγιναν και πολύ πλούσιοι. Τους περισσότερους απ’ αυτούς τους μετέφερε στην Πόλη. Τους επέτρεψε να εγκατασταθούν όπου ήθελαν. Τους έδωσε θέσεις και τιμές. Τους βοήθησε να ξαναδημιουργηθούν οι ίδιοι και να μεγαλώσουν και να λαμπρύνουν την Πόλη. Επίσης, μετέφερε στην πρωτεύουσα όλους τους κατοίκους απ’ τις δυο Φωκαίες και έστειλε τον καπετάν πασά με σαράντα πλοία στο Αιγαίο να μαζέψει κι άλλους απ’ τα νησιά. Ο καπετάν πασάς μετέφερε σχεδόν όλους τους κατοίκους της Θάσου και της Σαμοθράκης στην Κωνσταντινούπολη[30].

Το 1461, αφού υπόταξε το Μωριά, γύρισε προς την Τραπεζούντα.

Την εποχή εκείνη, αυτοκράτορας στα μέρη εκείνα ήταν ο Ιωάννης ο Κομνηνός. Ο Ιωάννης προσπαθούσε από καιρό να συνενώσει τα εμιράτα της Σινώπης και της Καραμανίας και μαζί με τους χριστιανούς βασιλιάδες της Γεωργίας και της Αρμενίας ν’ αντισταθεί στο Μωάμεθ. Αλλά το χρόνο εκείνο, ο Ιωάννης πέθανε και οι σύμμαχοί του δεν έδειχναν και μεγάλες διαθέσεις συνεργασίας με το νέο αυτοκράτορα Δαυίδ. Οι διαθέσεις τους αυτές, μάλιστα, παρέλυσαν κι απονεκρώθηκαν τελείως, όταν έμαθαν ότι ο Μωάμεθ, με ογδόντα χιλιάδες στρατό και εξήντα χιλιάδες ιππικό που είχε συγκεντρώσει στην Προύσα, μαζί και με πολυάριθμο στόλο, ετοιμάζονταν να εκστρατεύσει εναντίον τους.

Ο στρατός μας δεν άργησε να ετοιμαστεί και να ξεκινήσει απ’ την Προύσα. Γρήγορα κυρίεψε τη Σινώπη και προχωρούσε προς την Τραπεζούντα. Η ταχύτητα των κινήσεων του Μωάμεθ και η παρουσία του στόλου μας και του στρατού μας γύρω απ’ την Τραπεζούντα ξάφνιασαν το Δαυίδ.

Προχωρήσαμε εναντίον του και, αφού καταστρέψαμε και ερημώσαμε όλα τα περίχωρα, πολιορκήσαμε την πόλη από παντού. Παρ’ όλη τη δύναμή μας, όμως, οι πολιορκημένοι αντιστέκονταν. Αντιστάθηκαν περίπου ένα μήνα. Σ’ αυτό τους βοήθησαν και τα πολυάριθμα και ισχυρά ανταρτικά σώματα της γύρω ορεινής περιοχής, που μας χτυπούσαν ασταμάτητα από τα νώτα.

Η κατάσταση ήταν σοβαρή κι ανησυχούσε το σουλτάνο. Κάλεσε το μεγάλο βεζίρη Μαχμούτ πασά κι όλους τους πασάδες και τους στρατηγούς του σε σύσκεψη. Συζητούσαν για αρκετή ώρα. Τελικά, αποφασίστηκε να προσπαθήσουμε νά ‘ρθουμε σε συνεννόηση με το Δαυίδ.

Αμέσως, έστειλε αντιπροσώπους του στον αυτοκράτορα και τον ρωτούσε τι προτιμάει. Την παράδοση της πόλης ή την καταστροφή της.

Τις διαπραγματεύσεις από μέρους του σουλτάνου ανέλαβε ο μεγάλος βεζίρης Μαχμούτ πασάς κι από μέρους του αυτοκράτορα ο μέγας λογοθέτης Γεώργιος Αμιρούζης. Ο Αμιρούζης εύκολα κατάφερε να πείσει το Δαυίδ να παραδώσει την πόλη. Έτσι, στις 15 Αυγούστου 1461, κυριεύτηκε η Τραπεζούντα, οχτώ χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης και πολλοί κάτοικοι της περιοχής εκείνης μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα[31].

Η προσπάθεια και η επιμονή του Αμιρούζη στο να πείσει τον αυτοκράτορα να παραδώσει την πόλη στο Μωάμεθ κατηγορήθηκε από πολλούς ομοεθνείς του σαν προδοσία κατά της πατρίδας του.

Κατά πόσο έχουν δίκιο αυτοί που επέδωσαν μια τόσο βαριά κατηγορία στο μεγάλο λογοθέτη της Τραπεζούντας δεν ξέρω. Θα σας πω, όμως, μια μικρή ιστορία, ένα παλιότερο περιστατικό και σεις βγάλετε συμπέρασμα μόνοι σας.

Ύστερ’ απ’ την κατάληψη της Τραπεζούντας, ο αυτροκράτορας Δαυίδ με τη γυναίκα του Ελένη, την υπόλοιπη οικογένειά του και τους αυλικούς του, μεταξύ των οποίων ήταν κι ο Αμιρούζης, μεταφέρθηκαν με τουρκικό πλοίο εδώ στην Κωνσταντινούπολη. Στην πρωτεύουσα έμειναν λίγο καιρό και μετά στάλθηκαν στην Αδριανούπολη.

Εκεί ζούσε εξόριστος κι ο δεσπότης του Μυστρά Δημήτριος Παλαιολόγος, ο αδελφός του άλλοτε αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Κωνσταντίνου.

Ο Δημήτριος, μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου απ’ το στρατό μας, ακολούθησε το Μωάμεθ στην Αδριανούπολη. Ήταν, βέβαια, περιορισμένος εκεί, αλλά ο σουλτάνος τον έβλεπε με πολύ καλύτερο μάτι και τον ξεχώριζε ανάμεσα στους άλλους εξόριστους ηγεμόνες. Ίσως, επειδή ήταν ανθενωτικός και επειδή παλιότερα, κατά το 1448, όταν πέθανε ο αδελφός του αυτοκράτορας Ιωάννης και πριν ανέβει στο θρόνο ο άλλος αδελφός του Κωνσταντίνος, προσπάθησε, με την υποστήριξη του Γεννάδιου και των οπαδών του ανθενωτικών και με τη βοήθεια των Τούρκων, να γίνει κύριος της Κωνσταντινούπολης και ν’ ανεβεί αυτός στον αυτοκρατορικό θρόνο. Για να δείξει την εύνοιά του αυτή ο Μωάμεθ, του παραχώρησε την Ίμβρο, τη Λήμνο και μέρος απ’ τη Θάσο και τη Σαμοθράκη. Το 1467, όμως, έχασε την εκτίμηση του σουλτάνου και εξορίστηκε στο Διδυμότειχο. Πέθανε καλόγερος λίγα χρόνια αργότερα, το 1470[32].

Αλλά, ας ξαναγυρίσουμε πίσω στον αυτοκράτορα της Τραπεζούντας. Ο σουλτάνος παραχώρησε στο Δαυίδ τα εισοδήματα της κοιλάδας του Στρυμόνα, τα οποία δεν ήταν και ευκαταφρόνητα. Απαγόρεψε, όμως, την απομάκρυνση του αυτοκράτορα ή οποιουδήποτε άλλου μέλους της οικογένειάς του απ’ την Αδριανούπολη. Ήθελε να έχει ολόκληρη την αυτοκρατορική οικογένεια υπό τον έλεγχό του, ώστε να μην του διαφύγει κανείς και προσπαθήσει αργότερα να διεκδικήσει το θρόνο της Τραπεζούντας ή της Κωνσταντινούπολης.

Δυο χρόνια αργότερα, ο Δαυίδ κατηγορήθηκε για συνωμοσία και κλείστηκε στη φυλακή.

Λένε, ότι η ανεψιά του Δαυίδ και γυναίκα του εμίρη Ουζούν χασάν ζήτησε να της στείλει ο αυτοκράτορας κρυφά ένα απ’ τα παιδιά του στην Καραμανία, για να το μεγαλώσει αυτή στην αυλή της. Το μυστικό της αυτό η εμίρησσα το εμπιστεύτηκε στον Αμιρούζη, ο οποίος αμέσως το μετέφερε στο Μωάμεθ. Ο Μωάμεθ χαρακτήρισε την κίνηση αυτή σα συνωμοσία εναντίον του και διέταξε τη θανάτωση ολόκληρης της αυτοκρατορικής οικογένειας, η οποία και μεταφέρθηκε για το σκοπό αυτό στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, την 1η Νοερμβρίου 1463, ο αυτοκράτορας Δαυίδ, τα μεγαλύτερα παιδιά του και ο ανεψιός του, αποκεφαλίστηκαν στην Πόλη. Τα σώματά τους ρίχτηκαν έξω απ’ τα τείχη κι απαγορεύτηκε με ποινή θανάτου η ταφή τους[33].

Ο σουλτάνος υποσχέθηκε να χαρίσει τη ζωή στη γυναίκα του Δαυίδ, αυτοκράτειρα Ελένη και στα δυο μικρά παιδιά της, το Γεώργιο και την Άννα, εάν, μέσα σε τρεις μέρες, κατέβαλλαν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων δουκάτων. Οι φίλοι της αυτοκράτειρας στην Κωνσταντινούπολη συγκέντρωσαν το μεγάλο αυτό ποσό μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες. Η Ελένη, όμως, αρνήθηκε να δεχτεί τα χρήματα κι απέρριψε τη χάρη του σουλτάνου. Ντύθηκε καλογριά και νύχτα κατέφυγε έξω απ’ τα τείχη και κλείστηκε σε μια καλύβα, δίπλα στα πεταγμένα σώματα του άντρα της και των παιδιών της, εμποδίζοντας τα σκυλιά και τα όρνια να κατασπαράξουν τις σάρκες τους. Κατάφερε δε, σκάβοντας όλη τη νύχτα, να θάψει τα σώματά τους, αψηφώντας την αυστηρή διαταγή του σουλτάνου. Ύστερ’ από μερικές μέρες πέθανε κι η ίδια απ’ τη θλίψη της μέσα στην καλύβα της, δίπλα στον τάφο των παιδιών της και του άντρα της.

Απ’ τα διασωθέντα παιδιά της οικογένειας Κομνηνών, ο μεν Γεώργιος, ο οποίος ήταν μόλις τρίχρονος, στάλθηκε στην αυλή του Ουζούρ χασάν, όπου και μεγάλωσε σα μουσουλμάνος, η δε αδελφή του Άννα στάλθηκε στο χαρέμι του Ζαγανού πασά και ασπάστηκε κι εκείνη τη μουσουλμανική θρησκεία. Έτσι, έσβησε τελείως η ένδοξη οικογένεια των Κομνηνών[34].

Αργότερα, κυριέψαμε κι άλλα μέρη και επεκτείναμε τα σύνορα της αυτοκρατορίας μας πιο πέρα . . .

Ο γερο-Μεχμέτ είχε κουραστεί απ’ την πολύωρη διήγηση και η κόπωσή του διακρίνονταν καθαρά στο πρόσωπό του. Οι νεαροί γενίτσαροι δίπλα του αισθάνονταν την κούρασή του αυτή και σκέφτονταν με τι τρόπο να κάνουν το γέροντα αγά να σταματήσει πλέον για να ξεκουραστεί. Άλλωστε, η ώρα είχε περάσει.

Με ανακούφιση άκουσαν όλοι το Μεχμέτ αγά να λέει.

-Η ώρα πέρασε κι η ψύχρα άρχισε να γίνεται τώρα πιο αισθητή. Ίσως θα είναι προτιμότερο να μιλήσουμε για τις κατακτήσεις μας αυτές άλλη φορά.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ ΕΝΟΧΟΙ”, Έκδοση 1980,
Μελβούρνη, Αυστραλία

 


[1]  Σλουμβέρζε Γ.  Κων/νος Παλαιολόγος’’     Σελίδα         46.
[2]  Pears E. ‘’The Destructio . . .’’                        Σελίδα             46.
[3]  Παπαρρηγόπουλου Κ. ‘’Επίτομος Ιστορ. Ελλ. Έθν.’’ σελ. 387.
[4]
[5]  Παπαρρηγόπ. Κ. ‘’Επίτ. Ιστορ. Ελλ. Έθνους’’ σελ.  382-7.
Πολλοί Έλληνες και άλλοι εξισλαμισθέντες χριστιανοί κατόρθωσαν να φθάσουν στα ανώτατα αξιώματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και να παίξουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία της.
Ο μέγας βεζίρης Μαχμούτ πασάς, ο οποίος πολέμησε δίπλα στο Μωάμεθ με πείσμα για την κατάληψη της Κων/λης, προέρχονταν από Έλληνες γονείς και ήτο απόγονος της οικογένειας Φαλαλίνου. Προήχθηκε απ΄το Μωάμεθ το δεύτερο δυο φορές στο αξίωμα του μεγάλου βεζίρη. Μια φορά λίγο μετά την άλωση της Πόλης το 1467 και τη δεύτερη το 1472. Το 1473, αρχιστράτηγος εκατό χιλιάδων τουρκικού στρατού, εκστράτευσε εναντίον του Τουρκομάνου ηγεμόνα Ουζούν χασάν. Επίσης, προσέφερε τις υπηρεσίες του στο σουλτάνο για την κατάκτηση της Σερβίας, της Βοσνίας, της Εύβοιας κλπ.. Απ’ τους πέντε μεγάλους βεζίρηδες του Μωάμεθ Β’, οι τέσσαρες ήσαν εξισλαμισθέντες χριστιανοί. Ο Μαχμούτ πασάς και ο Ρουμ Μεχμέτ πασάς ήσαν Έλληνες. Ο Ισαάκ πασάς και ο Κεδίκ Αχμέτ πασάς ήσαν Αλβανοί. Ο Χας Μουράτ πασάς, ο μπελήρμπεης της Ρούμελης, δηλαδή ο αρχηγός των ευρωπαϊκών στρατευμάτων του σουλτάνου, ήταν ελληνική καταγωγής και κατάγονταν απ’ τους Παλαιολόγους.
Ο Δαούτ πασάς ήταν Αλβανός. Ο Χερσέκ Αχμέτ πασάς ήταν γιος του ηγεμόνα της Ερζεγοβίνης. Ο Μετζί πασάς και ο Χότζα Μουσταφά πασάς ήσαν Έλληνες εκ γεννετής.
Επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, απ’ τους εννέα μεγάλους βεζίρηδες οι οκτώ είχαν γεννηθεί χριστιανοί.
Ο Ιμπραΐμ πασάς και ο Σουλεϊμάν πασάς ήσαν Έλληνες. Ο Αγιά πασάς, ο Λουτφί πασάς και ο Αχμέτ πασάς ήσαν Αλβανοί. Ο Ρουστέμ πασάς, ο Αλή πασάς και ο Μεχμέτ Σόκολης ήσαν Σλαύοι.
Επί Μουράτ του Γ’, Μεχμέτ του Γ’, Αχμέτ του Α’, Μουσταφά του Α’ και Οσμάν του Α’, οι μεγάλοι βεζίρηδες Αχμέτ πασάς, Σινάν πασάς (πέντε φορές βεζίρης), ο Χουσεΐν πασάς και ο Μερέ Χουσεΐν πασάς ήσαν Αλβανοί και ο Χαλλίλ πασάς (τρεις φορές βεζίρης) Αρμένιος. Ο Σικαλά Σινάν πασάς ήταν Έλληνας και ο Νασσού πασάς ήταν γιος Έλληνα ιερέα.
[6] Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’ σελ. 25 σημ.2 & σελ. 409.
[7]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’      Σελίδα      323.
     Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                    Σελίδα       337.
     Επίσης Κριτόβουλος και Μπάρμπαρο.
[8]  Σλουμβέρζε Γ. ‘Κων/νος Παλαιολόγος’’     Σελίδα        329.
[9]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’    Σελίδα        294
     και Μπάρμπαρο.
[10]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος     Σελίδα        350.
[11]  Σλουμβερζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’   Σελίδα         372.
[12]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’      Σελίδα      372.
[13]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’   Σελίδα         404.
[14]  Vasiliev A.A. ‘’History of the Byz. . . .’’ Τόμ. Α. Σελίδα  162.
[15]  Vasiliev A.A. ‘’History of the Byz. . . .’’     Τόμ. Ε  Σελίδα    27.
[16]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’      Σελίδα        402.
[17]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’      Σελίδα        403.
[18] Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος      Παλαιολόγος’’  Σελίδα      403.
[19]  Σλαβικό Χρονικό
[20]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’   Σελίδα          418.
     Κριτόβουλος. Έκδοση Muller                      Σελίδα             98.
[21]  Vasiliev A.A. ‘’History of Byz. . . .’’ Τόμ. Δ. Σελίδα           65.
[22]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’   Σελίδα             405.
     (Στιχούργηση ποιήματος από Α. Αγγελίδη).
[23]  Παγκόσμιος Ποιητική Ανθολογία  Τόμ Α   Σελίδα           427.
[24]  Viltari V. ‘’The Black Angel’’ Σελίδα             349.
[25]  Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’   Σελίδα           401.
[26]  Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                Σελίδα            382.
[27]  Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                Σελίδα            382.
[28] Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                 Σελίδα            384.
[29]  Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                Σελίδα            384.
[30]  Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                Σελίδα             385.
Επίσης Κριτόβουλος.
[31]  Pears E. ‘’The Destruction …’’                 Σελίδα             388.
     Nicol D.M. ‘’The Last Centuries. . .’’             Σελίδα             432.
[32]  Nicol D.M. ‘’The Last Centuries . . .’’         Σελίδα             423.
[33]  Nicol D.M. ‘’The Last Centuries . . .’’         Σελίδα             432.
[34]  Nicol D.M. ‘’The Last Centuries . . .’’         Σελίδες            432-3.

Author: Μνήμες