Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 4

Rumeli Hisar

ΡΟΥΜΕΛΗΧΙΣΑΡ

Ο νεαρός σουλτάνος μόλις είχε γυρίσει απ’ την Ασία, όπου βιαστικά πήγε και γρήγορα κατέπνιξε την επανάσταση του Ιμπραήλ μπέη της Καραμανίας, ο οποίος είχε τολμήσει να σηκώσει κεφάλι κατά του αφέντη του.

Στο γυρισμό απ’ την Μ. Ασία, ένα ήσυχο απόβραδο, μόλις είχαν περάσει τη Νικομήδεια κι έστριβαν αριστερά για το Βόσπορο και κει που πήγαινε ο ήλιος να βασιλέψει πέρα προς τον καθαρό ορίζοντα της Κωνσταντινούπολης, φάνηκαν από μακριά οι λόφοι και οι τρούλοι των εκκλησιών της βασιλεύουσας. Στο αντίκρισμά τους, ο Μωάμεθ άφησε να του ξεφύγει ένας βαθύς αναστεναγμός. Κι ενώ πλησίαζαν στα νερά του Βοσπόρου κι έμπαιναν στην περιοχή του Ανατόλια-χισάρ, είπε στο Μεχμέτ που ακολουθούσε δίπλα του.

-Ένα φρούριο φυλάγει ένα στενό πολύ καλά. Δυο, όμως, το κάνουν απόρθητο. Μόλις φθάσουμε στην Αδριανούπολη, ειδοποίησε όλους τους διοικητές και τους πασάδες της Ανατολής και της Ευρώπης νά ‘ρθουν αμέσως στην πρωτεύουσα.

Ο Μεχμέτ συγκατένευσε κουνώντας το σαρικοφορεμένο κεφάλι του και πρόσθεσε.

-Θα γίνει όπως διατάζεις πολυχρονεμένε μου πατισάχ.

Καθώς περνούσαν κάτω απ’ τα πελώρια τείχη του φρουρίου, γύρισαν τα κεφάλια τους και περιεργάστηκαν τις ψηλές κορυφές των πύργων. Πάνω στην κάθε μια διακρίνονταν κι ένα μεγάλο κανόνι. Τα στόμιά τους ήταν στραμμένα προς τον Εύξεινο πόντο και το Βόσπορο.

Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά προς το τεράστιο φρούριο, ο Μωάμεθ είπε στο Μεχμέτ.

-Τι σπουδαία και πόσο χρήσιμα είναι τα φρούρια αυτά όταν είναι γεροχτισμένα, καλά οπλισμένα και στο σημείο που πραγματικά χρειάζονται! Και, σα να μονολογούσε με τον εαυτό του, πρόσθεσε.

-Ο κόσμος σε θαυμάζει Βογιατζίτ. Αλλά αυτοί που θαυμάζουν τώρα εσένα κάποτε θα τρέμουν εμένα.

Ύστερ’ από μικρή σιωπή γύρισε προς το Μεχμέτ αγά και του είπε.

-Το τρομερό αυτό φρούριο το έχτισε πριν χρόνια ο ένδοξος σουλτάνος και πρόγονός μου Βογιατζίτ. Έξυπνος σουλτάνος και μεγάλος αρχηγός, πρόσθεσε με περηφάνια ο Μωάμεθ. Κατάφερνε να παίρνει πάντα τους χριστιανούς με το μέρος του και να τους βάζει να πολεμούν γι’ αυτόν στην πρώτη γραμμή. Στον πόλεμο κατά των Βλάχων, στη μάχη της Ραβίνα το 1395, μπροστά πήγαινε ο Σέρβος πρίγκιπας Λαζάροβιτς και δίπλα στο Βογιατζίτ πολεμούσαν ο δεσπότης Δραγάσης και ο βασιλιάς Μάρκος της Βλαχίας. Και οι δυο αυτοί χριστιανοί ηγεμόνες σκοτώθηκαν στη μάχη εκείνη εναντίον των χριστιανών. Τη μάχη της Νικόπολης κατά των σταυροφόρων το 1396 θα την έχανε ο Βογιατζίτ αν δεν ορμούσε την τελευταία στιγμή ο ίδιος ο Σέρβος πρίγκιπας με πέντε χιλιάδες καλά γυμνασμένο ιππικό του. Το 1392, στην εκστρατεία που οργάνωσε ο Βογιατζίτ στη Μαύρη Θάλασσα κατά της Σινώπης, επικεφαλής του τουρκικού στόλου έβαλε τον ίδιο τον αυτοκράτορα Μανουήλ. Έτσι, τον εξέθεσε στη Δύση κι όταν δεν τον χρειάζονταν άλλο, όχι μόνο τον εγκατέλειψε αλλά τον ανάγκασε να γκρεμίσει και τους δυο καινούριους πύργους που είχε χτίσει στα τείχη της Κωνσταντινούπολης.

Έπρεπε, όμως, να τους είχε σκοτώσει όλους τους άπιστους ηγεμόνες τότε, όταν πολύ έξυπνα τους μάζεψε όλους στις Σέρρες το χειμώνα του 1393-94. Τον αυτοκράτορα Μανουήλ ΙΙ, τον αδερφό του δεσπότη του Μωριά Θεόδωρο, τον Ιωάννη VII, ανεψιό του ατοκράτορα, τον πεθερό του αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δραγάση, το Στέφανο Λαζάροβιτς της Σερβίας και πολλούς άλλους. Τελευταία, όμως, άλλαξε γνώμη και δεν τους σκότωσε. Έκοψε μόνο κάτι χέρια κι έβγαλε κάτι μάτια από μερικούς ακολούθους τους.

Έκανε μια μικρή διακοπή ο Μωάμεθ, σα να ήθελε να κρίνει την αποτυχία εκείνη του Βογιατζίτ και συνέχισε.

-Έχτισε, όμως, αυτό το φρούριο κι απέκοψε την Κωνσταντινούπολη από κάθε επαφή της με τις πόλεις και τους λαούς του Εύξεινου Πόντου. Έτσι, με την Καλλίπολη στα Δαρδανέλια και με το Ανατόλια-χισάρ στο Βόσπορο, απομονώνεται τελείως η Κωνσταντινούπολη. Αρκεί να γίνει καλή χρήση των οχυρών αυτών.

Ξανασταμάτησε και πάλι. Γύρισε το κεφάλι του πίσω κι έριξε ακόμη μια ματιά στους απότομους κι επιβλητικούς τοίχους του φρουρίου και πρόσεθεσε.

-Να ειδοποιηθούν αμέσως όλοι οι πασάδες όπως σου είπα.

Χτύπησε τα ασημοστολισμένα χαλινάρια στο λαιμό του αλόγου του και συνέχισε το δρόμο του με καλπασμό. Κοντά του κάλπασε κι ολόκληρη η φανταχτερή ακολουθία του.

Σ’ όλη τη διαδρομή μέχρι την Αδριανούπολη, ο Μωάμεθ φαινόταν ταραγμένος και ανήσυχος. Τα ψηλά κι επιβλητικά φρούρια της Κωνσταντινούπολης, που ξεπρόβαλαν σκυθρωπά κι ογκώδη στον ορίζοντα και οι γυαλιστεροί τρούλοι των εκκλησιών της, που αντανακλούσαν την ανταύγιά τους στο στερέωμα, ερέθιζαν την κατακτητική του μανία και τον έκαναν νευρικό κι απότομο. Φθάνοντας στην Αδριανούπολη κλείστηκε στο σεράι και, σαν τραυματισμένο θηρίο, στριφογύριζε μόνος του μέσα στα δωμάτιά του, χωρίς να μπορεί να βρει έστω και μιας στιγμής ησυχία. Το όραμα της Κωνσταντινούπολης και η επιθυμία της κατάκτησής της δεν τον άφηναν να κλείσει μάτι.

Αργά μετά τα μεσάνυχτα, ξύπνησε το Μεχμέτ αγά.

-Πάρε μερικούς γενιτσάρους, του είπε και πήγαινε να μου φέρεις τώρα εδώ το Χαλλίλ πασά.

Ο Χαλλίλ πασάς ταράχτηκε όταν είδε να μπαίνουν γενίτσαροι της προσωπικής φρουράς του Μωάμεθ στο δωμάτιό του μέσα στη νύχτα. Ο γερο-βεζίρης προσπάθησε να φανεί δυνατός και να κρύψει την τρομάρα του.

-Μεγάλε μου άρχοντα, του είπε ο Μεχμέτ μόλις άνοιξε η πόρτα του δωματίου του και βρέθηκε μπροστά του. Ο μεγάλος μας σουλτάνος σε καλεί τώρα αυτή τη στιγμή κοντά του. Ντύσου, όσο μπορείς πιο γρήγορα και πάμε.

Λύγισαν τα γόνατα του Χαλλίλ πασά, σαν άκουσε ότι τον καλεί ο Μωάμεθ τέτοια ώρα. Γνώριζε καλά το βάρβαρο και σκληρό χαρακτήρα του νεαρού σουλτάνου κι απ’ την πολύχρονη πείρα του, ήξερε τι μπορεί να σημαίνει μια τόσο βιαστική πρόσκληση και μάλιστα σε μια τόσο προχωρημένη ώρα της νύχτας. Συγκράτησε όσο μπορούσε καλύτερα την ψυχραιμία του, φόρεσε το μακρύ χιτώνα και το χοντρό πανωφόρι του και ζήτησε την άδεια απ’ το Μεχμέτ αγά να του επιτρέψει να περάσει για λίγο στο διπλανό δωμάτιο. Ο Μεχμέτ δεν έφερε αντίρρηση.

-Πάμε, όμως, όσο μπορείς πιο γρήγορα, του είπε. Ο σουλτάνος είναι άγρυπνος και περιμένει.

Ο μεγάλος βεζίρης μπήκε στο διπλανό δωμάτιο και φίλησε τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Τους μίλησε ήρεμα και προσπάθησε όσο μπορούσε περισσότερο να μην τους τρομοκρατήσει. Η γυναίκα του άρχισε να κλαίει μέσα στη νύχτα ενώ ο Χαλλίλ προσπαθούσε να την καθησυχάσει λέγοντάς της ότι δεν πρέπει να βάζει κακό στο μυαλό της.

Κάποια σπουδαία υπόθεση θα προέκυψε, της έλεγε. Κάποιο επείγον θέμα ίσως να παρουσιάστηκε, που δεν επιδέχεται αναβολή και επιβάλλεται να λυθεί αμέσως, γι’ αυτό και με καλεί τέτοια ώρα. Μην ανησυχείς. Κοιμήσου ήρεμη και θα γυρίσω αμέσως.

Ενώ ψιθύριζε τα λόγια αυτά στη γυναίκα του, απ’ το μυαλό του περνούσαν χίλιες δυο ιδέες. Η σκέψη του σταματούσε στο χριστιανό ψαρά και στην πιο πιστή του σκλάβα την Ελιφέτ. Η Ελιφέτ συναντιόταν ταχτικά με τον ψαρά κι αυτή μόνο παραλάβαινε τα φρέσκα ψάρια, που ταχτικά έφερνε στο βεζίρη ο γερο-ψαράς απ’ τη θάλασσα της Κωνσταντινούπολης. Πολύ φοβόταν, μήπως ο ψαράς εξαγοράστηκε απ’ το Ζαγανό πασά ή άλλους εχθρούς του ή μήπως η πιστή του σκλάβα έπεσε σε κανένα σφάλμα κι ανακαλύφτηκαν οι σκευωρίες του και οι συνεννοήσεις του με τους χριστιανούς. Παρ’ ότι η σκέψη αυτή τον έκανε να τρέμει, δεν ήθελε να πιστέψει ότι η πιστή του Ελιφέτ, αυτή που βρήκε τόση καλοσύνη στο παλάτι του, τον πρόδωσε. Αλλά κι αν ακόμη είπε κάτι η Ελιφέτ, σκέφτηκε, ποιος θα πιστέψει μια γριά χριστιανή σκλάβα και θα αμφισβητήσει τα λόγια ενός μεγάλου βεζίρη; Η σκέψη αυτή τού ‘δωσε θάρρος και δύναμη. Στεραίωσε τα γόνατά του κι ένιωσε το μυαλό του καθαρότερο. Πριν ανοίξει την πόρτα για να βγει απ’ το δωμάτιο της γυναίκας του, βρήκε ψαχουλευτά ένα βαρύ σεντούκι που ήταν στη γωνιά του δωματίου πίσω απ’ την πόρτα κι ήταν σκεπασμένο μ’ ένα χοντρό χαλί. Τράβηξε το χαλί και τό ‘ριξε βιαστικά στο πάτωμα. Εύκολα άνοιξε το βαρύ καπάκι του σεντουκιού και, παραμερίζοντας μερικά βαριά ρούχα, ανέσυρε από μέσα ένα μεγάλο χάλκινο πλατύ σα βαθύ δίσκο κιβώτιο, τό ‘βαλε κάτω απ’ το χοντρό πανωφόρι του και βιαστρικός άνοιξε την πόρτα και γύρισε στο δωμάτιό του, όπου τον περίμενε ο Μεχμέτ αγάς με τους γενιτσάρους του.

-Πάμε, είπε στο Μεχμέτ με προσποιητή βιασύνη και ψυχραιμία. Αρκετά αργήσαμε. Δεν πρέπει ο μεγάλος μας σουλτάνος να περιμένει.

Σε λίγο η συνοδεία έφτασε στο σεράι. Ο Μεχμέτ άνοιξε την πόρτα του δωματίου του Μωάμεθ και ανάγγειλε την άφιξη του μεγάλου βεζίρη.

-Να περάσει. Να περάσει μέσα αμέσως, ακούστηκε αγριεμένη η φωνή του Μωάμεθ.

Ο Χαλλίλ πασάς μπήκε στο δωμάτιο κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Δεν ήθελε να ακούσει κανένας το τι επρόκειτο να λεχθεί μέσα στη μισοσκότεινη αίθουσα.

Ο Μωάμεθ ήταν μόνος. Φαινόταν ταραγμένος. Η όψη του ξαναμμένη απ’ την ταραχή και τα μάτια του αγριωπά και παράξενα απ’ την αγρυπνία. Το δωμάτιο ανάστατο και τα στρώματα του κρεβατιού ανακατεμένα και πεταγμένα εδώ και κει άτακτα στο πάτωμα.

Πρώτη φορά ο γερο-βεζίρης είχε κληθεί τέτοια ώρα απ’ το σουλτάνο του και πρώτη φορά αντίκριζε το Μωάμεθ έτσι εξαγριωμένο κι ανήσυχο.

Μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω του, τράβηξε το πλατύ χάλκινο κιβώτιο κάτω απ’ το πανωφόρι του, έβγαλε το καπάκι του και το άφησε στο πάτωμα και, κρατώντας το μεγάλο κουτί σα δίσκο πάνω απ’ το κεφάλι του, πλησίασε με σεβασμό το Μωάμεθ και άφησε το βαθύ δίσκο στα πόδια του. Ο δίσκος ήταν γεμάτος χρυσά νομίσματα. Όταν τον είδε ο Μωάμεθ ξαφνιάστηκε για μια στιγμή, σούφρωσε τα φρύδια του και ρώτησε.

-Τι σημαίνει αυτό, Λάλα μου; (δηλαδή θείε ή δάσκαλέ μου).

Η λέξη Λάλα έδωσε θάρρος στο γερο-βεζίρη και το μυαλό του με μιας βρήκε την προηγούμενη διαύγειά του και δεν δυσκολεύτηκε να σοφιστεί μια απάντηση.

-Μεγαλειότατε, είπε πονηρά ο Χαλλίλ πασάς. Είναι παλιά συνήθεια, όταν ο σουλτάνος καλεί τους μεγάλους αξιωματούχους του κράτους τέτοια ώρα ασυνήθιστη, αυτοί δεν πρέπει να παρουσιάζονται μπροστά του με άδεια χέρια. Σε παρακαλώ, δέξου αυτόν το λίγο χρυσό. Άλλωστε, δεν προσφέρω στη μεγαλειότητά σου τίποτα δικό μου. Προσφέρω απ’ ό,τι η μεγαλοσύνη σου θέλει να έχω.

-Πάρτα αυτά από δω, είπε ο σουλτάνος με ήπιο ύφος και τα έσπρωξε πιο πέρα. Είναι δικά σου. Δεν θέλω το χρυσό σου. Εκείνο που θέλω είναι, να με βοηθήσεις να κυριεύψω την Κωνσταντινούπολη.

Στο άκουσμα των λόγων αυτών, ο Χαλλίλ ένιωσε μεγάλη ανακούφιση. Ένα τεράστιο βάρος έφυγε από πάνω του κι ένα ανείπωτο ξαλάφρωμα αισθάνθηκε στην ψυχή του και σ’ ολόκληρο το είναι του. Με πραγματική χαρά στον τόνο της φωνής του και με προποιητή βεβαιότητα στα λόγια του είπε.

-Ο Θεός που σ’ έκανε κυρίαρχο τόσων ελληνικών επαρχιών θα σου δώσει και την Κωνσταντινούπολη. Είμαι έτοιμος να θυσιάσω και τη ζωή μου κι όλα μου τα υπάρχοντα στην υπηρεσία του κυρίου μου.

Ο σουλτάνος ηρέμισε κάπως με τα λόγια αυτά του μεγάλου βεζίρη του και με μαλακότερη φωνή είπε.

-Κοίταξε το κρεβάτι μου. Γυρίζω πάνω σ’ αυτό όλη τη νύχτα απ’ τη μια μεριά στην άλλη, χωρίς να μπορώ να βρω ύπνο ή να αισθανθώ κάποια ανακούφιση. Ήθελα απόψε να σου μιλήσω. Ήθελα να σου υπενθυμίσω, ότι δεν πρέπει να επιτρέψεις ποτέ στον εαυτό σου να αλλάξει ή να εξαγοραστεί με χρυσό ή άργυρο. Ας πολεμήσουμε τους Έλληνες με σταθερή θέληση κι επιμονή και με εμπιστοσύνη στον Αλλάχ και στο Μεγάλο Προφήτη. Ας εργαστούμε για να κερδίσουμε τη μακραίωνη κατοικία και το θρόνο των καισάρων[1].

Έμεινε για λίγο σκεπτικός, ενώ το βλέμμα του άστραφτε από θυμό. Χτύπησε τη γροθιά του δυνατά στο γόνατό του και συνέχισε.

-Θα πρέπει να βρεθεί μια λύση. Δεν μπορεί. Θα υπάρχει κάποιος τρόπος, ώστε η χιλιόχρονη Κωνσταντινούπολη να γίνει δική μου.

Κοίταξε το Χαλλίλ ξανά στα μάτια και πρόσθεσε.

-Διέταξα το Μεχμέτ αγά να ειδοποιηθούν όλοι οι πασάδες και οι διοικητές των επαρχιών, νά ‘ρθουν το γρηγορότερο στο σεράι. Συγκεντρώστε τους όλους όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Αν είναι δυνατόν νά ‘ρθουν απόψε. Δεν μπορώ να υποφέρω άλλο αυτήν την αγωνία.

Σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει μέσα στο δωμάτιο. Ο Χαλλίλ πασάς τον κοίταζε με το σταθερό του βλέμμα, καθώς πηγαινοέρχονταν σαν τραυματισμένο θηρίο απ’ τη μια άκρη του δωματίου στην άλλη και προσπαθούσε να εκτιμήσει σωστά την ψυχική του ταραχή και τα ζηλόφθονα και μεγαλομανή αισθήματά του, που περιέζωναν σα φίδια την καρδιά του. Ύστερ’ από δυο-τρεις βόλτες μέσα στο δωμάτιο, ο Μωάμεθ ξαναγύρισε κοντά στο Χαλλίλ και κάθισε στη θέση του. Για λίγη ώρα, έμειναν κι οι δυο άντρες σκεπτικοί. Μέσα στην ησυχία της νύχτας, ο Μωάμεθ έβγαλε ένα βαθύ και πονεμένο αναστεναγμό κι άπλωσε το χέρι του προς το μέρος του Χαλλίλ. Τράβηξε το δίσκο με τα χρυσά νομίσματα και πρώχνοντάς τα προς το μέρος του γερο-βεζίρη του είπε.

-Είναι δικά σου. Κράτησέ τα. Και τού ‘δωσε το χέρι του, για να τον ευχαριστήσει που ήρθε τέτοια ώρα και να τον βοηθήσει να σηκωθεί απ’ τη θέση του.

Σε λίγο, ο Μεχμέτ είδε πάνω απ’ τα παράθυρα του σεραγιού το μεγάλο βεζίρη Χαλλίλ πασά, να βγαίνει απ’ την αψιδωτή αυλόπορτα των ανακτόρων και να κατευθύνεται προς το παλάτι του. Ήταν βιαστικός και κάτι φούσκωνε το χοντρό του πανωφόρι κάτω απ’ τη δεξιά του μασχάλη. Τα άσπρα του γένια φαίνονταν πιο λαμπερά μέσα στο αχνοσκόταδο της αυγής. Είχε αρχίσει να ξημερώνει.

 

Η ειδοποίηση του Μεχμέτ θορύβησε τους πασάδες και η πρόσφατη κατατρόπωση του Ιμπραήμ μπέη της Καραμανίας τους τρόμαξε περισσότερο. Γνώριζαν τον ατίθασο χαρακτήρα και την αυταρχικότητα του Ιμπραήμ, γι’ αυτό και η τόσο γρήγορη υποταγή του στο Μωάμεθ τους είχε εκπλήξει πραγματικά. Η φήμη της αυταρχικότητας του σουλτάνου, η οποία τόσο γρήγορα είχε διαδοθεί και τόσο χειροπιαστά είχε αποδειχθεί, τους έκανε να βάζουν στο μυαλό τους χίλιες δυο κακές σκέψεις.

Γρήγορα, όμως, κατέφθασαν όλοι και στο μεγάλο συμβούλιο που συγκροτήθηκε στο σεράι διαικρίνονταν ανάμεσα στους άλλους ο μέγας βεζίρης Χαλλίλ πασάς, ο Καρατζά πασάς, ο Ζαγανός πασάς, ο Ισφεντίν χαν, ο Φιρούζ αγάς, ο καπετάν πασάς Μπαλτόγλου και άλλοι.

Μόλις ο αξιωματούχος του παλατιού χτύπησε το ασημοστόλιστο ραβδί του δυνατά στο πάτωμα, σε ένδειξη του ερχομού του σουλτάνου, όλοι οι συγκεντρωμένοι μεγάλοι τιτλούχοι σηκώθηκαν όρθιοι και, στο αντίκρισμα του αυταρχικού και τρομερού κυρίου τους, έσκυψαν χαμηλά τα κεφάλια τους και τον προσκύνησαν βαθιά, ενώ αυτός διέσχιζε τη μεγάλη αίθουσα και προχωρούσε προς το μεγαλοπρεπή κι αστραφτερό απ’ τα πολλά πετράδια θρόνο του. Ο Μεχμέτ, δίπλα του όρθιος, παρακολουθούσε, πόσο τα άλλοτε βλοσυρά πρόσωπα των τρομερών και δίστροπων μεγιστάνων της ανατολής και της δυτικής αυτοκρατορίας του Ισλάμ έχαναν το χρώμα τους, απέβαλλαν την τραχύτητά τους και γίνονταν απαλά και υποτακτικά μπροστά στο μεγάλο σουλτάνο, στον απόλυτο μονάρχη κι αντιπρόσωπο του Προφήτη επί της γης.

Αφού συνήλθαν οι καλεσμένοι απ’ την πρώτη ταραχή που ένιωσαν με την παρουσία του σουλτάνου και κάθισαν στα χαμηλά ντιβάνια τους κι ανάμεσα σε παχιά πολύχρωμα μαξιλάρια, ο Χαλλίλ πασάς διέκοψε τη σιγή και απηύθηνε λίγα λόγια αβροφροσύνης προς τους μεγάλους τιτλούχους. Ύστερα, υποκλίθηκε προς το μέρος του σουλτάνου και κάθισε στο ξεχωριστό απ’ τα άλλα ντιβάνι του.

Το λόγο πήρε ο Μωάμεθ και, με σταθερή φωνή και έντονο ύφος, απευθύνθηκε προς τους καλεσμένους του.

-Όλοι γνωρίζετε τα κατορθώματα των μεγάλων προγόνων μας και τις προσπάθειές τους για το καλό του λαού μας και το θρίαμβο του Ισλάμ. Ο μεγάλος Οσμάν πρωτομπήκε στα βυζαντινά εδάφη και το 1326 κατέλαβε την Προύσα. Το 1354 πέρασε στην Ευρώπη και κυρίεψε την Καλλίπολη. Ο τρομερός Μουράτ ο πρώτος, το 1365 πήρε απ’ τους Βυζαντινούς την Αδριανούπολη και την έκανε δεύτερη πρωτεύουσα του κράτους μας. Κυρίεψε την Άγκυρα, τη Σόφια, το Διδυμότειχο. Ο ένδοξος Βογιατζίτ κατατρόπωσε τους χριστιανούς στη Νικόπολη και επεξέτεινε το κράτος του μέχρι τον Ευφράτη και μέχρι τα νότια της Ελλάδας. Ο μέγας Μουράτ ο δεύτερος, τον οποίο όλοι σας υπηρετήσατε, κυρίεψε τη Θεσσαλονίκη και τα Γιάννενα και συνέτριψε τους χριστιανούς στη Βάρνα και στο Κόσσοβο.

Όλοι αυτοί οι μεγάλοι σουλτάνοι δόξασαν το Ισλάμ και το όνομά τους. Κατατεμάχισαν την κάποτε λαμπρή κι ονομασή αυτοκρατορία της Ανατολής και περιόρισαν τον άλλοτε ένδοξο βασιλιά των βασιλέων σ’ ένα μικρό και καταρημαγμένο τρίγωνο της γης. Η άλλοτε ονομαστή και περιώνυμη πόλη του Κωνσταντίνου, απομονωμένη και ξεκομμένη σήμερα απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, τρέμει σα φύλλο κάτω απ’ την απειλή του γιαταγανιού μας. Μόνο ο αυτοκράτορας και οι απερίσκεπτοι άρχοντές της τολμούν ακόμα να υψώνουν το κεφάλι και, με πολύ θράσος και μεγάλη απερισκεψία, να δηλώνουν εμφαντικά την παρουσία τους. Δεν βλέπουν, ότι οι καιροί άλλαξαν. Δεν θέλουν να παραδεχτούν, ότι πλησιάζει το τέλος τους. Δεν θέλουν να καταλάβουν, ότι δεν είμαστε διατεθημένοι με κανένα τρόπο να ανεχθούμε άλλο την παρουσία τους ανάμεσά μας. Δεν θέλουν να πιστέψουν, ότι είναι πλέον γραφτό και μεγάλο κισμέτ για τη γενιά μας, να ισοπεδώσει και να εξαλείψει το στοιχειωμένο αυτό τρίγωνο απ’ το πρόσωπο της γης. Ένας μόνο εκεί μέσα βλέπει την αλήθεια κι αναγνωρίζει την πραγματικότητα. Ο καλόγερος Γεννάδιος και το κόμμα των ανθενωτικών παπάδων του.

Οι ανόητοι άρχοντες εκεί κάτω, χωρίς αρχοντικά και ο αυτοκράτορας χωρίς αυτοκρατορία, νόμισαν ότι με την απουσία μου στη Μ. Ασία θα μπορούσαν να σηκώσουν κεφάλι και να κινηθούν εναντίον μας. Δεν βλέπουν την αδυναμία τους, τα χρέη τους, την κατάντια τους. Αλλά και αν ακόμα κάτι μπορούν να κάνουν, δε θα το αποφασίσουν ποτέ, γιατί σπαταλούν όλον τον καιρό τους σε λόγια, χωρίς να προχωρούν ποτέ σε έργα.

Τώρα λοιπόν που ήμουν στη Μ. Ασία εναντίον του Ιμπραήμ της Καραμανίας, μου στείλαν πρεσβευτές στην Προύσα και μου ζητούσαν να αυξήσω την επιχορήγηση προς τον αυτοκράτορα για τη διατροφή του προδότη Ορχάν. Πραγματική τους αποστολή δεν ήταν να αποσπάσουν μια κάποια αύξηση της διατροφής ενός φυγάδα. Θέμα, άλλωστε, το οποίο πριν από λίγους μήνες είχε τακτοποιηθεί στην Αδριανούπολη κι ούτε ήταν τόσο επείγον, ώστε να χρειάζεται να το λύσουμε στη μέση εκστρατείας, αλλά θέλησαν να επωφεληθούν την εκστρατεία μου αυτή και να με αναγκάσουν να υποχωρήσω σε άλλα σπουδαιότερα σημεία. Με απείλησαν οι αχρείοι, ότι θα αφήσουν ελεύθερο τον προδότη Ορχάν και θα τον αναγνωρίσουν ηγεμόνα της Θράκης. Θυμήθηκα τις συστάσεις του παλιού μου δασκάλου και μεγάλου μας βεζίρη –κι έδειξε μ’ έκδηλη ικανοποίηση προς το Χαλλίλ πασά- και, παρ’ ότι μέσα μου έβραζα από θυμό και μια έξαψη νευρικότητας μ’ είχε κυριέψει, συγκρατήθηκα. Έμεινα απαθής και με ηρεμία άκουσα τις απόψεις τους. Θα μπορούσα να τους γδάρω ζωντανούς επιτόπου και να στείλω τα κεφάλια τους δώρο στον αυτοκράτορά τους. Δεν το έκανα, όμως. Αντίθετα, έδειξα κατανόηση και τους υποσχέθηκα, ότι θα εξετάσω τις προτάσεις του αυτοκράτορα αμέσως μόλις θα γυρίσω στην Αδριανούπολη και θα κάνω ό,τι είναι δίκαιο και σωστό.

Σταμάτησε για λίγο, κοίταξε προσεχτικά όλους γύρω του, έριξε μια δεύτερη πονηρή ματιά στο Χαλλίλ πασά, σα να ήθελε να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τις συμβουλές που τού ‘δωσε παλιότερα και συνέχισε με ύφος γεμάτο ειρωνεία.

-Πραγματικά, επιστρέφοντας στην Αδριανούπολη εξήτασα τις απαιτήσεις των Ελλήνων και σήμερα τις έχω έτοιμες. Θα σας τις πω ποιες είναι, αφού πρώτα δώσουμε την ευκαιρία στο μεγάλο βεζίρη, να μας πει κι αυτός τις απόψεις του πάνω στο θέμα αυτό, γιατί κι αυτός δέχτηκε εδώ ξεχωριστή πρεσβεία του αυτοκράτορα.

Ο Μωάμεθ εκτιμούσε κατά βάθος το Χαλλίλ πασά κι αναγνώριζε τη σοφία του και τη λογική του. Γι’ αυτό και τον κρατούσε στη μεγάλη αυτή θέση. Το γεγονός, όμως, ότι ο Χαλλίλ συμβούλεψε τον πατέρα του Μουράτ, να τον απομακρύνει απ’ την Αδριανούπολη και να τον στείλει στη Μαγνησία, είχε δημιουργήσει μια προκατάληψη κι ένα κρυφό μίσος μέσα του για το μεγάλο βεζίρη. Επιπλέον, η φιλειρηνική πολιτική του και η μετριοπαθής στάση του απέναντι στους Βυζαντινούς, ενίσχυαν την ψυχρότητα του σουλτάνου απέναντί του. Γι’ αυτό και τού ‘δωσε τώρα το λόγο να μιλήσει στο σουμβούλιο για το ίδιο θέμα, όχι για να ζητήσει τη γνώμη του, αλλά για να ακουστούν σ’ όλους εκεί και οι δικές του απόψεις, ώστε να ξεκαθαριστεί η θέση του και να εκτεθεί μόνος του, σε περίπτωση που πραγματικά κρατούσε φιλοβυζαντινή στάση.

Ο Χαλλίλ πασάς, όμως, δεν έπεφτε εύκολα σε τέτοιες παγίδες. Είχε μεγαλώσει κι είχε γεράσει μέσα στη διπλωματία και γνώριζε να εκτιμά σωστά τις κακοτοπιές και να ελίσσεται επιδέξια στις δυσκολίες.

Ο Χαλλίλ είχε πατέρα Σέρβο και μητέρα Ελληνίδα. Γεννήθηκε χριστιανός. Πιάστηκε μικρός απ’ τους Τούρκους κι εξισλαμίστηκε. Από μικρός ήταν έξυπνος και φιλομαθής. Εύκολα μορφώθηκε και γρήγορα μπήκε στην υπηρεσία του σουλτάνου, φθάνοντας μέχρι το ανώτατο αξίωμα του μεγάλου βεζίρη. Είχε αναδειχθεί μεγάλος διπλωμάτης. Ήταν συγκρατημένος στις κρίσεις του και λογικός στις αποφάσεις του. Ήταν αρχηγός μιας φιλειρηνικής κίνησης στο παλάτι, πράγμα το οποίο τον έφερνε αντιμέτωπο με το στρατιωτικό κόμμα των πολεμόφιλων Οθωμανών. Οι οπαδοί του κόμματος αυτού πάντοτε τον κατέκριναν για την ηρεμία και τη συντηρητικότητα στις αποφάσεις του και τον χαρακτήριζαν φίλο των χριστιανών. Μάλιστα, του είχαν βγάλει και το παρατσούκλι Γκιαούρ-γιολντασί και Γκιαούρ-ορτάγκ (φίλο και σύμμαχο των απίστων)[2].

Ο Χαλλίλ πασάς, με ήρεμο τόνο και σταθερή φωνή, πήρε το λόγο στο συμβούλιο και είπε.

-Πραγματικά, πριν από λίγο καιρό και όταν ο πολυχρονεμένος μας σουλτάνος έλειπε στη Μ. Ασία, δέχτηκα κι εγώ εδώ στην Αδριανούπολη μια αντιπροσωπεία απ’ την Κωνσταντινούπολη για το θέμα του φυγάδα Ορχάν. Είναι αλήθεια, πως η παράλογη, άκαιρη και γελοία θα μπορούσα να πω, αξίωση της Κωνσταντινούπολης, όχι μόνο με εξέπληξε αλλά με εξενεύρισε κιόλας. Ίσως με μεγαλύτερη δυσκολία, απ’ ότι ο πολυχρονεμένος μας σουλτάνος κράτησε τα νεύρα του, κράτησα κι εγώ την ψυχραιμία μου και κατάφερα ν’ ακούσω χωρίς να διακόψω τους πρεσβευτές. Όταν τελείωσαν τους είπα:

-Γνωρίζω, ότι τα οικονομικά του κράτους σας βρίσκονται σε μεγάλη ακαταστασία. Γνωρίζω, ότι τα έξοδα της ενθρόνισης του αυτοκράτορα και τα πλούσια δώρα που προσέφερε στους διαφόρους άρχοντες με την άνοδό του στο θρόνο, όπως συνηθίζεται στις μέρες μας και περισσότερο σε σας τους Βυζαντινούς, όχι μόνο άδειασαν τα ταμεία του κράτους σας, αλλά αύξησαν αβάσταχτα και το δημόσιο χρέος σας. Τα θησαυροφυλάκιά σας δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν σήμερα ούτε στα έξοδα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων σας και δυσκολεύεστε να πληρώσετε ακόμα και την προσωπική φρουρά του αυτοκράτορα[3]. Η πτώχευση απειλεί το δημόσιο και το κράτος σας δεν είναι σε θέση να σκεφτεί σοβαρά οποιαδήποτε πολεμική απόπειρα εναντίον μας. Όλος ο χρυσός κι όλα τα αυτοκρατορικά κοσμήματα και οι θησαυροί του παλατιού σας έχουν από χρόνια παραδοθεί σαν ενέχειρο στους Βενετούς απ’ την αυτοκράτειρα Άννα και τον τότε νεαρό γιο της Ιωάννη τον V, η οποία με τον τρόπο αυτό απέσπασε μεγάλο δάνειο απ’ τη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου, για να μπορέσει να συνεχίσει τον εμφύλιο πόλεμο κατά του Ιωάννη Κατακουζηνού. Έτσι, το κράτος σας βρίσκεται δίχως αντίκρισμα και βαριά χρεωμένο, χωρίς να μπορεί να ανταποκριθεί στα χρέη του και αδυνατεί να επιστρέψει τα δανεικά στους Βενετούς. Σκεφτήκατε λοιπόν, ότι πηγή εξεύρεσης χρημάτων μπορεί να γίνει ο σουλτάνος. Εκμεταλλευτήκατε τις διαβεβαιώσεις του σουλτάνου, ότι επιθυμεί πραγματικά να διατηρηθεί η ειρήνη μεταξύ μας κι αποφασίσατε, κάνοντας κατάχρηση των συμφωνιών, να αξιώσετε διπλασίαση της επιχορήγησης για τη διατροφή του Ορχάν, σάμπως να μην είναι αρκετά τριακόσιες χιλιάδες άσπρα να συντηρήσουν έναν άνθρωπο, ένα φυγάδα και παράνομο διεκδικητή του θρόνου του νόμιμου σουλτάνου μας.

Τα μάτια του πονηρού Χαλλίλ πηγαινοέρχονταν ανήσυχα καθώς μιλούσε κι ασταμάτητα ερευνούσαν τα πρόσωπα των παρευρισκομένων, προσπαθώντας να συλάβουν τις εκδηλώσεις τους. Ιδιαίτερη ικανοποίηση του προξενούσε η ευχαρίστηση, που έντονα εκδηλωνόταν στο πρόσωπο του Μωάμεθ. Με την ίδια σταθερότητα στη φωνή του, ο μεγάλος βεζίρης συνέχισε.

-Ξαφνιάστηκα πραγματικά όταν άκουσα τους αντιπροσώπους του αυτοκράτορα να δηλώνουν ότι, αν ο σουλτάνος δεν αυξήσει την επιχορήγηση, η αυλή του Κωνσταντίνου θα αναγκαστεί να αφήσει ελεύθερο τον διεκδικητή του οθωμανικού θρόνου πρίγκιπα Ορχάν και δε θα φέρει καμία απολύτως ευθύνη για τις μελλοντικές του ενέργειες. Ετόνισαν μάλιστα, ότι ο Ορχάν έχει πάρα πολλούς οπαδούς στη Θράκη και, με την έξοδό του απ’ την Κωνσταντινούπολη, ενδέχεται να μεταβληθούν τα πράγματα ριζικά κι ανεπανόρθωτα για την Αδριανούπολη. Η απειλή αυτή με εξόργισε πραγματικά και είπα στους πρέσβεις:

-Ανόητοι Έλληνες. Από καιρό έχω μάθει να διακρίνω τις ανοησίες και τις πανουργίες σας. Όταν ο σουλτάνος Μουράτ ζούσε, σας ήταν ίσως δυνατό να κινείσθε όπως θέλατε, γιατί ήταν άνθρωπος πράος, βολικός και ανεκτικός. Αλλά ο σουλτάνος Μωάμεθ είναι τελείως διαφορετικός. Εάν η Κωνσταντινούπολη διέφυγε την οργή και τη δύναμη του Μουράτ τότε, αυτό είναι ίσως μια απόδειξη ότι ο Αλλάχ δεν ήθελε να τιμωρήσει τις παρανομίες και τις αμαρτίες σας. Ανόητοι! Ακόμη η μελάνη στο χαρτί της συνθήκης που συνομολογήσατε δεν στέγνωσε και σεις μας έρχεστε με ανόητες απειλές. Κάνετε λάθος. Δεν είμαστε άπειροι κι ούτε απλά μικρά παιδιά για να τρομάξουμε εύκολα. Εάν πραγματικά πιστεύετε, ότι μπορείτε να κάμετε κάτι, είσαστε ελεύθεροι να το κάμετε. Εάν επιθυμείτε να ανακηρύξετε τον Ορχάν σουλτάνο της ευρωπαϊκής Τουρκίας, ανακηρύξετέ τον. Εάν θέλετε να φέρετε τους Ούγγρους από τούτη τη μεριά του Δούναβη, φέρετέ τους. Παρακαλέστε τους να έρθουν. Εάν θέλετε να ξαναπάρετε τις χώρες που χάσατε, προσπαθείστε. Αλλά, να είσαστε βέβαιοι για ένα πράγμα. Το μόνο που θα πετύχετε, θα είναι να χάσετε κι αυτό το λίγο που έχετε[4].

Τόνισα δε στους πρεσβευτές του αυτοκράτορα, ότι η τελική απάντηση θα δοθεί απ’ το σουλτάνο όταν επιστρέψει απ’ την εκστρατεία. Και, γυρίζοντας προς του παρευρισκομένους, πρόσθεσε:

-Εσείς συμβουλεύσατε το σουλτάνο μας κατά την κρίση σας κι ο μεγάλος μας αφέντης ας δώσει στους Βυζαντινούς την απάντηση που θεωρεί σωστή και δίκαιη.

Με τα λόγια αυτά τελείωσε την αναφορά του ο Χαλλίλ. Υποκλίθηκε προς το Μωάμεθ και ξανακάθισε στη θέση του.

Ο Μωάμεθ, ευχαριστημένος απ’ τη στάση που κράτησε στην απουσία του ο μεγάλος βεζίρης κι ενθουσιασμένος απ’ το ύφος και τα λόγια του, είπε με έκδηλη ικανοποίηση.

-Η απάντηση αυτή του Χαλλίλ πασά εκφράζει ακριβώς το πνεύμα που επικρατεί σήμερα στο σεράι και δηλώνει καθαρότατα τις προθέσεις μου και τις προθέσεις των αρχόντων της μεγάλης μας αυτοκρατορίας. Ελπίζω οι άπιστοι να εκτιμήσουν την απάντηση αυτή που πήραν απ’ το μεγάλο βεζίρη το καλοκαίρι του 1451 και να την θυμούνται πάντοτε στο μέλλον. Οι προειδοποιήσεις που τους δώσαμε τότε θα πάρουν οντότητα σήμερα και με τη συμπαράσταση τη δική σας θα ενισχυθούν, θα ισχυροποιηθούν και γρήγορα θα γίνουν πραγματικότητα.

Και, γυρίζοντας προς το Χαλλίλ πασά, πρόσθεσε.

-Ίσως να είχαν κάπου-κάπου δίκιο οι παλιότεροι, όταν κατηγορούσαν για φιλελληνισμό τον Αλή πασά, το μεγάλο βεζίρη του Βογιατζίτ. Ο άνθρωπος εκείνος είχε ένα αβάσταχτο πάθος προς το χρυσάφι. Αν καμιά φορά απέφευγε να δίνει τελικές απαντήσεις σε εξωτερικά ζητήματα και σε υποθέσεις που προέκυπταν με ξένους ηγεμόνες και όλο ανέβαλε τις λύσεις για αργότερα, το έκανε από φιλοχρηματία κι όχι από άλλον κακό σκοπό. Απλούστατα, μισούσε τους άπιστους, αγαπούσε, όμως, το χρυσάφι τους. Ο δικός μου ο μεγάλος βεζίρης, όμως, με την απάντησή του αυτή, απέδειξε ότι είναι πιστός στον Προφήτη και στο σουλτάνο του κι ότι είναι πραγματικά ακέραιος και άτρωτος σύμβουλος και υπηρέτης. Ουδέποτε είχα υπηψία γι’ αυτόν ή για κανέναν άλλο από σας. Είμαι σίγουρος, ότι όλοι σας είσαστε πιστοί και αφοσιωμένοι στο σουλτάνο σας κι ότι θα κάμετε το καθήκον σας, όπως η θέση σας το απαιτεί και ο νόμος του Προφήτη καθορίζει.

Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και επευφήμησαν το σουλτάνο τους. Ο Μωάμεθ τους ευχαρίστησε ενθουσιασμένος και τους έκανε νόημα να καθίσουν. Μετά συνέχισε.

-Δεν χρειάστηκε να εξετάσω καθόλου τις προτάσεις της Κωνσταντινούπολης. Απλούστατα, διατάζω να σταματήσει αμέσως κάθε επιχορήγηση προς τον αυτοκράτορα και να διωχθούν όλοι οι εισπράκτορες των Βυζαντινών απ’ την περιοχή του Στρυμώνα που παίρνουν απ’ τους κατοίκους της εκεί περιοχής τον μέχρι τώρα καθιερωμένο φόρο για τη διατροφή του Ορχάν. Δε θα συντηρούμε εμείς οι ίδιοι τους προδότες που μας επιβουλεύονται.

Διέκοψε για μια στιγμή. Κοίταξε αυστηρά γύρω του και συνέχισε.

–Επίσης, σας κάλεσα όλους εδώ, για να σας ανακοινώσω, ότι αποφάσισα να προστατέψω με τον πιο καλό τρόπο που νομίζω το πέρασμα του στρατού μας απ’ την Ευρώπη στην Ασία και αντίθετα πάνω απ’ το Βόσπορο. Πριν από ενενήντα περίπου χρόνια (το 1361), ο ένδοξος Μουράτ ο πρώτος κυρίεψε την Αδριανούπολη και το 1365 την έκανε πρωτεύουσα του κράτους του. Χάρισε σε μας την ωραία αυτή πόλη, με την εντολή να την φυλάξουμε και να την μεγαλύνουμε όσο μπορούμε περισσότερο. Βασιλεύοντας, όμως, στην Ευρώπη ο μεγάλος εκείνος σουλτάνος, δεν ξέχασε ούτε και παραμέλησε και την Ασία. Το ίδιο έκαναν και οι διάδοχοί του και ξακουστοί πρόγονοί μας Βογιατζίτ και Μουράτ ο δεύτερος. Έχουμε, λοιπόν κι εμείς ιερό καθήκον και μεγάλη υποχρέωση, να ακολουθήσουμε το παράδειγμά τους και να κάνουμε ό,τι μπορούμε καλύτερο για την εξάπλωση της αυτοκρατορίας μας και τη δόξα του Ισλάμ. Σήμερα, οι καιροί άλλαξαν και επιβάλλεται γρήγορα και με μεγάλη ταχύτητα να μπορεί ο στρατός μας να περνά απ’ τη μια Ήπειρο στην άλλη πάνω απ’ το Βόσπορο, χωρίς τη συγκατάθεση ή την άδεια των Βυζαντινών. Για το σκοπό αυτό, θα χτιστεί εκεί και σε μέρος που θα διαλέξω ο ίδιος μεγάλο φρούριο. Το νέο φρούριο θα χτιστεί στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, κάπου απέναντι απ’ το Ανατόλια-χισάρ. Έτσι, τα δυο φρούρια θα ελέγχουν τη θαλάσσια διάβαση απ’ το Μαρμαρά στον Εύξεινο και ταυτόχρονα θα μας εξασφαλίζουν σίγουρο και ασφαλές πέρασμα απ’ τη μια Ήπειρο στην άλλη.

Θέλω το φρούριο αυτό να είναι γερό, επιβλητικό, καλά εξοπλισμένο και να προξενεί το φόβο και τον τρόμο σ’ όποιον το αντικρίζει. Και προπαντός, θέλω το χτίσιμό του ν’ αρχίσει αμέσως και να τελειώσει αμέσως. Θέλω προθυμία και ταχύτητα. Καθένας από σας θ’ αναλάβει να χτίσει κι ένα μέρος του νέου φρουρίου με δικά του υλικά, δικούς του εργάτες και δικά του έξοδα.

Ο Μεχμέτ αγάς παρατήρησε, ότι τα τελευταία αυτά λόγια του Μωάμεθ έφεραν κάποια ταραχή στα πρόσωπα των πασάδων. Με γρήγορες ματιές αλληλοκοιτάχτηκαν μεταξύ τους αλλά, διατηρώντας την αυτοκυριαρχία τους, συνέχισαν με προσποιητή απάθεια να παρακολουθούν με θερμό, δήθεν, ενδιαφέρον τις εντολές και υποδείξεις του κυρίου τους.

Ο Μωάμεθ πρόσεξε κι αυτός την ταραχή των πασάδων κι επίτηδες συνέχισε με έντονο ύφος.

-Στη δουλειά της ανέγερσης του φρουρίου θα πάρουν μέρος, εκτός απ’ τους σκλάβους, τους εργάτες και τους στρατιώτες και όλοι αδιάκριτα οι αξιωματικοί, οι αγάδες, οι μπέηδες και οι πασάδες. Θέλω όλοι εσείς εδώ, να κουβαλήσετε στα χέρια και στις πλάτες σας τις πρώτες πέτρες. Και θέλω, με το παράδειγμά σας και τη διαρκή συμμετοχή σας στην καθημερινή δουλειά, να δείξετε στους άλλους τη σπουδαιότητα του φρουρίου αυτού και να υπογραμμίσετε σ’ όλους τους εργαζόμενους την επιθυμία και την επίμονη θέληση του σουλτάνου σας για το χτίσιμό του. Θέλω, όλοι να αισθανθούν και να νιώσουν τη ζωτική σημασία που θα έχει για το Ισλάμ το νέο αυτό οχυρό. Δε θα δεχθώ καμιά αντίρρηση και καμιά αδιαφορία από κανένα. Και όποιος δυστροπεί, θα αποκεφαλίζεται αμέσως. Το φρούριο θα χτιστεί πάνω σε έδαφος των Ελλήνων. Γι’ αυτό, ο Καρατζά πασάς θα αναλάβει τη φρούρηση ολόκληρης της γύρω περιοχής, για να εξασφαλιστεί η ανεμπόδιστη μεταφορά των υλικών και η απρόσκοπτη εργασία των τεχνιτών.

Ο καπετάν πασάς θα αγρυπνεί με το στόλο του για κάθε απρόοπτο ενδεχόμενο απ’ τη θάλασσα. Και ο Φιρούζ αγάς θ’ αναλάβει τη φρούρηση των έργων. Τη γενική επίβλεψη και εποπτεία θα έχω εγώ ο ίδιος. Ο Χαλλίλ πασάς θα ειδοποιήσει, όπως ξέρει αυτός, τον αυτοκράτορα για τις προθέσεις μου αυτές. Βασικά, το φρούριο θα έχει σχήμα τριγώνου. Σε κάθε γωνιά θα υπάρχει κι ένας μεγάλος πύργος. Τον ένα μεγάλο πύργο προς τη θάλασσα, μ’ όλα του τα φρούρια και τις οχυρώσεις, θ’ αναλάβει να χτίσει ο Χαλλίλ πασάς. Τον άλλο μεγάλο πύργο προς την ξηρά θα χτίσει ο Ζαγανός πασάς και τον τρίτο πύργο θα αναλάβει ο Σαριτζά πασάς. Ο καθένας σας θα πληρώσει ο ίδιος και με δικά του χρήματα όλες τις δαπάνες της κατασκευής. Εγώ θ’ αναλάβω τα τείχη κι όλα τα υπόλοιπα έργα του φρουρίου.

Τώρα, προσευχηθείτε στον Αλλάχ για την επιτυχία του έργου μας και το βράδυ σας προσκαλώ όλους να δειπνήσουμε στο σεράι. Θα μας περιποιηθούν οι γυναίκες του χαρεμιού του αποστάτη Ιμπραήμ μπέη της Καραμανίας.

Λέγοντας τις τελευταίες αυτές λέξεις, σηκώθηκε κι άρχισε να διασχίζει την αίθουσα κατευθυνόμενος προς την πόρτα. Ταυτόχρονα, όλοι οι πασάδες κι οι άλλοι τιτλούχοι σηκώθηκαν και υποκλίθηκαν βαθιά, χωρίς να πει κανείς ούτε μια λέξη. Πριν βγει απ’ την αίθουσα, ο Μωάμεθ στάθηκε για μια στιγμή. Γύρισε το αυστηρό του βλέμμα προς τους τρομοκρατημένους αξιωματούχους του και πρόσθεσε με στόμφο.

-Το έργο θα γίνει. Κάθε εμπόδιο θα υπερπηδηθεί. Κάθε αντίρρηση ή αδράνεια θα τιμωρείται με θάνατο. Εάν δε κανείς από σας αντιδράσει, θα βρεθώ στην ανάγκη να του πάρω το κεφάλι εγώ με τα ίδια μου τα χέρια.

Έντρομοι οι πασάδες την άλλη μέρα εγκατέλειψαν την Αδριανούπολη και γρήγορα ξαναγύρισαν στις επαρχίες τους. Με βιασύνη συγκέντρωσαν στρατιές από αμέτρητους τεχνίτες, εργάτες και υποζύγια όλων των ειδών και επικεφαλής οι ίδιοι πολυάριθμων στρατιωτών, κατευθύνονταν όλοι σε λίγες μέρες προς το στενό πέρασμα του Βοσπόρου.

Ο μεγάλος βεζίρης, ο πονηρός Χαλλίλ πασάς, για να μην φανεί ότι οι Τούρκοι παραβιάζουν τις ισχύουσες συμφωνίες και για να διατηρηθούν οι ισχύουσες διπλωματικές συνήθειες, έστειλε πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη και ζητούσε την άδεια των Βυζαντινών για την ανέγερση παραθαλάσσιου φρουρίου στο Βόσπορο. Έλεγε δε, ότι ο σουλτάνος αποφάσισε να χτίσει φρούριο εκεί για να προστατέψει το εμπόριο απ’ τα κουρσάρικα πλοία των Καταλωνών.

Ο αυτοκράτορας και η αυλή της Κωνσταντινούπολης, που δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να χτιστεί ένα τέτοιο φρούριο δίπλα τους και σε ένα τόσο ζωτικό και στρατηγικό σημείο, δυσκολεύτηκαν πάρα πολύ να βρουν κατάλληλη απάντηση στις προτάσεις του Χαλλίλ. Ήθελαν η απάντησή τους, αφ’ ενός μεν, να μην επιτρέπει το χτίσιμο του φρουρίου, αφ’ ετέρου δε, να μην δίνει και αφορμή διατάραξης των σχέσεων των δύο ηγεμόνων. Τελικά, δόθηκε η εξής απάντηση στους Τούρκους πρεσβευτές.

«Ο αυτοκράτορας ευχαρίστως θα συμφωνούσε στις προθέσεις του φίλου του σουλτάνου. Δυστυχώς, όμως, το προτεινόμενο μέρος για την ανέγερση του φρουρίου δεν ανήκει σ’ αυτόν αλλά στους Φράγκους του Γαλατά, στους οποίους έχει μεταβιβαστεί παλιότερα. Ως εκ τούτου, φοβάται μήπως η απόφαση αυτή του σουλτάνου τον φέρει αντιμέτωπο με τους Φράγκους.»

Σίγουρα ο Έλληνας διπλωμάτης, που ανέλαβε την ιδέα της απάντησης και συνέταξε το κείμενό της, θα ήταν μάλλον περήφανος για την επιτυχία του αυτή. Ο Χαλλίλ πασάς, όμως, μόλις διάβασε την απάντηση του αυτοκράτορα, χαμογέλασε πονηρά ανάμεσα στα γένια του για την τόση αφέλεια των Ελλήνων και ανταπάντησε.

«Ο σουλτάνος δεν ήθελε να θίξει τα αισθήματα του καλού φίλου του αυτοκράτορα, γι’ αυτό και δεν επιθυμούσε ν’ αρχίσει το χτίσιμο του φρουρίου χωρίς την τυπική του έγκριση. Αλλά, αφού ο αυτοκράτορας δηλώνει ότι το έδαφος αυτό ανήκει στους Φράγκους, ο σουλτάνος, ο οποίος δεν στενοχωριέται καθόλου για τα αισθήματα και τις προθέσεις των ανθρώπων εκείνων, θα προχωρήσει χωρίς καμιά περαιτέρω καθυστέρηση στην ανοικοδόμηση του οχυρού.»

Οι Έλληνες παγιδεύτηκαν στην ίδια τους την απάντηση και τα όπλα που προόριζαν για τους Τούρκους τα έστρεψαν εναντίον τους.

Ύστερα κι απ’ την κατ’ αυτόν τον τρόπο διπλωματική τακτοποίηση του θέματος με το Βυζάντιο, άρχισαν να καταφθάνουν στο Βόσπορο κατά χιλιάδες οι στρατιές των εργατών και των στρατιωτών των Τούρκων κι απ’ την Ασία κι απ’ την Ευρώπη.

Στις 26 Μαρτίου 1452, κατέφθασε και ο Μωάμεθ επικεφαλής μεγάλης στρατιάς γενιτσάρων. Ο ίδιος διάλεξε το στενότερο μέρος του Βοσπόρου, κοντά στο χωριό των Ασωμάτων, ακριβώς απέναντι απ’ τη θέση του Ανατόλια-χισάρ. Εδώ ήταν χτισμένη παλιά εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, προστάτη του Βοσπόρου. Η εκκλησία γκρεμίστηκε και πάνω στα ερείπιά της μπήκαν την ίδια μέρα τα θεμέλια του νέου φρουρίου. Απ’ το σημείο αυτό είχε περάσει στην Ασία και ο Μέγας Αλέξανδρος πριν από δεκαοκτώ περίπου αιώνες.

Την πρώτη μέρα που άρχισαν οι εργασίες έγινε μεγάλο πανηγύρι. Σφάχτηκαν πολλά κριάρια κι άλλα ζώα και το αίμα τους ανακατεύτηκε στη λάσπη των χτιστών ή χύθηκε άφθονο στα θεμέλια του κτιρίου.

Οι εργασίες προχωρούσαν αλματωδώς και ο κάθε χτίστης, με ποινή θανάτου, ήταν υποχρεωμένος, μαζί με δυο βοηθούς του, να χτίσει έναν πήχη τοίχο την ημέρα. Οι πέτρες έρχονταν απ’ την Ανατολή, τα δε θεόρατα δοκάρια απ’ τη Νικομήδεια και την Ποντοηράκλεια. Αδιάκοπη κίνηση ένωνε τις δυο ακτές και αεικίνητη στρατιά κάθε είδους ανθρώπων και ζώων πηγαινοέρχονταν απ’ την Ανατολή στη Δύση και αντίθετα για τις ανάγκες της οικοδομής. Οι τεράστιες ποσότητες τροφών, που χρειάζονταν για τις χιλιάδες των ανθρώπων και των ζώων του πρωτάκουστου αυτού συνεργείου, εξασφαλίζονταν απ’ την αναγκαστική προσφορά των Ελλήνων κατοίκων των γύρω βυζαντινών επαρχιών. Τις περιοχές αυτές τις είχε λαφυραγωγήσει συστηματικά και τις είχε ρημάξει κυριολεκτικά ο Καρατζά πασάς με τους γενιτσάρους του.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος σκέφτηκε στην αρχή να αντιδράσει με έφοδο κατά των σχεδίων του σουλτάνου και να εμποδίσει με τα όπλα το φοβερό έργο της πολυπληθούς εκείνης στρατιάς. Αλλά αποθαρρύνθηκε απ’ τους τρομοκρατημένους συμβούλους του, απ’ τους συγκλητικούς και τους ιερείς, οι οποίοι θεώρησαν τελείως παράλογο ένα τέτοιο τόλμημα του αυτοκράτορα. Τελικά, αποφασίστηκε να σταλούν αντιπρόσωποι στο σουλτάνο και να τον παρακαλέσουν, να εγκαταλείψει την εκτέλεση του έργου, συστήνοντάς του να σεβαστεί τις υπάρχουσες συνθήκες, οι οποίες απαγόρευαν να χτιστεί από μέρους των Τούρκων οποιοδήποτε οχύρωμα πάνω στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου.

Καλύτερα να μην έλεγε τα λόγια αυτά ο απεσταλμένος του αυτοκράτορα. Και δε θα τα έλεγε, αν δεν είχε τα μάτια κατεβασμένα και αν πρόσεχε το ελαφρό νόημα που του έκανε με το χέρι για να σταματήσει ο Μεχμέτ αγάς που στεκόταν λίγο πιο πίσω απ’ το Μωάμεθ.

Ο Μωάμεθ θύμωσε απ’ την παρουσία και τα λόγια των πρεσβευτών του Κωνσταντίνου κι εξοργισμένος τους διέκοψε απότομα και είπε.

-Θα γδάρω ζωντανό όποιον πρεσβευτή ξανά ’ρθει και μ’ ενοχλήσει στο εξής για την υπόθεση αυτή. Εγώ δεν παίρνω τίποτ’ απ’ την πόλη σας. Αλλά και τι να πάρω; Ο βασιλιάς δεν έχει τίποτα εκτός απ’ την τάφρο και τα τείχη. Επιπλέον, αν αποφασίσω να χτίσω φρούριο σ’ εκείνο το σημείο ή όπου αλλού θέλω, δεν έχει κανένα δικαίωμα να μ’ εμποδίσει. Όλα τα φρούρια του στομίου του Βοσπόρου και προς την ανατολή και προς τη δύση είναι δικά μου και η περιοχή κατοικείται από Τούρκους. Γιατί οι Έλληνες δεν έχουν την άδειά μου να κατοικούν στα μέρη αυτά. Πώς θέλετε να ξεχάσω πόσα δεινά έπαθε ο πατέρας μου, όταν ο βασιλιάς σας συμμάχισε με τους Ούγγρους; Αλλά, ό,τι ο ένδοξος Μουράτ δεν κατόρθωσε να κάνει, θα το κάνω εγώ με τη βοήθεια του Αλλάχ. Φύγετε και πέστε στο βασιλιά σας, ότι ο σημερινός άρχοντας της Αδριανούπολης δεν είναι σαν τους προηγούμενους.

Οι πρεσβευτές του Κωνσταντίνου, ύστερ’ απ’ τα αυστηρά αυτά λόγια του Μωάμεθ, προσπάθησαν να τον παρακαλέσουν όπως διατάξει τουλάχιστον το στρατό του να μην λεηλατεί και κακομεταχειρίζεται τους κατοίκους των γύρω περιοχών.

Αντί αυτού, όμως, ο σουλτάνος διέταξε, όπως οι γύρω βυζαντινές επαρχίες αναλάβουν τη συντήρηση όλου εκείνου του αμέτρητου πλήθους των στρατιωτών και των εργατών του φρουρίου, με τη ρητή εντολή να αποκεφαλίζονται αμέσως όσοι αρνούνται να παραδώσουν τα τρόφιμά τους στους Τούρκους.

Όταν γύρισαν οι απεσταλμένοι του Κωνσταντίνου στην πόλη και περιέγραψαν τη συνάντησή τους με το Μωάμεθ κι είπαν τα όσα άκουσαν απ’ το στόμα του, η αυλή ολόκληρη και οι άρχοντες του Βυζαντίου κατατρόμαξαν. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να στείλει τρόφιμα στα συνεργεία του φρουρίου, για να δείξει την καλή του πρόθεση και να αποφευχθεί η λεηλασία των κατοίκων της γύρω περιοχής. Σε τίποτα, όμως, δεν ωφέλησε η προσφορά του αυτή, παρά μόνο στην επιτάχυνση των εργασιών κι έδειξε περισσότερο και έμπρακτα την αδυναμία στην οποία είχε περιέλθει το Βυζάντιο. Επίσης, ο ίδιος ο αυτοκράτορας διέταξε τους κατοίκους της περιοχής των Επιβατών και των γύρω επαρχιών να επιτρέπουν, χωρίς καμία αντίσταση, στους Τούρκους να βόσκουν τα ζώα τους στα χωράφια εκείνων των περιοχών και παρακάλεσε και πάλι το σουλτάνο να σεβαστεί τους κατοίκους και να προστατέψει τη ζωή τους. Όλες αυτές οι υποχωρήσεις αποδείχτηκαν ανώφελες. Οι γενίτσαροι κατέσφαξαν τους κατοίκους των Επιβατών, γιατί έφεραν αντιρρήσεις στις προθέσεις των Τούρκων.

Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, μαθαίνοντας την απάντηση του σουλτάνου και τα φοβερά και απειλητικά λόγια που ξεστόμισε στους Έλληνες πρεσβευτές και, βλέποντας και τις εργασίες του φρουρίου να προχωρούν και το φοβερό οικοδόμημα να ανυψώνεται απειλητικό, τρομοκρατήθηκαν. Κυριεύτηκαν δε από απόγνωση και πανικό, σαν έμαθαν τις σφαγές των Επιβατών κι έτρεχαν αλλόφρονες στις εκκλησιές, για να κάνουν χίλιους σταυρούς μπροστά στις εικόνες ή να ακουμπήσουν γονατιστοί εκατό φορές το μέτωπό τους στο πλακόστρωτο του ναού, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους. Παρακαλούσαν το Θεό, να τους πάρει απ’ τη ζωή, για να μην δουν την καταστροφή της πόλης με τα μάτια τους και να μην ακούσουν μια μέρα τη φοβερή κραυγή:  ‘’η Άγια Πόλη κυριεύτηκε’’.

Κι ενώ οι ιερείς και ο λαός και μαζί του οι έμποροι και οι κρασοπώλες έτρεχαν στις εκκλησιές για να προσευχηθούν, διάφορες ομάδες εργένηδων ανέργων, αφού βρήκαν την ευκαιρία και ήπιαν αρκετό κρασί χωρίς να πληρώσουν και μεθυσμένοι αστειεύονταν και γελούσαν για το φόβο και τον πανικό των άλλων κατοίκων, οπλίστηκαν και με δική τους πρωτοβουλία βγήκαν απ’ τη βόρεια πύλη, με σκοπό να σταματήσουν το χτίσιμο του φρουρίου και να κυνηγήσουν το σουλτάνο μακριά απ’ την Κωνσταντινούπολη. Ο σουλτάνος, βλέποντάς τους έξω απ’ τα τείχη, διέταξε το Μεχμέτ μπέη να τους επιτεθεί. Οι γενίτσαροι αμέσως έπεσαν επάνω τους και κανένας δεν ξαναγύρισε στην πόλη. Άλλοι σκοτώθηκαν κι άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι κι έγιναν σκλάβοι. Η απερισκεψία αυτή των μεθυσμένων έδωσε αφορμή στους Τούρκους να προχωρήσουν προς τις περιοχές της Κωνσταντινούπολης, όπου ο Μεχμέτ μπέης έπιασε σκλάβους κι άρπαξε πολλά ζώα απ’ τα χωράφια και τα σπίτια των κατοίκων.

Στο μεταξύ, οι εργασίες του χτισίματος δεν σταματούσαν μέρα και νύχτα και οι τοίχοι του φρουρίου υψώνονταν όλο και πιο ψηλά. Ο σουλτάνος είχε στείλει ντελάληδες σ’ όλα τα σημεία της αυτοκρατορίας του και ζητούσε απ’ τους αγάδες και τους μπέηδες, τους ιμάμηδες και τους καδήδες να συγκεντρώνουν εργάτες και με ευθύνη τους να τους φέρνουν στο Βόσπορο, για να δουλέψουν στο φρούριο.

Το πολύχρωμο και ποικίλο αυτό πλήθος, με τα παράξενα εργαλεία και τις ιδιόρρυθμες φορεσιές, το πήγαινε-έλα των μακρόσυρτων καραβανιών και των κάθε είδους καϊκιών, που πηγαινοέρχονταν μέρα-νύχτα και ξεφόρτωναν υλικά και ανθρώπους, η παράξενη και ασταμάτητη οχλοβοή του τεράστιου αυτού ανθρώπινου πλήθους και οι βάρβαρες και συνεχείς φωνές των αγάδων και των επιστατών, έδιναν μια πρωτότυπη όψη σ’ όλη τη γύρω περιοχή του Βοσπόρου.

Τη νύχτα, οι αναρίθμητες φωτιές των εργατών, ο υπόκοφος μυκηθμός των χιλιάδων ζώων, οι φωνές και τα κλάματα των απαχθέντων χριστιανών κατοίκων των γύρω περιοχών, οι ήχοι των ζουρνάδων, των λαγούτων και των αυλών, τα σαντούρια και τα ντέφια, μαζί με τις θεόρατες φωτιές των πολυάριθμων ασβεστοκαμινιών, που έκαιγαν νύχτα-μέρα πάνω στη θέση ‘’Καταφύγια’’, γέμιζαν το σκοτάδι μ’ ανατριχίλα και τις καρδιές μ’ έντονο αίσθημα φρίκης και τρόμου.

Ο αυτοκράτορας έκανε και μια τελευταία προσπάθεια για να διατηρηθεί η ειρήνη. Ξανάστειλε πρεσβευτές του στο σουλτάνο, να τον παρακαλέσουν και πάλι, να μην εξολοθρεύει τους κατοίκους της υπαίθρου και να τον διαβεβαιώσουν, για μια ακόμη φορά, για τις καλές προθέσεις των Βυζαντινών. Ο σουλτάνος, όμως, θύμωσε τόσο πολύ με την εμφάνιση των πρεσβευτών, ώστε διέταξε να τους αποκεφαλίσουν αμέσως.

Όταν ο Κωνσταντίνος έμαθε τον αποκεφαλισμό των πρεσβευτών του και τη σφαγή των κατοίκων των Επιβατών έκλεισε όλες τις πύλες των τειχών, αφού πρώτα μπήκαν μέσα στην πόλη όσοι απ’ τους γύρω κατοίκους πρόλαβαν να ξεφύγουν το θάνατο.

Οι μικροαπόπειρες των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης εναντίον του φρουρίου, για να διαλύσουν τους εργάτες και να σταματήσουν το χτίσιμό του, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Το μόνο που κατάφεραν με τον τρόπο που έγιναν, ήταν να εξαγριώσουν περισσότερο τους Τούρκους και να επιταχύνουν την επίσημη και τρομερή πολιορκία της Κωνσταντινούπολης.

Κάτω απ’ το οδυνηρό πλατάγισμα του μαστιγίου και την απειλή του γιαταγανιού, μέσα σ’ εκατόν πενήντα περίπου μέρες, κατά τα τέλη Αυγούστου, το μέγα φρούριο ήταν έτοιμο και στεκόταν ογκώδες και επιβλητικό πάνω στο στενό πέρασμα του Βοσπόρου. Το φρούριο με τα πελώρια ντουβάρια, που είχαν πάχος από εφτά ως δέκα μέτρα, με τον τεράστιο τριγωνικό περίβολο και τους τρεις πανύψηλους πύργους του, δυο προς την ξηρά κι έναν, το φοβερότερο, προς τη θάλασσα, με τα μεγάλα και πολυάριθμα κανόνια του, σκόρπιζε τον τρόμο, όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη και τους γύρω κατοίκους αλλά και σ’ όλα τα πλοία των δυτικών χωρών, που αναγκάζονταν για εμπορικούς λόγους να περνούν απ’ το στενό, πηγαίνοντας ή γυρίζοντας απ’ τη Μαύρη Θάλασσα. Τα πρωτοφανή σε δύναμη και χαλασμό κανόνια του ανάγκαζαν όλα τα πλοία που περνούσαν από κει, αδιάκριτα σε ποια χώρα ανήκαν, να σταματούν μπροστά στο φρούριο, να κατεβάζουν τα πανιά τους, να χαιρετούν την τουρκική σημαία που κυμάτιζε ψηλά στον πύργο του Βοσπόρου και να πληρώνουν ακριβά διόδια, αν ήθελαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Στο φρούριο αυτό, ο σουλτάνος, πριν φύγει για την Αδριανούπολη, εγκατέστησε φρούραρχο το βάρβαρο Φιρούζ αγά με τετρακόσιους διαλεγμένους φανατικούς στρατιώτες. Στις 28 Αυγούστου, φεύγοντας για την πρωτεύουσά του, πέρασε επιδεικτικά κοντά απ’ την Κωνσταντινούπολη επικεφαλής μιας στρατιάς Τούρκων από πενήντα χιλιάδες διαλεχτούς στρατιώτες του και στρατοπέδευσε σε μικρή απόσταση έξω απ’ τα τείχη. Εδώ έμεινε τρεις μέρες και έφιππος, με μεγάλη ακολουθία, περιήλθε και περιεργάστηκε τα μεγάλα Θεοδοσιανά τείχη της πόλης. Έδωσε εντολή στους μηχανικούς του να συντάξουν χάρτη των τειχών και να καταγράψουν όλους τους πύργους και τα υπάρχοντα οχυρώματα με κάθε δυνατή λεπτομέρεια. Κανείς απ’ τις φρουρές του Κωνσταντίνου δεν τόλμησε να κινηθεί ή να προσπαθήσει να εμποδίσει το Μωάμεθ στην περιοδεία του αυτή. Όλοι κλείστηκαν στην Κωνσταντινούπολη γεμάτοι φόβο κι αγωνία, προσπαθώντας να μαντέψουν τις προθέσεις των Οθωμανών. Το τρίτο πρωί, όμως, οι τρομοκρατημένοι Κωνσταντινουπολίτες είδαν με ανακούφιση πάνω απ’ τα ψηλά τείχη άδειο και εγκαταλειμμένο το προσωρινό στρατόπεδο του σουλτάνου. Οι Τούρκοι, ανενόχλητοι και κατά την αρέσκειά τους, πήραν το δρόμο της επιστροφής για την πρωτεύουσά τους, αφού, με την επιβλητική παρουσία τους, κλόνισαν ακόμη περισσότερο την τρομαγμένη καρδιά της πόλης και ενίσχυσαν πιο πολύ την ηττοπάθεια που φώλιαζε κι όλο μεγάλωνε μέσα της.

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1452, ο Μωάμεθ, αφού ανόρθωσε και πάλι τις φοβερές αρχαίες Συμπληγάδες Πέτρες στο Βόσπορο, ξαναγύρισε θριαμβευτής στην Αδριανούπολη. Εκεί, άρχοντες και λαός του επιφύλαξαν λαμπρή υποδοχή. Τώρα πια, με εξασφαλισμένο το ελεύθερο πέρασμα απ’ τη μια Ήπειρο στην άλλη, με την τριετή συμμαχία που είχε προ ολίγου συνάψει με τον Ουνυάδη της Ουγγαρίας, με την υποταγή και την υποτέλεια του Βράκοβιτς της Σερβίας και με την πάταξη του Ιμπραήμ μπέη της Καραμανίας, θα μπορέσει να προχωρήσει πραγματικά και σίγουρα πλέον για την εκστρατεία των ονείρων του.

Η βασιλεύουσα ήταν πλέον ουσιαστικά πολιορκημένη.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 1980


[1] Mijiatovic ‘’The Last Emperor . . .’’                 Σελίδα  129.
Δούκα Μ. ‘’Χρονικό της Άλωσης’’ Εκδ. Βόννης      ‘’       140.
[2] Mijiatovic  ‘’The Last Emperor . . .’’                Σελίδα   100.
[3]  Mijiatovic ‘The Last Emperor . . .’’                  Σελίδα    98.
[4] Mijiatovic ‘’The Last Emperor . . .’’                  Σελίδα   101.

Author: Μνήμες