Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 5

Μωάμεθ Β'

Ο ΟΥΡΒΑΝ ΑΓΑΣ

Την ίδια μέρα που έφτασε ο Μωάμεθ στην Αδριανούπολη, αποφασίστηκε το χτίσιμο καινούριου και λαμπρού ανακτόρου στην πρωτεύουσα για το νεαρό μονάρχη.

Αργά το βράδυ, κάποιος τιτλούχος του παλατιού πλησίασε με χαμηλωμένο το κεφάλι στην ομήγυρη των πασάδων, που λαμπροφορεμένοι όλοι περιστοίχιζαν το σουλτάνο σε μια απ’ τις μεγάλες αίθουσες του σεραγιού και συζητούσαν για τη θέση και τα σχέδια του νέου παλατιού κι έκανε νόημα στον Μεχμέτ αγά. Ο Μεχμέτ πήγε κοντά του κι ο αξιωματικός κάτι του ψιθύρισε στό αφτί. Βιαστικοί υποκλίθηκαν κι οι δυο προς το μέρος του σουλτάνου και των πασάδων και βγήκαν απ’ την αίθουσα. Στο βάθος του διαδρόμου, είδε με έκπληξη ο Μεχμέτ μια μικρή ομάδα εξαγριωμένων γενιτσάρων να κρατούν σφιχτά καθηλωμένο στη γωνία κάποιον άγνωστο μέσης ηλικίας με φράγκικα ρούχα και μαύρο κοντό γένι. Ο άγνωστος είχε το παράστημα δυνατού άντρα και η όψη του και τα λαμπερά μάτια του έδειχναν καλλιεργημένο κι έξυπνο άνθρωπο. Μόλις είδε το Μεχμέτ, τινάχτηκε δυνατά για να ξεφύγει απ’ τα σφιξίματα των γενιτσάρων και είπε.

-Έτσι υποδέχεστε αυτούς που σας αγαπούν; Κι έδειξε με μια κίνηση του κεφαλιού του τους άξεστους γενιτσάρους.

-Ποιος είσαι και τι θέλεις εδώ; τον ρώτησε ο Μεχμέτ.

-Αυτό τον ρωτάμε κι εμείς τόση ώρα, είπε ο αξιωματικός της φρουράς αλλά δεν απαντά κι επιμένει να δει το μεγάλο μας αφέντη και να μιλήσει μόνο σ’ αυτόν.

-Θέλει να δει το σουλτάνο; Ρώτησε ο Μεχμέτ και μια έντονη έκφραση απορίας ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.

-Είμαι σίγουρος, πως ο σουλτάνος θα λυπηθεί πολύ και θα θυμώσει άσχημα μαζί σας, αν μάθει ότι, παρά την άρνησή μου, με αναγκάσατε να ανακοινώσω το όνομά μου σε στρατιώτες, είπε με σταθερή φωνή ο ξένος.

Ο Μεχμέτ διέταξε τους φρουρούς να ελευθερώσουν απ’ τα δυνατά σφιξίματά τους τον άγνωστο επισκέπτη τους και να τον περιποιηθούν, ώσπου να ειδοποιήσει αυτός το σουλτάνο.

-Άλλωστε, αν ο πολυχρονεμένος μας αφέντης διατάξει να του πάρετε το κεφάλι, δεν βλάπτει αν ο ισχυρόγνωμων επισκέπτης μας βρει τους προγόνους του κάπως περιποιημένος, είπε σε τόνο λίγο αστείο ο Μεχμέτ και έφυγε.

Επιστρέφοντας στην αίθουσα του συμβουλίου, βρήκε τους πασάδες να συζητούν με το σουλτάνο. Το ύφος του κι ο τόνος της φωνής του μαρτυρούσαν πως οι κουβέντες τους ήταν από εκείνες που λένε οι άνθρωποι μόνο και μόνο για να περνάει η ώρα ή για να καθυστερήσουν κάπως την αναχώρησή τους και κατάλαβε πως η συζήτηση για το καινούριο σεράι είχε τελειώσει. Πλησίασε το χρυσοστόλιστο ντιβάνι του σουλτάνου και, σκύβοντας το κεφάλι του, ανακοίνωσε χαμηλόφωνα στον κύριό του την παρουσία του παράξενου επισκέπτη στους διαδρόμους του παλατιού και την επιμονή του, να τον δει προσωπικά και να μιλήσει μόνο σ’ αυτόν.

-Φαίνεται διαβασμένος είπες; Ρώτησε μ’ ενδιαφέρον ο σουλτάνος το Μεχμέτ αγά. Φέρτε τον αμέσως μπροστά μου, συνέχισε κι έκανε νόημα μ’ ελαφριά κίνηση του χεριού του στους πασάδες που στεκόταν γύρω του ότι μπορούν να πηγαίνουν. Γύρισε το βλέμμα του προς το Χαλλίλ πασά και, μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού του, τού ‘δειξε ότι τον θέλει να παραμείνει κοντά του. Ο Χαλλίλ πασάς ξανακάθισε στο ντιβάνι του, ενώ ο Μεχμέτ έτρεξε βιαστικός προς την πόρτα, βγήκε στο διάδρομο και σχεδόν αμέσως ξαναγύρισε, συνοδεύοντας τον άγνωστο με τα φράγκικα ρούχα.

Μόλις μπήκε στη μεγάλη αίθουσα ο ξένος, έμεινε έκθαμβος απ’ τον πλούτο και την πολυτέλειά της κι ένα ζωηρό αίσθημα θαυμασμού εκδηλώθηκε στο πρόσωπό του. Τα μάτια του, σπινθηροβόλα και περίεργα, διέγραψαν ένα γρήγορο κύκλο ανάμεσα στα ντιβάνια, στα χαλιά και στ’ άλλα ακριβά έπιπλα και στολίδια του δωματίου και σταμάτησαν επάνω στη σοβαρή κι αυστηρή μορφή του σουλτάνου, που περίμενε όρθιος στο βάθος κοντά σ’ ένα απ’ τα μεγάλα παράθυρα με τις βαριές βυσσινιές κουρτίνες. Δίπλα του στεκόταν ο μεγάλος βεζίρης Χαλλίλ πασάς.

Το βλέμμα του μονάρχη ήταν επιβλητικό κι ανάγκασε τη ματιά του ξένου να χαμηλώσει. Ο Μωάμεθ προχώρησε προς το κέντρο της μεγάλης αίθουσας, ενώ ο επισκέπτης έκλινε τα γόνατα και προσκυνούσε βαθιά τον εξουσιαστή της απέραντης οθωμανικής αυτοκρατορίας.

-Ποιος είσαι και τι θέλεις; Του είπε κοφτά ο σουλτάνος. Τι είναι αυτό που σ’ έκανε να τολμήσεις να παρουσιαστείς μπροστά μου; Δεν ξέρεις, ότι μ’ ένα και μόνο νεύμα μου μπορεί να πέσει το κεφάλι σου στη γη;

-Πολυχρονεμένε μου αφέντη, είπε με χαμηλή αλλά σταθερή φωνή ο ξένος. Όλοι γνωρίζουν πάνω στη γη πόσο απέραντη είναι η εξουσία σου και πόσο απεριόριστη είναι η δύναμή σου. Ξέρω, ότι μπορείς να με διώξεις από εδώ με το χειρότερο τρόπο. Ξέρω, ότι μπορείς να με σκοτώσεις αμέσως και να ρίξεις το κεφάλι μου στα σκυλιά. Ξέρω, ότι μπορείς να με πετάξεις μέσα σ’ ένα κοπάδι σκλάβων και να ξεχαστώ εκεί για πάντα. Το όνομά μου να ξεχαστεί και να σβήσει, όπως θα ξεχαστώ και θα σβήσω κι εγώ απ’ τη ζωή.

Και, υψώνοντας το κεφάλι του, συνέχισε με δυνατότερη φωνή.

-Πιστεύω, όμως, ότι δε θα καταφύγεις σε καμιά απ’ αυτές τις λύσεις. Γιατί, αν με διώξεις, διώχνεις μαζί μου και μια μεγάλη πιθανότητα που σου στέλνει ο Αλλάχ, για να πραγματοποιήσεις το μοναδικό όνειρο της ζωής σου. Αν με σκοτώσεις, μαζί μου θα σκοτώσεις και τη μεγάλη ευκαιρία που σου στέλνει ο Προφήτης και ταυτόχρονα θα σκοτώσεις και τη μοναδική και πολύχρονη επιθυμία των πιστών ολόκληρης της αυτοκρατορίας σου. Γι’ αυτό και επειδή ήρθα σαν φίλος κι όχι σαν εχθρός, πιστεύω ότι δε θα κάνεις μια τέτοια απερισκεψία. Νομίζω, ότι θα θέλεις οπωσδήποτε να μάθεις το όνομά μου. Το όνομά μου είναι . . .

Δίστασε, όμως, να προφέρει τ’ όνομά του και, συγκρατώντας τη φωνή του, έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα προς το Χαλλίλ πασά και το Μεχμέτ αγά, οι οποίοι παρακολουθούσαν με έκδηλο ενδιαφέρον τα λόγια του, σα να ήθελε να πει στο στουλτάνο: ‘’Μήπως είναι καλύτερα αυτοί να φύγουν;’’

Ο σουλτάνος κατάλαβε το δισταγμό του και του είπε ενθαρρυντικά.

-Πες μας ποιος είσαι. Δεν υπάρχει κανείς εδώ που να σ’ αναγκάζει να σωπαίνεις.

-Κατάγομαι απ’ τη Βλαχία, συνέχισε ο ξένος και είμαι μηχανικός. Πολλοί με θέλουν Βλάχο κι άλλοι λένε ότι η γενιά μου κρατάει απ’ την Ουγγαρία. Δεν έχει, όμως, μεγάλη σημασία αυτό. Ονομάζομαι Ουρβανός.

Στο άκουσμα του ονόματός του και ο σουλτάνος και ο Χαλλίλ πασάς κάρφωσαν πιο έντονα επάνω του τα βλέμματά τους.

Ένα έντονο κύμα οργής και θυμού πλημμύρισε το στήθος του Μωάμεθ και τα μάτια του σκοτείνιασαν για μια στιγμή. Συγκρατήθηκε, όμως κι αμέσως επιβλήθηκε στον εαυτό του. Έκρυψε κάθε αγανάκτησή του, μαλάκωσε το βλέμμα του και, με ήρεμο ύφος, του είπε σε φιλικό τόνο.

-Έλα, σήκω επάνω. Κάθισε εδώ. Και του έκανε νόημα να καθίσει σ’ ένα απ’ τα αδειανά ντιβάνια που ήταν δίπλα του.

Ο Ουρβανός σηκώθηκε αργά και με την ησυχία του και κάθισε στη θέση που του υπέδειξε ο Μωάμεθ, σίγουρος πια ότι είχε κερδίσει το παιχνίδι. Αν όχι ολόκληρο, το πρώτο και σπουδαιότερο μέρος οπωσδήποτε.

Ο σουλτάνος και ο Χαλλίλ πασάς κάθισαν στα διπλανά ντιβάνια, βάζοντας τον Ουρβανό στη μέση. Ο Μεχμέτ αγάς κάθισε απέναντί του και μόνο άκουγε σιωπηλός. Απ’ το μυαλό του πέρασαν σαν αστραπή τα λόγια που του είπε ο Μωάμεθ στο δρόμο προς την  Καλλίπολη, όταν, γυρίζοντας πριν δεκαεννιά περίπου μήνες απ’ τη Μαγνησία, κάλπαζαν ο ένας δίπλα στον άλλο: ‘’Έξυπνοι άνθρωποι αυτοί οι χριστιανοί Μεχμέτ’’.

Ο Χαλλίλ πασάς, σιωπηλός και με αινιγματικό βλέμμα, κοίταζε τον Ουρβανό, ενώ μια έντονη υποψία κι ένας ακαθόριστος φόβος έσφιγγαν την ψυχή του κι έκαναν την καρδιά του να χτυπά δυνατά στο στήθος του. Πολύ φοβόταν, μήπως η παρουσία του ανθρώπου αυτού στην Αδριανούπολη σημάνει τη δική του καταστροφή και το δικό του τέλος. Έτρεμε η καρδιά του, μήπως ο ατίθασος κι αποφασιστικός αυτός χριστιανός γνωρίζει κάτι απ’ τη στάση του και τις επαφές του με τον αυτοκράτορα και τη βυζαντινή αυλή και, ξεστομίζοντας καμιά λέξη, τον προδώσει στο σουλτάνο. Πόσες φορές μέσα στο λιγοστό διάστημα της παρουσίας του ξένου στο σεράι δεν ζήτησε από μέσα του να του επιβάλει όσο το δυνατό γρηγορότερα ο σουλτάνος την ποινή του θανάτου! Πόση ανακούφιση θα αισθανόταν, αν έβλεπε αμέσως τον απροσδόκητο  κι ανεπιθύμητο επισκέπτη νεκρό!

-Είσαι ο μηχανικός, ο κατασκευαστής των κανονιών της Κωνσταντινούπολης; Ρώτησε με απορία αλλά και φανερή νευρικότητα ο σουλτάνος.

-Ναι, αυτός είμαι, απάντησε ο επισκέπτης άφοβα.

-Και τι θέλεις στην Αδριανούπολη; Πώς τόλμησες να μπεις εδώ μέσα; Πρόσθεσε ο μεγάλος βεζίρης. Και, ελπίζοντας ότι θα κεντρίσει την οργή του σουλτάνου, συνέχισε με έκδηλη δριμύτητα στη φωνή του. Μήπως σκέφτηκες και συ να παίξεις το ρόλο ενός άλλου Μίλου Κοβίλοβιτς; Του ανόητου εκείνου Σέρβου, που με πονηριά και απάτη μπήκε στη σκηνή του ένδοξου Μουράτ του πρώτου και τον δολοφόνησε, ύστερ’ απ’ την καταστροφή που έπαθαν οι ομοεθνείς του απ’ το μεγάλο εκείνο σουλτάνο στη μάχη του Κόσσοβο;

-Μεγάλε μου άρχοντα, τον διέκοψε ήρεμα ο Ουρβανός. Εγώ δεν είμαι ένας απερίσκεπτος κι άμυαλος στρατιώτης. Είμαι ένας δοκιμασμένος και πολύπειρος μηχανικός. Δεν ήρθα εδώ για να παίξω το ρόλο του ήρωα και να δολοφονήσω ή να πειράξω κανέναν. Άλλωστε, οι γενίτσαροι κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους. Μπορούν οι ίδιοι να σας διαβεβαιώσουν ότι, όταν παρουσιάστηκα σ’ αυτούς και με ψάξανε, δεν βρήκαν ούτε ένα σουγιά επάνω μου. Εγώ δεν ήρθα για να αρπάξω τη ζωή σας ή κάτι άλλο από σας. Ήρθα να σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου. Να δουλέψω για σας, αν το θέλετε, απάντησε με σταθερή φωνή και πειστικότητα ο Ουρβανός.

Απέφυγε να πει, ότι κάποιοι άγνωστοι Τούρκοι εμπορευόμενοι που μπαινόβγαιναν στην Κωνσταντινούπολη τον πλησίασαν προ καιρού και ενίσχυσαν την ιδέα της φυγής στο μυαλό του. Αν χρειαζόταν θα το έλεγε.

Προτιμούσε, όμως, να παρουσιάσει τα πράγματα απ’ την πραγματική τους πλευρά. Ήθελε να δείξει, ότι ολόκληρη αυτή η ιδέα ήταν δική του, όπως και ήταν και ήθελε να τονίσει, ότι ήρθε εδώ καθαρά και μόνο από δική του σκέψη και πρωτοβουλία. Το πλησίασμα των Τούρκων εμπόρων έγινε μετά και ήταν απλή σύμπτωση.

-Τι σ’ ανάγκασε να φύγεις απ’ την Κωνσταντινούπολη; Συνέχισε ο Χαλλίλ πασάς, μάλλον ηρεμότερα.

-Πολυχρονεμένε μου πασά. Δε θα σου κρύψω τίποτα. Θα σου πω όλη την αλήθεια, είπε ο Ουρβανός, με ύφος που έδειχνε την ειλικρίνειά του. Όταν ήρθα στην Κωνσταντινούπολη πριν από καιρό και μπήκα στην υπηρεσία του αυτοκράτορα, δούλεψα πραγματικά με ζήλο κι έκανα αρκετά κανόνια, με τα οποία ενισχύθηκαν οι πύργοι των τειχών και των άλλων φρουρίων στα σύνορα της Πόλης. Έκανα επίσης κανόνια για τα πλοία του αυτοκράτορα. Μάλιστα, με τα κανόνια μου, τα οποία πλήρωσε ο μεγάλος δούκας Νοταράς, εξοπλίστηκαν πέντε δρόμωνες. Παρ’ όλες, όμως, αυτές τις μεγάλες μου προσφορές ο αυτοκράτορας δε με πλήρωνε καλά. Αλλά κι αυτά τα λίγα που μου υποσχέθηκε δε μου τα έδινε. Όχι, όμως, γιατί δεν ήθελε αλλά γιατί δεν υπάρχουν χρήματα στα ταμεία. Οι άρχοντες και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, μαζί με τους ανώτερους κληρικούς, τις πολυάριθμες εκκλησίες και τα μοναστήρια, κρατάνε τη γη και εκμεταλλεύονται και στραγγίζουν κυριολεκτικά αυτούς που την δουλεύουν. Άδικα ο αυτοκράτορας επικαλείται τον πατριωτισμό των αρχόντων και των πλουσίων. Άδικα προσπαθεί στο όνομα του Θεού να συγκινήσει την καρδιά τους και να τους κάνει  να προσφέρουν μέρος απ’ τους θησαυρούς τους για την οχύρωση της πόλης. Τα τείχη είναι ερειπωμένα. Οι τροφές λιγοστές κι ο λαός φτωχός και ρακένδυτος. Για να γίνει κάτι, χρειάζονται χρήματα. Αλλά οι μεγάλοι άρχοντες διπλοκλειδώνουν τα ταμεία τους και το μόνο που σκέφτονται είναι, πώς θα υπερισχύσει ο ένας πάνω στον άλλο και πώς θα αυξήσουν περισσότερο τις περιουσίες τους. Τώρα μάλιστα, που ξαναμπήκαν οι αρχιερείς του πάπα στις εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης, κληρικοί και λαός έγιναν χίλια κομμάτια. Ο αυτοκράτορας διέταξε να πάρουν τα δισκοπότηρα απ’ τις εκκλησιές κι ό,τι  άλλο χρυσαφικό υπάρχει, να τα λυώσουν και να τα κόψουν νομίσματα, για ν’ αντιμετωπιστούν κάπως οι ανάγκες των προετοιμασιών του πολέμου. Η διαταγή αυτή εξόργισε περισσότερο τους ιερείς και αύξησε το θράσος και την αθυροστομία τους κατά του αυτοκράτορα. Τον κατηγορούν ανοιχτά, ότι επίτηδες και συστηματικά ξεγυμνώνει τις εκκλησιές και τα μοναστήρια, για να τα ταπεινώσει και να τα παραδώσει στους Λατίνους . . .

Ο σουλτάνος με το μεγάλο βεζίρη άκουγαν σιωπηλοί και με προσοχή και δεν διέκοπταν τον Ουρβανό, ο οποίος συνέχισε να μιλά για πολλή ώρα.

Για μια στιγμή, τον ρώτησε ο σουλτάνος.

-Πώς είσαι τόσο σίγουρος, ότι εγώ θα σε πληρώσω περισσότερα για να δουλέψεις για μένα; Δεν ξέρεις, ότι το μαστίγιο των γενιτσάρων μπορεί να σε βάλει να δουλεύεις μέρα-νύχτα, ακόμα και χωρίς τροφή και ξεκούραση;

-Ναι, το ξέρω. Ξέρω, ότι οι γενίτσαροι μπορούν να με κάνουν να δουλεύω ακατάπαυστα σα σκλάβος. Με τη φοβέρα, όμως, θα δουλεύω σαν εργάτης, όχι σαν τεχνίτης. Οι μεγάλες σκέψεις της τέχνης, πολυχρονεμένε μου αφέντη, δεν βγαίνουν απ’ το μυαλό με το μαστίγιο κι ούτε μπαίνουν στη δούλεψη κανενός με την απειλή του γιαταγανιού.

Ο Μεχμέτ θαύμαζε το θάρρος και την εξυπνάδα του ξένου. Αμφέβαλε, όμως, για την ασφάλεια της ζωής του, γιατί τα λόγια που έλεγε δεν ήταν συνηθισμένα κι ούτε τα κατάλληλα για τα αφτιά του απότομου και αυστηρού σουλτάνου. Μπορεί να είναι, σκέφτονταν, ένας μεγάλος μηχανικός αλλά τι μπορεί να κάνει ένας άπιστος και τι ανάγκη έχει απ’ αυτόν μια αμέτρητη και παντοδύναμη στρατιά αφοσιωμένων πιστών του Αλλάχ;

Τις σκέψεις αυτές του Μεχμέτ διέκοψε ο σουλτάνος λέγοντας.

-Και τι μπορείς να προσφέρεις σε μένα παραπάνω απ’ ό,τι πρόσφερες στον άσπονδο εχθρό μου; Τού ‘φτιαξες μεγάλα κανόνια κι οχύρωσες όλα του τα φρούρια. Με τα κανόνια που ήρθες, όπως λες, να φτιάξεις, αν σε κρατήσω στη ζωή, πώς θα μπορώ να αντιπαρασταθώ στα ίδιας δυναμικότητας κανόνια του αυτοκράτορα και μάλιστα όταν αυτά θα βομβαρδίζουν το στρατό μου από μεγάλο ύψος, ψηλά από τα τείχη με πέτρινα βλήματα των εκατό και των διακοσίων λιτρών;

-Πολυχρονεμένε μου αφέντη, είπε βιαστικά ο Ουρβανός. Πρώτα-πρώτα, ο αυτοκράτορας δε θα μπορέσει να κανονιοβολήσει το στρατό σου από ψηλά, γιατί τα τείχη είναι ερειπωμένα και δε θα μπορέσουν για πολύ να κρατήσουν στις επάλξεις τους κανόνια και να αντέξουν στα τρομερά τραντάγματα και στους κλυδωνισμούς τους. Γιατί, τα κανόνια του αυτοκράτορα ρίχνουν πέτρες από διακόσιες μέχρι τριακόσιες λίτρες η καθεμιά και είναι πραγματικά μεγάλα και τρομερά. Δεν ήρθα, όμως, εδώ για να σου φτιάξω τα ίδια κανόνια. Τα κανόνια που θα φτιάξω για σένα θα είναι τέτοια, που, μαζί με τ’ όνομά σου, θα μείνουν κι αυτά ονομαστά στην Ιστορία. Οι γενιές που θά ‘ρθουν μελλοντικά στον κόσμο θα μιλούν για σένα και γι’ αυτά με θαυμασμό.

-Και οι μηχανικοί μου προσπάθησαν να κάνουν μεγαλύτερα κανόνια αλλά δεν το κατάφεραν. Όσο πιο μεγάλο γίνεται το κανόνι τόσο πιο γρήγορα σπάζει. Τα κανόνια αυτά, ύστερ’ από μια ή δυο βολές, ραγίζουν και γίνονται κομμάτια, είπε ο σουλτάνος.

-Αν μου δώσεις τα υλικά και τους ανθρώπους που θα σου ζητήσω, απάντησε ο Ουρβανός, διακόσιες λίτρες θα ζυγίζει ένα μόνο κομμάτι απ’ τα πολλά, στα οποία θα σπάζει το μεγάλο πέτρινο βλήμα που θα ρίχνουν τα καινούρια κανόνια σου. Όσο αφορά για τα ραγίζματα, να μη στενοχωριέσαι. Εξασφάλισέ μου μόνο μπόλικο μαλλί και λάδι.

Ο Μωάμεθ εντυπωσιάστηκε απ’ τα λόγια αυτά του Ουρβανού και, παρ’ ότι ήθελε να συνεχίσει τη συζήτηση μαζί του και να προχωρήσει στις λεπτομέρειες της κατασκευής των κανονιών, συγκράτησε τον κρυφό ενθουσιασμό του και την περιέργειά του και, με προσποιητή ηρεμία, σηκώθηκε όρθιος κι είπε στο Μεχμέτ αγά.

-Να τον περιποιηθείτε και να τον τακτοποιήσετε σ’ ένα απ’ τα κτίρια του σεραγιού. Και, γυρίζοντας προς τον Ουρβανό, συνέχισε. Αύριο θα ξανασυναντηθούμε εδώ για να συνεχίσουμε τη συζήτηση. Θα έχω και τους μηχανικούς μου μαζί μου.

Ένας αυλικός μπήκε στην αίθουσα στο κάλεσμα του Μεχμέτ και πήρε τον Ουρβανό, ο οποίος υποκλίθηκε βαθιά και έφυγε. Ενώ δε έκλεινε η πόρτα πίσω τους, ο Μωάμεθ είπε στο Χαλλίλ.

-Αλήθεια λέει ο άπιστος. Να τον προσέξετε. Μας χρειάζεται. Μας χρειάζονται πολλοί σαν κι αυτόν. Κι ύστερα από μικρή διακοπή πρόσθεσε. Θα βάλω τους άπιστους να πάρουν οι ίδιοι την πόλη τους και να μου την παραδώσουν.

Ο Χαλλίλ πασάς έδειξε κι αυτός χαρά και φάνηκε πως συμμερίζεται τις σκέψεις του σουλτάνου. Στην πραγματικότητα, όμως, προσπαθούσε να κρύψει, όσο πιο έντεχνα μπορούσε, κάποια ακαθόριστη αλλά έντονη στενοχώρια που του προξένησε η όλη συζήτηση με το δραπέτη μηχανικό. Η παρουσία και η προσφορά του Ουρβανού ενίσχυαν αφάνταστα τα κατακτητικά σχέδια του Μωάμεθ και σχεδόν διέλυαν τα δικά του φιλειρηνικά όνειρα. Υποκλίθηκε κι αυτός μπροστά στο σουλτάνο κι έφυγε για το παλάτι του. Στο δρόμο σκεφτόταν τι τρόπο να βρει, αν ακόμα υπήρχε κανένας, για να σταματήσει τις προετοιμασίες για τη μεγάλη εκστρατεία κατά της Πόλης. Για να μπορέσει, όμως, κάτι να κάνει έπρεπε να γνωρίζει πολύ καλά όλα όσα συνέβαιναν γύρω του.

Γνώριζε την παλιότερη δυσαρέσκεια του Μωάμεθ προς το άτομό του και πολύ αμφέβαλε αν ο σουλτάνος του εκμυστηρεύεται όλες του τις σκέψεις και του ανακοινώνει όλες του τις προθέσεις. Και, για να μπορέσει να κάνει κάτι για να τον συγκρατήσει απ’ το μεγάλο εγχείρημα που προετοιμάζει, πρέπει να γνωρίζει την κάθε του κίνηση, την κάθε του σκέψη.

Μπαίνοντας στο παλάτι του ο Χαλλίλ, κάλεσε να παρουσιαστεί μπροστά του η Ελιφέτ. Σχεδόν αμέσως, άνοιξε η πόρτα και πρόβαλε μια μαυροντυμένη γυναίκα. Μπήκε αθόρυβα στον οντά του μεγάλου βεζίρη και με χαμηλωμένο πρόσωπο πλησίασε κοντά του.

Η σκλάβα σήκωσε σιγά τα μάτια της και τον κοίταξε ήρεμα. Το πρόσωπό της φαινόταν λίγο χλομό. Τα μαλλιά της είχαν αρχίσει να ασπρίζουν από πολύ νωρίς και τώρα όλο της το παρουσιαστικό έδειχνε μια γυναίκα πρόωρα γερασμένη, παρ’ ότι δεν ήταν παραπάνω από σαρανταπέντε χρονών. Τα μάτια της φαινόταν πράα και ήσυχα. Αν τα πρόσεχε, όμως, κανείς, θα διέκρινε μέσα στη θλίψη τους τη σπινθηροβόλα εξυπνάδα της και θα έβλεπε να κρύβεται στο βάθος τους μια ζωντάνια και μια ακαθόριστη ανησυχία.

-Άκουσε Ιβάνα, της είπε ο πασάς.

Η Ελιφέτ ταράχτηκε με τα πρώτα λόγια του πασά. Ήξερε πως ο αφέντης της ποτέ δεν την φώναζε με το χριστιανικό της όνομα, το οποίο κι αυτή η ίδια κόντευε να ξεχάσει, όταν την ήθελε για μια συνηθισμένη και καθημερινή δουλειά. Ιβάνα, τη φώναζε μόνον όταν επρόκειτο να της εμπιστευθεί κάτι σπουδαίο και σοβαρό. Κάτι που δε θα τό ‘λεγε σ’ οποιονδήποτε. Αμέσως αναλογίστηκε, πόσο καλά της φερνόταν πάντοτε ο πασάς και πόση κατανόηση έδειχνε πάντα στη δυστυχία της. Γι’ αυτήν, παρ’ ότι ήταν ο αφέντης και ο εξουσιαστής της, ήταν πραγματικά ένας προστάτης μέσα στο βάρβαρο κι αλλόθρησκο συρφετό της Αδριανούπολης. Πόσα δεν της ξαναθύμισε το όνομα Ιβάνα! Ένας κόμπος ανέβηκε απότομα στο λαιμό της και τα μάτια της τα ένιωσε ζεστά. Έσφιξε, όμως, την καρδιά της και σήκωσε το βλέμμα της θαρρετά. Κάρφωσε τα μάτια της με ζωντάνια πάνω στο Χαλλίλ πασά, επιστρατεύοντας όλη της την προσοχή, σα να του έλεγε με τα υγρά της μάτια: Θα κάνω αμέσως ό,τι που πεις. Σ’ ευχαριστώ που μού ‘χεις εμπιστοσύνη.’’

-Θυμάσαι πόσες φορές μου είπες, συνέχισε ο μεγάλος βεζίρης, ότι ευχαρίστησες το Θεό που πιστεύεις, που σ’ έριξε στα χέρια μου όταν σκλάβα ήρθες εδώ απ’ τη Σερβία, ακολουθώντας τότε την καινούρια σουλτάνα μας Μάρα, την κόρη του Βράκοβιτς; Πιστεύω, ότι τα λόγια αυτά, κάθε φορά που τά ‘λεγες, έβγαιναν πραγματικά απ’ την καρδιά σου.

-Πολυχρονεμένε μου αφέντη, είπε η Ιβάνα με κάποια συγκίνηση στον τόνο της φωνής της. Ο Θεός ας σε προστατεύει και ας πληθαίνει τις μέρες της ζωής σου. Πάντα προσεύχομαι για σένα και ποτέ δεν ξεχνώ πως, το ότι βρίσκομαι σήμερα στη ζωή, το χρεωστώ στην καλοσύνη σου. Απ’ τη μεγάλη ομάδα των γυναικών που ήρθαμε εδώ με την κόρη του αφέντη της Σερβίας, μόνο λίγες ζούνε απ’ ότι ξέρω. Μια είναι η Γιασμίν, που υπηρετεί το μεγάλο μας αφέντη, το σουλτάνο και δυο-τρεις ακόμα βρίσκονται μέσα στο σεράι. Οι άλλες πέθαναν ή χάθηκαν στα βάθη της Ασίας.

-Ανέφερες τη Γιασμίν. Εννοώ την Ιλένα, διέκοψε ο Χαλλίλ. Γι’ αυτήν ακριβώς θέλω κι εγώ να σου μιλήσω. Είναι κι αυτή χριστιανή, συνέχισε και ξέρω ότι δε θα θελήσει, όπως δεν θέλεις κι εσύ και όπως δεν θέλω κι εγώ να πάθουν κανένα κακό οι ομόθρησκοί σας. Για να προσπαθήσω, όμως, κάτι να κάνω, αν μπορέσω, πρέπει να ξέρω ό,τι γίνεται μέσα στο σεράι. Πρέπει να ξέρω, τι νομίζει και πώς σκέφτεται για το κάθετι ο σουλτάνος. Κάθε πληροφορία θα μου είναι χρήσιμη. Νομίζω, πως απ’ την Ιλένα θα μπορέσεις να μάθεις πολλά, αν την καταφέρεις και την κάνεις να καταβάλει κάθε προσπάθεια, να μαθαίνει ό,τι μπορεί απ’ το περιβάλλον της σουλτάνας περισσότερο και να μας ενημερώνει ανάλογα. Δεν χρειάζεται να σου πω περισσότερα, ούτε και να σου συστήσω να προσέχεις. Κι άλλη φορά μπήκες πραγματικά στη δούλεψή μου και σ’ ευχαριστώ.

-Θα κάνω ό,τι μπορώ. Θα κάνω το παν, είπε η Ιβάνα με πεποίθηση. Μην ανησυχείς.

Υποκλίθηκε κι έφυγε απ’ το δωμάτιο, αφήνοντας το Χαλλίλ πασά μοναχό.

Αυτός άναψε το ναργιλέ του, μισοξάπλωσε στο ντιβάνι του κι έπεσε σε βαθιούς συλλογισμούς.

 

Το βράδυ αργά, μια μικρή ομάδα ανθρώπων ήταν σκυμμένη πάνω σ’ ένα τραπέζι με χαρτιά μέσα σ’ ένα δωμάτιο του σεραγιού. Ανάμεσά τους ο Μωάμεθ, με τον πιστό του Μεχμέτ αγά, έδειχνε στα χαρτιά και μιλούσε διαρκώς. Κάθε τόσο, οι Τούρκοι μηχανικοί που ήταν γύρω του έστρεφαν κλεφτά τα μάτια τους προς την πόρτα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μην δείχνουν την ταραχή και την ανυπομονησία τους. Με τις συχνές ματιές τους προς την πόρτα, τις νευρικές τους κινήσεις και τα μετρημένα τους λιγόλογα, έδειχναν καθαρά, πως κάτι τους ενοχλούσε. Κάποιον περίμεναν με αγωνία. Για μια στιγμή, η πόρτα άνοιξε κι ένας άντρας με κοντό γένι μπήκε στο δωμάτιο. Ήταν ντυμένος με καινούρια περιποιημένα ρούχα κι απάνω του έλαμπαν τα χρυσοκέντητα σιρίτια και τ’ άλλα φανταχτερά στολίδια της φορεσιάς του.

Μπαίνοντας στο δωμάτιο, έβγαλε το κόκκινο φέσι του με τη μακριά κιτρινόμαυρη χρυσαφένια φούντα του και το κράτησε με ύφος άρχοντα στο δεξιό του χέρι. Υποκλίθηκε με σεβασμό και σοβαρός-σοβαρός προχώρησε προς το τραπέζι.

-Πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, είπε στο Μωάμεθ. Με συγχωρείτε, αν σας έκανα να περιμένετε. Πιστέψτε με, ουδέποτε θα τολμούσα να σκεφτώ ένα τέτοιο πράγμα. Μόλις με ειδοποίησαν, ήρθα αμέσως.

Ο Μωάμεθ χαιρέτισε, έκανε μια κίνηση του χεριού του, σα νά ‘θελε να δείξει ότι δεν συμβαίνει τίποτα και τον κάλεσε να πλησιάσει στο τραπέζι, λέγοντας στους άλλους που ήταν γύρω του.

-Αυτός είναι ο νέος μας σύμβουλος, δείχνοντας προς τον καλοντυμένο άντρα. Ονομάζεται Ουρβανός. Από τώρα θα τον ξέρετε σαν Ουρβάν αγά,

Ο Μεχμέτ ξαφνιάστηκε αναγνωρίζοντας τον Ουρβανό μέσα στη χρυσοκεντημένη τούρκικη φορεσιά. Φαινόταν τόσο διαφορετικός τότε που φορούσε τα φράγκικα! Αλλά είναι και τόσο επιβλητικός τώρα με τα ολοκέντητα ρούχα που του χάρισε ο σουλτάνος!

Ο Ουρβανός υποκλίθηκε ελαφρά προς το μέρος των συμβούλων του Μωάμεθ και προχώρησε με σταθερό βήμα προς το τραπέζι. Έριξε μια ματιά πάνω στα χαρτιά του τραπεζιού κι ένα ελαφρό χαμόγελο πέρασε βιαστικά στα χείλη του. Πήρε μερικά χαρτιά στα χέρια του κι είπε γυρίζοντας προς το σουλτάνο.

-Μεγαλειότατε. Βλέπω ότι έχεις τους χάρτες των τειχών της Κωνσταντινούπολης. Και κούνησε ελαφρά τα χαρτιά που κρατούσε στα χέρια του. Δεν πρέπει, όμως, να βασίζεσαι σ’ αυτά, συνέχισε και ξανάριξε κάπως περιφρονητικά στο τραπέζι τα χαρτιά που κρατούσε.

-Οι χάρτες αυτοί, είπε ο Μωάμεθ με κάποια περηφάνια, έχουν συνταχτεί πριν από λίγα χρόνια. Το 1422, ο τότε ένδοξος σουλτάνος Μουράτ ο ΙΙ ανέθεσε στον ξακουστό Έλληνα μηχανικό Γεώργιο Αμυρούζη να του φτιάξει χάρτες των διαφόρων χωρών. Ο Αμυρούζης έφτιαξε τότε και το σπουδαίο αυτό χάρτη της Κωνσταντινούπολης κι έδειξε προς έναν πραγματικά καλλιτεχνικό και όμορφα χρωματισμένο χάρτη, που ήταν απλωμένος πάνω στο τραπέζι. Ο μεγάλος Μουράτ αγαπούσε τους σοφούς και τους διαβασμένους ανθρώπους, πρόσθεσε με περηφάνια για τον πατέρα του ο Μωάμεθ και συνέχισε. Επιπλέον, πριν από λίγες μέρες οι μηχανικοί μου Σαριτζέ και Μουσλά εδ-διν κι έδειξε με το βλέμμα του προς το μέρος των Τούρκων μηχανικών που καθόταν παραπέρα γύρω στο τραπέζι, σημείωσαν πάνω στους χάρτες όλες τις μεταβολές που έγιναν τον τελευταίο καιρό στα τείχη.

-Είναι σπουδαίο έργο πραγματικά, είπε ο Ουρβανός, δείχνοντας προς τους χάρτες του Μωάμεθ, αλλά εδώ έχεις ζωγραφισμένο στο χάρτι, πώς φαίνεται το τείχος απέξω. Πράγμα το οποίο δεν λέει και πολλά πράγματα σ’ ένα στρατηγό. Εγώ θα σου πω, πώς φαίνονται από μέσα κι ακόμα, πώς είναι οχυρωμένα και τι περικλείουν πίσω απ’ τις επάλξεις τους και μέσα στα φρούριά τους.

Οι μηχανικοί Σαριτζέ και Μουσλά εδ-διν, που ήταν περήφανοι μέχρι τώρα για την χαρτογραφική τους επιτυχία, δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν μια έντονη δυσαρέσκεια και ταπείνωση που ένιωσαν με τα λόγια αυτά ενός προδότη και προσπάθησαν να διαμαρτυρηθούν. Ο σουλτάνος, όμως, τους καθήλωσε μ’ ένα βλέμμα του, που δεν σήκωνε αντιρρήσεις και τους έγνεψε με αυστηρότητα να καθίσουν στις θέσεις τους. Σιωπηλοί, ξανακάθισαν γύρω στο μεγάλο τραπέζι.

Ο Ουρβανός κάθισε σχεδόν απέναντι απ’ το σουλτάνο κι ακριβώς απέναντι απ’ το Μεχμέτ αγά. Πήρε τα χαρτιά στα χέρια του, τα ανακάτεψε κάπως τραβώντας ένα-δυο απ’ τη μέση της δεσμίδας και φέρνοντάς τα στο επάνω μέρος και, βάζοντας τα δυο πρώτα προς το τέλος, έκανε πως τα τακτοποιεί με κάποια σειρά. Έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα δικό του χαρτί, το άπλωσε πάνω στ’ άλλα και άρχισε να λέει.

-Πριν από λίγες μέρες, στις 16 Ιανουαρίου, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπως θα γνωρίζει η μεγαλειότητά σου, ο Γενουάτης πλοίαρχος Ιωάννης Ιουστινιάνης μ’ ένα μεγάλο πλοίο 1200 τόνων και μ’ ένα άλλο 800 τόνων και μ’ εφτακόσιους καλά οπλισμένους στρατιώτες. Στο δοκιμασμένο αυτό πολεμάρχη, στον άλλοτε κυβερνήτη της Κιάφας, ο αυτοκράτορας ανέθεσε την επιστασία της επισκευής και της οχύρωσης των τειχών και την προετοιμασία γενικά της άμυνας της πόλης. Επίσης, υποσχέθηκε ότι, για τις υπηρεσίες του αυτές, θα του παραχωρήσει το νησί της Λήμνου, αν η νίκη του πολέμου που προετοιμάζεται δεν δώσει σ’ αυτόν και στους στρατιώτες του τα λάφυρα και τις αμοιβές που περιμένουν. Ο Ιουστινιάνης, λοιπόν, εργάζεται πυρετωδώς μέρα και νύχτα και προσπαθεί με κάθε τρόπο να οργανώσει την άμυνα, να οχυρώσει τα φρούρια και να επισκευάσει τα πανάρχαια και κατεστραμμένα απ’ τους πολέμους κι απ’ τα χρόνια τείχη. Τα οχυρώματα της Κωνσταντινούπολης είναι σήμερα πραγματικά πανάρχαια. Τα πρώτα αξιόλογα τείχη της πόλης χτίστηκαν κατά τον 5ο αιώνα απ’ το Θεοδόσιο το μικρό. Τα τείχη αυτά πολλές φορές επισκευάστηκαν απ’ τους μετέπειτα αυτοκράτορες, γιατί πολλές φορές έπαθαν μεγάλες ζημιές από σεισμούς ή διάφορες κατά καιρούς επιδρομές εχθρικών λαών. Οι μεγαλύτερες επισκευές, ανακαινίσεις και επεκτάσεις των τειχών αυτών έγιναν κατά τον 9ο αιώνα απ’ τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, τον καταγόμενο απ’ τη Φρυγία και το Θεοδόσιο το Μέγα. Από επιγραφές κι άλλα σκαλιστά επιγράμματα, που βρίσκονται ακόμα πάνω σε διάφορες εντοιχισμένες μαρμάρινες πλάκες, συμπεραίνουμε πως ολόκληρο σχεδόν το τείχος προς τον Κεράτιο Κόλπο το έχτισε ο Μέγας Θεοδόσιος. Το τμήμα αυτό αρχίζει από εδώ απ’ το φρούριο των Επτά πύργων κι έδειξε ο Ουρβανός κάποιο σημείο πάνω στο χάρτη και προχωρεί μέχρι το ανάκτορο του Βελισαρίου κοντά στον Κεράτιο Κόλπο. Απ’ το σημείο δε αυτό αρχίζει το τείχος που χτίστηκε τον 7ο αιώνα απ’ τον Ηράκλειο και περικλείει την εκκλησία και το ανάκτορο των Βλαχερνών. Αμέσως μετά τη μεγάλη πύλη των Βλαχερνών και το μέγα φρούριο του Πενταπυργίου, το τείχος του Ηρακλείου προχωρεί ακολουθώντας την απόκρημνη κατάβαση του εδάφους και ξανασυνεχίζει ανυψούμενο, ώσπου φθάνει την πύλη της Αδριανούπολης και συνεχίζει προς την Προποντίδα. Απ’ τον Κεράτιο μέχρι το ανάκτορο του Βελισαρίου, έξω απ’ το τείχος, περνάει μεγάλος λιθόστρωτος δρόμος, απ’ τον οποίο φαίνεται καθαρά το τεράστιο ύψος του τείχους, το οποίο προξενεί ίλιγγο στον παρατηρητή. Απ’ το μέρος της θάλασσας, η πόλη περιβάλλεται με απλό τείχος. Το τείχος αυτό προς το μέρος του Κερατίου έχτισε ο Μέγας Κωνσταντίνος. Στην πάροδο του χρόνου επισκευάστηκε αρκετές φορές και ιδίως απ’ τους αυτοκράτορες Μιχαήλ και Θεόφιλο. Οι αυτοκράτορες αυτοί το επισκεύασαν και το ανακαίνισαν τόσο πολύ, που φαίνεται σα να χτίστηκε απ’ αυτούς, όπως μαρτυρούν οι διάφορες επιγραφές που υπάρχουν εδώ κι εκεί. Το τείχος στην περιοχή αυτή δεν είναι και πολύ μεγάλο, γιατί η θέση εδώ είναι τέτοια, που, για να προσβάλει κανείς την πόλη απ’ το σημείο αυτό, πρέπει να έχει γερό στόλο στη διάθεσή του. Από εδώ κατάφερε και μπήκε στην Κωνσταντινούπολη ο Ερρίκος Δανδόλος το 1204 με την τέταρτη σταυροφορία των Λατίνων. Από εδώ προσπάθησαν να μπουν στην πόλη κι οι  Άβαροι και οι Άραβες αλλά δεν τα κατάφεραν, γιατί τους ρήμαξε το υγρό πυρ των υπερασπιστών.

Ακούγοντας ο σουλτάνος τις λέξεις ‘’υγρό πυρ’’, άστραψαν τα μάτια του και, διακόπτοντας τον Ουρβανό, τον ρώτησε απότομα.

-Πες μου, τι ξέρεις για το υγρό πυρ; Ξέρεις τη συνταγή του; Αν την γνωρίζεις, πριν μου την πεις, ζήτησέ μου ό,τι θέλεις. Δόξες, τιμές, πλούτη . . ., όσα μου ζητήσεις θα τα έχεις αμέσως. Μόνο πες μου τη σύνθεση και το μείγμα του τρομερού αυτού όπλου.

-Πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, είπε ο Ουρβανός. Ήρθα εδώ με σκοπό να σε υπηρετήσω και να σου πω ό,τι γνωρίζω. Να σου προσφέρω όλες τις γνώσεις μου. Να σου φανερώσω όλα τα μυστικά που κατέχω και να κάνω ό,τι με διατάξεις. Γνωρίζω, ότι τις μεγάλες υπηρεσίες τις αμείβεις με μεγάλα δώρα, σα μεγάλος που είσαι βασιλιάς. Λυπούμαι, όμως, ιδιαίτερα γιατί δεν μπορώ να ικανοποιήσω την επιθυμία σου αυτή και να σε βοηθήσω, όπως μου ζητάς. Το μυστικό του υγρού πυρός φυλάγεται σαν κόρη οφθαλμού απ’ τους Βυζαντινούς. Το μόνο που γνωρίζω είναι λίγα πράγματα γύρω απ’ την ιστορία του τρομερού αυτού όπλου.

Ανακαλύφτηκε από έναν Έλληνα μηχανικό απ’ τη Συρία, τον Καλλίνικο κατά το έτος 675[1] και πρωτοχρησιμοποιήθηκε εναντίον του στόλου του Άραβα χαλίφη Μωαβία, ο οποίος κατέλαβε το λιμάνι της Κυζίκου κι από κει εξόρμησε και πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη.

Το περίφημο υγρό πυρ κατάκαψε τα πλοία του και τον ανάγκασε να λύσει την πολιορκία και να φύγει. Ό,τι απόμεινε απ’ το στόλο του, ξεφεύγοντας το υγρό πυρ, καταστράφηκε στο γυρισμό από μεγάλη θαλασσοταραχή.

Επίσης, το 717 οι Άραβες προχώρησαν απ’ την Πέργαμο, έφτασαν στην Άβυδο και, περνώντας στις ευρωπαϊκές ακτές, πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη από ξηράς. Ταυτόχρονα, 1800 πλοία τους πέρασαν απ’ τον Ελλήσποντο στην Προποντίδα και πολιόρκησαν την Πόλη κι απ’ τη θάλασσα. Αλλά και πάλι, παρά τη μεγάλη τους ναυτική δύναμη, δεν κατάφεραν τίποτα, γιατί το τρομερό υγρό πυρ των Ελλήνων κατέστρεψε το στόλο τους. Ό,τι απόμεινε απ’ τις δυνάμεις των Αράβων ξεφεύγοντας τη μανία του τρομερού πυρός αποδεκατίστηκε απ’ την πείνα και το τρομερό κρύο του χειμώνα εκείνου του 717-718[2].

Ο πονηρός Χαλλίλ πασάς δεν έχασε την ευκαιρία, που του παρουσίασαν τα λόγια του Ουρβανού, για να πτοήσει το φρόνημα του Μωάμεθ. Εκμεταλλεύτηκε την περίπτωση και μ’ έξυπνο τρόπο προσπάθησε, διηγούμενος τα παθήματα άλλων επιδρομέων, να τονίσει τη δύναμη του φοβερού όπλου και να υπογραμμίσει τις συνέπειες που μπορούσαν να έχουν οι δυνάμεις του σουλτάνου, σε περίπτωση που θα αποφάσιζε να εκστρατεύσει εναντίον του Κωνσταντίνου.

-Την ίδια τύχη είχε κι ο Ρώσος πρίγκιπας Ιγκόρ, είπε ο Χαλλίλ, παίρνοντας βιαστικά το λόγο, όταν κατά το 941, κυριεύοντας τις ακτές της Βιθυνίας και του Βοσπόρου, πήρε τη Χρυσούπολη και πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη. Το υγρό πυρ κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος του στόλου του. Το υπόλοιπο, όσο γλίτωσε απ’ τις αδηφάγες φλόγες του τρομερού υγρού όπλου, τράπηκε σε φυγή και πήρε αμέσως και χωρίς αναβολή το δρόμο της επιστροφής για τη Ρωσία.

Και, προσπαθώντας να υπογραμμίσει ιδιαίτερα τη δύναμη και τη σημασία του φοβερού αυτού όπλου των Ελλήνων, συνέχισε.

-Ο Ιγκόρ δεν συνετίστηκε, φαίνεται, όσο έπρεπε απ’ την πρώτη του καταστροφή και δεν έλαβε όσο έπρεπε υπόψη του τη δύναμη του υγρού πυρός κι ύστερα από τρία χρόνια, το 944, ετοιμάστηκε και εκστράτευσε για δεύτερη φορά εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Όταν, όμως, του θύμισαν, όπως έπρεπε, τη φοβερή δύναμη της υγρής φωτιάς, που έμπαινε παντού και έκαιγε τα πάντα κι έκανε κι αυτήν ακόμη τη θάλασσα να φλέγεται και να βράζει, σκέφτηκε ψυχραιμότερα και, παρ’ ότι είχε ήδη ξεκινήσει για την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω και να δεχτεί τους όρους ειρήνης που του πρότεινε ο αυτοκράτορας.

Και, τονίζοντας τις λέξεις εντονότερα, πρόσθεσε.

-Το υγρό πυρ, λοιπόν, τον ανάγκασε να επιστρέψει στο Κίεβο και να υπογράψει ειρήνη με τους Βυζαντινούς, με όχι και τόσο ευνοϊκούς όρους για τους Ρώσους. Και το υγρό πυρ ήταν εκείνο που τον ανάγκασε να διακηρύξει, ότι η ειρήνη εκείνη επρόκειτο να διαρκέσει ‘’όσο θα διαρκεί ο ήλιος και ο κόσμος τώρα και εις τους αιώνας’’[3].

Βέβαια, τη δύναμη της φλόγας του αντιμετώπισαν και πολλοί δικοί μας ένδοξοι πρόγονοι και υπάρχουν ακόμα άνθρωποι μεταξύ μας που δοκίμασαν τη θανατηφόρα λάμψη του.

Με κάποιο χαμόγελο ικανοποίησης στην έκφρασή του ο Χαλλίλ πασάς κοίταξε τον Ουρβανό, σα να του έλεγε ότι μπορεί να συνεχίσει.

-Όπως λέει ο μεγάλος μας βεζίρης, συνέχισε ο Ουρβανός, η δύναμη του όπλου αυτού είναι τρομαχτική και το μυστικό του πολύ καλά κρατημένο. Κατασκευάζεται μέσα σε τρίσβαθα κι απλησίαστα πετρόχτιστα υπόγεια. Κανένας δεν επιτρέπεται να πλησιάσει στα μέρη αυτά. Ακόμα και όποιος φρουρός των σπηλαίων αυτών ξεφύγει απ’ την αυστηρά καθορισμένη θέση του και περάσει στην απαγορευμένη περιοχή, θανατώνεται αμέσως. Όλοι όσοι δουλεύουν μέσα στα σπήλαια αυτά είναι ξεγραμμένοι απ’ τη ζωή, γιατί ουδέποτε έρχονται σ’ επικοινωνία μ’ αυτή. Εάν ποτέ κανείς απ’ αυτούς που γνωρίζουν τα μυστικά του όπλου βγει στην επιφάνεια της γης, απαγορεύεται αυστηρά να μιλήσει σε οποιονδήποτε ζωντανό άνθρωπο. Και μια ακόμα λέξη αν πει, έστω και στο φρουρό που τον συνοδεύει, θανατώνεται αμέσως. Μάλιστα, παλιότεροι αυτοκράτορες ήθελαν να κόβονται οι γλώσσες όλων εκείνων που εργάζονταν στα υπόγεια της κατασκευής του υγρού πυρός. Ύστερ’ απ’ αυτές τις συνθήκες, μου ήταν τελείως αδύνατο να μάθω, έστω και το παραμικρό για το τρομερό αυτό όπλο, πρόσθεσε ο Ουρβανός.

Ο Μωάμεθ έμεινε για λίγο σκεφτικός και στενοχωρημένος. Γρήγορα, όμως, συνήλθε και, δίνοντας έναν τόνο εύθυμο στη φωνή του, σα να ήθελε να διαλύσει τη δυσάρεστη ατμόσφαιρα που είχε δημιουργήσει γύρω τους η συζήτηση του υγρού πυρός, είπε.

-Μπορεί να το μάθουμε κι αυτό κάποτε. Αν και τότε νομίζω ότι θα μας είναι άχρηστο. Τώρα, ας προχωρήσουμε στο θέμα μας κι ας συνεχίσουμε την εξέταση των τειχών. Και, γυρίζοντας προς τον Ουρβανό, πρόσθεσε. Συνέχισε τον περίπατο που μας χάρισες μέσα στα φρούρια του αυτοκράτορα.

Ο Ουρβανός ξαναγύρισε το βλέμμα του πάνω στους χάρτες του και συνέχισε.

-Το τείχος, το χτισμένο προς τις όχθες της Προποντίδας, αρχίζει απ’ το φρούριο των Επτά πύργων. Αποτελείται από πολλούς και οχυρούς προεξέχοντες τετραγωνικούς πύργους, περικλείει το ανάκτορο του Βουκολέοντα και καταλήγει στον πύργο του Μαρμαρά. Έτσι, το μεγάλο χερσαίο τείχος που προστατεύει το δυτικό μέρος του τριγώνου της Κωνσταντινούπολης κι έχει μήκος έξι χιλιάδων οκτακοσίων οκτώ μέτρων (6808 μ.), μπορεί να διαιρεθεί σε δυο τμήματα τελείως διαφορετικά μεταξύ τους. Το νότιο, που αρχίζει απ’ τον πύργο του Μαρμαρά και τελειώνει κοντά στον πύργο της Αδριανούπολης και το βόρειο, απ’ την πύλη της Αδριανούπολης μέχρι τον Κεράτιο Κόλπο.

Το πρώτο τμήμα, επειδή το έχτισε ο Μέγας Θεοδόσιος, λέγεται Θεοδοσιανό τείχος. Αυτό αποτελείται από δυο παράλληλα τείχη, το εσωτερικό και το εξωτερικό. Το εσωτερικό τείχος βρίσκεται προς το μέρος της πόλης κι είναι και το αρχαιότερο και ισχυρότερο. Φέρει επάλξεις κι έχει ύψος 22 μέτρα. Περιλαμβάνει 17 πύργους, οι οποίοι έχουν ύψος 17 περίπου μέτρα. Το τείχος αυτό χτίστηκε απ’ τον έπαρχο της πόλης Ανθέμιο. Το εξωτερικό τείχος χωρίζεται απ’ το εσωτερικό με άδεια λουρίδα γης πλάτους περίπου 5 μέτρων και χτίστηκε μέσα σε εξήντα μέρες απ’ τον έπαρχο Κύρου Κωνσταντίνο, όπως μαρτυρεί εντοιχισμένη επιγραφή. Το τείχος αυτό επισκευάστηκε και ενισχύθηκε απ’ τον Ιωάννη VIII τον Παλαιολόγο κατά καιρούς, απ’ το 1431 μέχρι το 1444. Κι αυτό το τείχος έχει επάλξεις και ύψος 7 περίπου μέτρα και έχει πύργους ύψους 16 περίπου μέτρα. Το τείχος αυτό περιστοιχίζεται από μεγάλη τάφρο βαθιά, με πλάτος 20 μέτρα, γεμάτη με θαλασσινό νερό. Η τάφρος αυτή απέχει απ’ το τείχος 6 περίπου μέτρα. Τις λουρίδες αυτές της γης μπροστά και πίσω απ’ το εξωτερικό τείχος οι Βυζαντινοί τις ονομάζουν εξωτερικό και εσωτερικό περίβολο. Εδώ, στις θέσεις αυτές είναι συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος των υπερασπιστών της πόλης, εκτός από κείνους που βρίσκονται στους πύργους και στις επάλξεις κι εδώ είναι τοποθετημένες όλες οι διάφορες αμυντικές μηχανές, οι καταπέλτες, οι βελορίπτες, τα μεγαλύτερα πυροβόλα κλπ.. Στις κατηφοριές και στις ανηφοριές, η τάφρος φαίνεται σα να συνεχίζεται από ένα πλήθος λιθόχτιστων δεξαμενών γεμάτων θαλασσινό νερό, που έρχεται απ’ τον Κεράτιο Κόλπο και την Προποντίδα. Έτσι, η πόλη περιβάλλεται από ένα τεράστιο υδάτινο δαχτυλίδι και μοιάζει με νησί.

Ανάμεσα στις πύλες της Αδριανούπολης και του Ρωμανού περνά χείμαρρος, ο οποίος διασχίζει την κοιλάδα του Λύκου, περνά μέσα απ’ την πόλη και χύνεται στη θάλασσα. Υπάρχουν κι εδώ τοιχοποιίες και άλλα έργα για να συγκρατούν το χείμαρρο, όταν χρειάζεται για να γεμίζουν με τα νερά του την τάφρο.

Η πρώτη απ’ τις τέσσερις μεγάλες πύλες του Θεοδοσιανού τείχους, καθώς ερχόμαστε απ’ την Προποντίδα, είναι η ονομαστή Χρυσή πύλη. Αυτή χτίστηκε κατά το 388 με 391 προς τιμή του Μ. Θεοδοσίου και απ’ αυτήν έμπαιναν θριαμβευτικά στην πόλη οι νικητές αυτοκράτορες, όπως ο νικηφόρος Φωκάς και οι διάφοροι επιφανείς ξένοι. Παλαιότερα, η πύλη αυτή προστατευόταν μόνο από δυο μαρμάρινους πύργους. Αλλά ο προκάτοχος του σημερινού αυτοκράτορα, ο Ιωάννης  VIII ο Παλαιολόγος, έχτισε καινούριο φρούριο, το οποίο οι Ρώσοι προσκυνητές που επισκέπτονται την Κωνσταντινούπολη το ονομάζουν συνήθως φρούριο του Καλογιάννη. Ανάμεσα στο δεύτερο και τρίτο πύργο, προς βορράν της Χρυσής πύλης και προς το μέρος του φρουρίου των Επτά πύργων, υπάρχει άλλη μικρότερη πύλη, η οποία, πάνω στο αέτωμά της, φέρει τον αυτοκρατορικό αετό και η οποία χτίστηκε κι αυτή από παλαιότερους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Την πύλη αυτή, ο πατριάρχης και οι παπάδες συνηθίζουν να την ονομάζουν Χρυσεία πύλη ή Μικρά πύλη. Δεύτερη μεγάλη πύλη είναι η πύλη της Σηλύβριας, απ’ την οποία ξεκινά κι ο δρόμος για την ομώνυμη μικρή πόλη της Σηλύβριας προς τις ακτές της Προποντίδας. Η πύλη αυτή ονομάζεται και πύλη της Πηγής και χτίστηκε απ’ τον άρχοντα της Σηλύβριας Μανουήλ Βρυέννιο, επί βασιλείας του Ιωάννη του VIII. Πιο πέρα, υπάρχει κι άλλη μικρή πύλη, την οποία ανοίγουν μόνο μια φορά το χρόνο, για να περάσει ο βασιλιάς να πάει στο αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής και στο διπλανό ανάκτορό του, που είναι χτισμένο μέσα στο πλούσιο σε κυνήγι μεγάλο δάσος.

Η τρίτη μεγάλη πύλη είναι η πύλη του Ρηγίου, η οποία δεν έχει και σπουδαία σημασία. Ύστερ’ απ’ αυτήν είναι η πύλη του αγίου Ρωμανού, δίπλα στην ομώνυμη εκκλησία. Η πύλη αυτή είναι η τελευταία μέχρι την κοιλάδα του Λύκου. Απ’ την απέναντι μεριά του χειμάρου αυτού είναι η πύλη της Αδριανούπολης, η οποία είναι γνωστή και σαν πύλη του Χαρισίου ή του Πολυανδρίου ή του Μυριανδρίου. Πιο πέρα είναι η πύλη του Ξυλοκέρου ή η Κερκόπορτα.

Ο Ουρβανός σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα του απ’ τους χάρτες και κοίταξε προσεχτικά το Μωάμεθ και τους άλλους ακροατές του. Όλοι τους ήταν πραγματικά κρεμασμένοι απ’ τα χείλη του. Τον άκουγαν προσεχτικά και τον παρακολουθούσαν λέξη-λέξη μέσα στα τείχη, πηδώντας μαζί του απ’ το ένα οχυρό στο άλλο. Η αφοσίωση αυτή των Τούρκων στα λόγια του και το έκδηλο ενδιαφέρον τους για όσα τους έλεγε, κολάκευαν ιδιαίτερα τον Ουρβανό, ο οποίος, διατηρώντας τον ίδιο πάντοτε τόνο στη φωνή του, συνέχισε.

-Σε περίπτωση πολιορκίας ή πολέμου, όλες αυτές οι μεγάλες πύλες κλείνονται και οι γέφυρες που είναι πάνω απ’ τη μεγάλη τάφρο διαλύονται. Ανοίγονται, όμως, οι διπλανές μικρές στρατιωτικές πύλες για τις ανάγκες του στρατού, οι οποίες και φυλάγονται μέρα και νύχτα. Τέτοιες πύλες είναι η πύλη του Δευτέρου, η οποία οδηγεί στην ομώνυμη συνοικία της Πόλης και η οποία βρίσκεται ανάμεσα στον δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο πύργο, προς βορράν της μεγάλης Χρυσής πύλης. Η πύλη του Τρίτου, ανάμεσα στον τέταρτο και πέμπτο πύργο, προς βορράν της πύλης της Σηλύβριας. Η πύλη του Τετάρτου, ανάμεσα στον έννατο και δέκατο πύργο, προς βορράν της πύλης του Ρωσίου. Η πύλη της αγίας Κυριακής ή του Πέμπτου, η οποία βρίσκεται στην κοιλάδα του Λύκου, ανάμεσα στις πύλες του Ρωμανού και της Αδριανούπολης. Στο αέτωμα της πύλης αυτής υπάρχει επιγραφή προς τιμή του υπάτου Πουσαίου, ο οποίος έζησε επί Θεοδοσίου του δευτέρου και ο οποίος πιστεύεται πως την έχτισε. Υπάρχει και έκτη στρατιωτική πύλη προς βορράν της πύλης του Χαρισίου και ανάμεσα σ’ αυτή και στο ανάκτορο του Πορφυρογέννητου κι είναι γνωστή με το όνομα πύλη του Ξυλοκέρου ή Κερκόπορτα. Αυτήν την πύλη την ονόμασαν έτσι οι Βυζαντινοί, γιατί παλιότερα οδηγούσε σε ξύλινο κίρκο, δηλαδή ιππόδρομο που βρίσκονταν κοντά στην εκκλησία του αγίου Μάμαντος.

Ο Ουρβανός πήδησε με το δάχτυλο πάνω στο χάρτη το χείμαρο του Λύκου, τραβώντας μαζί του και τα βλέμματα των ακροατών του και, χωρίς να διακόψει καθόλου, συνέχισε.

-Το δεύτερο τμήμα του χερσαίου τείχους, από την πύλη της Αδριανούπολης μέχρι τον Κεράτιο Κόλπο, αποτελείται από διάφορα οχυρώματα, τα οποία περισσότερο αποβλέπουν στην υπεράσπιση του μεγαλοπρεπούς ανακτόρου των Βλαχερνών και της εκκλησίας της Παναγίας των Βλαχερνών. Επειδή το έδαφος στο τμήμα αυτό είναι απότομο κι ανώμαλο και δεν ήταν δυνατή η κατασκευή προστατευτικής τάφρου, ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο Κομνηνός, για να μπορέσει να υπερασπιστεί καλύτερα την πόλη απ’ τις επιδρομές των Σταυροφόρων, διέταξε την κατασκευή τειχών και άλλων αμυντικών έργων εδώ. Απώτερος σκοπός του ήταν να προφυλάξει καλύτερα τα ανάκτορα των Βλαχερνών και τη μικρή συνοικία της Καλιγαρίας. Το τείχος αυτό έχει μεγάλους και επιβλητικούς πύργους, όπως είναι ο πύργος του Ανεμά, του Ισαακίου Αγγέλου, του Μαρκιανού και του Αναστασίου. Οι πύργοι αυτοί χτίστηκαν και οχυρώθηκαν απ’ τους διάφορους κατά καιρούς αυτοκράτορες. Το τμήμα του τείχους, απ’ τον πύργο του Ανεμά μέχρι τον Κεράτιο, χτίστηκε αρχικά μεν απ’ τον Ηράκλειο, για την υπεράσπιση της εκκλησίας των Βλαχερνών, επισκευάστηκε δε απ’ τον αυτοκράτορα Μιχαήλ. Ο δε μικρός προμαχώνας του πενταπυργίου στην πύλη των Βλαχερνών, μετά την εκκλησία του αγίου Νικολάου, χτίστηκε απ’ το βασιλιά Λέοντα τον τρίτο, τον Αρμένιο. Η τελευταία, κοντά στον Κεράτιο Κόλπο πύλη, είναι η λεγόμενη Ξυλόπορτα της γέφυρας του αγίου Καλλινίκου, η οποία χτίστηκε επί Ιουστινιανού. Το τείχος δε και οι πύργοι του τμήματος αυτού χτίστηκαν επί αυτοκράτορα Θεοφίλου. Έτσι, η περιοχή των Βλαχερνών με το μεγάλο ανάκτορο, όπου μένει τώρα ο αυτοκράτορας κι η περιώνυμη εκκλησία, προστατεύονται από τρεις σειρές τειχών. Η πρώτη σειρά αποτελείται απ’ το τείχος του Μανουήλ Κομνηνού και του Ηρακλείου. Η δεύτερη, από παλιότερο τείχος που έχτισαν βασιλείς πριν απ’ το Μανουήλ κι η τρίτη, από το τείχος Θεοδοσίου. Το τμήμα αυτό της αμύνης ποτέ δεν προσβλήθηκε από κανέναν εχθρό στο διάστημα τόσων αιώνων, παρά μόνο απ’ τους Σταυροφόρους το 1204. Όλοι δε οι κατά καιρούς πολιορκητές έστρεφαν πάντοτε την προσοχή τους στο Θεοδοσιανό τείχος και ιδιαίτερα στην περιοχή της πύλης της Αδριανούπολης και της πύλης του Ρωμανού. Φαίνεται, πως η περιοχή αυτή είναι το κλειδί της Πόλης. Και τούτο, γιατί όποιος κυριέψει το σημείο αυτό γίνεται αμέσως κύριος του μεγάλου δρόμου που περνά κατά μήκος των έξι μεγάλων λόφων της περιοχής, διασχίζει την πόλη απ’ τη μια άκρη ως την άλλη και, περνώντας απ’ τα κυριότερα μέρη της, φθάνει μέχρι την αγία Σοφία.

Τα εξωτερικά τείχη της Πόλης σχηματίζουν ένα τεράστιο πέτρινο τρίγωνο, στην κάθε γωνιά του οποίου υψώνεται κι ένα μεγάλο φρούριο. Το ένα απ’ αυτά τα φρούρια λέγεται Κυνήγιον και βρίσκεται στο χώρο της αρχαίας ακρόπολης, κοντά στον άγιο Δημήτριο. Το άλλο είναι το φρούριο των Επτά πύργων, στην ακτή της Προποντίδας και το τρίτο είναι το Κυκλόβιον ή το λεγόμενο Πενταπύργιον, το οποίο βρίσκεται στην αρχή του χερσαίου τείχους.

Στο σημείο αυτό σταμάτησε για λίγο ο Ουρβανός και κοίταξε το Μωάμεθ, που, σκυμμένος πάνω στους χάρτες, σιωπηλός και αφοσιωμένος, παρακολουθούσε με προσοχή και απληστία, προσπαθώντας να συγκρατήσει ολόκληρη την περιγραφή και την ιστορία των φοβερών τειχών λέξη προς λέξη.

-Πολυχρονεμένε μου αφέντη, ξανασυνέχισε σχεδόν αμέσως ο Ουρβανός. Ίσως να ήταν περιττή όλη αυτή η πολυλογία μου. Την θεώρησα, όμως, απαραίτητη, αφ’ ενός μεν για να δεις τις διαθέσεις μου και να πιστέψεις, ότι πραγματικά και με τη θέλησή μου ήρθα να δουλέψω εδώ για σένα και για το μεγαλείο της βασιλείας σου και να σου πω ό,τι γνωρίζω για τα τείχη και για την άμυνα των Βυζαντινών και αφ’ ετέρου, γιατί πιστεύω ότι, γνωρίζοντας κάτι απ’ την ιστορία και την ηλικία των τειχών και των φρουρίων, θα συμπεράνεις και μόνος σου, σε τι κατάσταση βρίσκονται όλα αυτά τα προαιώνια χτίσματα σήμερα.

Ο Μωάμεθ, συγκεντρώνοντας τις σκέψεις του, που τη στιγμή εκείνη, πατώντας πάνω στα λόγια του Ουρβανού, έτρεχαν πίσω αιώνες και παρακολουθούσαν το χτίσιμο των τρομερών εκείνων φρουρίων που ανυπέρβλητα στέκονταν μπροστά του κι απροσπέλαστα ορθώνονταν εμπόδια στα σχέδιά του, ανακάθισε στο ντιβάνι του και είπε.

-Πες μου ό,τι ξέρεις. Πες μου ό,τι έχεις στο νου σου να μου πεις. Πες μου τα όλα. Πάρε με μαζί σου και με τα λόγια σου γύρισέ με πάνω στα τείχη, μέσα στα φρούρια, ψηλά στους πύργους, παντού. Δείξε μου τα πάντα και στ’ όνομα του Αλλάχ, ζήτησέ μου ό,τι θέλεις.

-Τώρα για τώρα, θέλω ένα ρακί ν’ ανοίξει ο λαιμός μου. Είπε κάπως αστειευόμενος ο Ουρβανός, σα να ήθελε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία, για να επιταχύνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε την ανάπτυξη μιας οικειότητας με το μεγάλο μονάρχη.

Ώσπου να ανακαθίσει και ν’ απλωθεί κάπως αναπαυτικότερα ο Ουρβανός στο ντιβάνι του, δυο Τούρκοι μηχανικοί, μ’ ένα νεύμα του σουλτάνου, έτρεξαν αμέσως κι έφεραν μπόλικο ρακί κι ασημένια τάσια για όλους.

Ο Μεχμέτ αγάς, ζαλισμένος απ’ την πολυλογία, τα πολλά ονόματα και τις ημερομηνίες του Ουρβανού και σα νά ‘θελε μια ευκαιρία να διώξει όλα αυτά απ’ το μυαλό του και να ξαναβρεί το χαμένο εαυτό του, υποκλίθηκε απ’ το κάθισμά του κι ενώ περνούσε ο δίσκος με το ρακί από μπροστά του, πριν ακόμα τον αφήσει καλά-καλά στο τραπέζι ο μηχανικός που τον έφερνε, άπλωσε το χέρι του, πήρε το κανάτι κι άρχισε να γεμίζει τα ομορφοσκαλισμένα γυαλιστερά τάσια. Το δυνατό ρακί γέμισε τις φαρδιές κοιλιές των κυπέλλων ως επάνω, αφήνοντας έναν κύκλο από μικρές και λαμπερές φουσκίτσες στο δίσκο της επιφάνειάς τους, σα σημάδι της καλής του ποιότητας και της μεγάλης του αψάδας. Ταυτόχρονα, το άρωμά του, προκλητικό και ασυγκράτητο, απλώθηκε σ’ ολόκληρη την αίθουσα. Όλοι, ξεχνώντας προς στιγμή ότι βρίσκονταν μπροστά στον τρομερό εξουσιαστή της οθωμανικής αυτοκρατορίας και, χωρίς να περιμένουν καμιά άλλη πρόσκληση, άπλωσαν τα χέρια τους ανυπόμονα προς τα μικρά τάσια, τα πήραν απ’ τον ασημένιο βαρύ δίσκο και με μια γρήγορη κίνηση άδειασαν το περιεχόμενό τους στα στόματά τους. Τα μάτια όλων ανοιγόκλεισαν με μιας και τα πρόσωπά τους συσπάστηκαν απ’ την κάψα του ρακιού, αφήνοντας να τα αυλακώσει προς στιγμή μια έντονη αλλά φευγαλέα γκριμάτσα.

Ο Ουρβανός, για να προβάλει κάπως τον εαυτό του και να δείξει στους άλλους μηγχανικούς την ισχύ του και την οικειότητά του με το σουλτάνο, αντί ν’ αφήσει το άδειο τάσι του στο δίσκο, άπλωσε το χέρι του, πήρε το κανάτι με το ρακί, ξαναγέμισε το κυπελλάκι του και το κατέβασε κι αυτό με μιας. Ξανάστραψαν τα μάτια του απ’ την πολύ σπιρτάδα του ποτού και κούνησε κάπως το κεφάλι του για να μετριάσει κάπως το τσούξιμο που αισθάνθηκε στο λαιμό του. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του δυο-τρεις φορές και είπε.

-Μεγάλε μου σουλτάνε. Με την άδειά σου και αν τα λόγια μου τα βρίσκεις ενδιαφέροντα επίτρεψέ μου να συνεχίσω.

-Μα τον Αλλάχ, Ουρβανέ, είπε ο Μωάμεθ, απόψε νομίζω ότι βλέπω το μισό μου όνειρο τελειωμένο. Συνέχισε. Συνέχισε και λέγε μου ως το πρωί για τα τείχη, τα οχυρώματα και τις αδυναμίες τους.

-Τα κολοσσιαία αυτά τείχη, ξανάρχισε ο Ουρβανός, βρίσκονται σήμερα πραγματικά σε άθλια και ελεεινή κατάσταση. Πολλά τμήματα και πολλοί πύργοι έχουν να επισκευαστούν για αιώνες. Ο Ιωάννης ο Παλαιολόγος, γυρίζοντας απ’ το συνέδριο της Φλωρεντίας το 1436, έκανε μερικές επισκευές αλλά όχι και σπουδαίες. Επίσης, πριν λίγα χρόνια, το 1448, ο Γεώργιος Βράκοβιτς, ο άρχοντας της Σερβίας, επισκεύασε με δικά του έξοδα έναν πύργο στο τείχος της ακτής της Προποντίδας.

Τον πύργο της Ανεμάνδρας κοντά στην Ξυλόπορτα επισκευάζει σήμερα με δικά του έξοδα ο Λατίνος καρδινάλιος Ισίδωρος, ο οποίος βρίσκεται τώρα στην Κωνσταντινούπολη σαν αντιπρόσωπος του πάπα της Ρώμης.

Έγιναν κι άλλες μικροεπισκευές εδώ και κει απ’ τους δυο μηχανικούς του Κωνσταντίνου, το Μανουήλ Ιάγαρη και το μοναχό Νεόφυτο Ρόδιο, στους οποίους ο αυτοκράτορας ανέθεσε τη γενική επιστασία της επισκευής των τειχών. Αυτοί, όμως, μπαλώνουν μόνο κακήν-κακώς εδώ και κει τα ερείπια και, όπως διαδίδεται, έφαγαν κι απέκρυψαν το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων. Άλλωστε και πόσο θα μπορούσαν να επισκευαστούν τέτοια τεράστια τείχη μήκους τριάντα χιλιομέτρων εγκαταλειμμένα επί αιώνες; Τα τείχη αυτά, που απέξω φαίνονται τόσο τρομερά και απροσπέλαστα, δε θα μπορέσουν ν’ αντέξουν και πολύ στα τεράστια πυροβόλα που έχω στο νου μου να σου ετοιμάσω.

Στα τελευταία αυτά λόγια του Ουρβανού, ο Μωάμεθ δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τελείως ένα χαμόγελο, εκδηλώνοντας έτσι κάποιο αίσθημα ευχαρίστησης, που προσπαθούσε από ώρα να κρατήσει κρυφό μέσα του.

-Θα χρειαστώ, όμως, υλικά και εργάτες, συνέχισε ο Ουρβανός. Θέλω χαλκό. Πολύ χαλκό και σίδερο. Και χέρια. Χέρια πολλά. Με δύναμη και όρεξη για δουλειά.

-Ό,τι χρειαστείς θα το έχεις. Τόνισε με σιγουριά ο σουλτάνος. Έχω εδώ σίδερο απ’ το Ερζουρούμ και το Χατάυ της Ασίας και χαλκό απ’ τα βουνά του Αίμου και της Μ. Ασίας. Σήμερα έφτασε διαλεχτός και μπόλικος απ’ το Εργκανί και το Μουλκούλ της Αρμενίας κι απόψε ή αύριο φθάνουν σαράντα φορτώματα απ’ το πολύτιμο μέταλλο της Χαλκιδικής. Υπάρχει κι αρκετό απ’ τα ορυχεία της Σερβίας. Διάλεξε όποιο θέλεις. Πάρε όσο θέλεις. Χρησιμοποίησε εκείνο που σου κάνει καλύτερα. Θα διατάξω να φέρουν κι άλλο. Όσο χρειαστείς. Και για χέρια, να πάρεις όσους και όποιους εργάτες θέλεις. Όλοι οι μηχανικοί που είναι εδώ απόψε και έδειξε τους παρευρισκομένους γύρω του κι άλλους αν θέλεις, ακόμα και πολλοί τεχνίτες μπαίνουν απ’ αυτή τη στιγμή στις διαταγές σου. Μόνο κάνε γρήγορα.

-Απ’ αύριο το πρωί το έργο μου αρχίζει. Τόνισε με βεβαιότητα ο Ουρβανός.

-Μπορείς να μου κάνεις κανόνια διπλάσια σε δύναμη απ’ του αυτοκράτορα; Ρώτησε με έκδηλο ενδιαφέρον κι ανυπομονυσία ο Μωάμεθ.

-Τα κανόνια που θα σου φτιάξω θα είναι τα μεγαλύτερα που έκανε ποτέ άνθρωπος. Θα είναι τρεις και τέσσερις φορές δυνατότερα και τρομερότερα απ’ τα πιο δυνατά και τα πιο τρομερά που υπάρχουν σήμερα στον κόσμο.

Ο σουλτάνος ξαναγέμισε το ασημένιο τάσι του ρακί και το ήπιε σε δυο ρουφηξιές. Έγειρε ελαφρά στο ντιβάνι του κι ακούμπησε το κεφάλι και την πλάτη του στα πολύχρωμα και μαλακά μαξιλάρια. Έμεινε έτσι μισοξαπλωμένος και σιωπηλός, αφήνοντας το βλέμμα του ελεύθερο να πλανηθεί μέσα στην απλοχωριά της μεγάλης αίθουσας.

Σίγουρα, οι σκέψεις του θα κολυμπούσαν τις στιγμές αυτές μέσα σε πελάγη ανείπωτης ευτυχίας.

Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα και κόντευε να ξημερώσει, όταν όλοι τους, ζαλισμένοι απ’ το ρακί και ικανοποιημένοι απ’ την καλή έκβαση που είχε για όλους η συζήτηση αυτή, αποφάσισαν να πάνε για ύπνο.

Οι Τούρκοι μηχανικοί, παρ’ ότι τους κακοφάνηκε στην αρχή, γιατί τους παραμέριζε τόσο ξαφνικά και τόσο βάναυσα ο παράξενος αυτός ξένος, έφευγαν τώρα χαρούμενοι, αναλογιζόμενοι ότι ξεφορτώθηκαν με τον πιο εύκολο κι απροσδόκητο τρόπο ένα μεγάλο βάρος από πάνω τους. Ξαλάφρωσαν από μια τεράστια ευθύνη, την οποία, καθόλου απίθανο, να πλήρωναν στο τέλος και με το κεφάλι τους.

Φεύγοντας απ’ την αίθουσα ο Ουρβανός κοντοστάθηκε και είπε στο σουλτάνο.

-Σου είπα, πολυχρονεμένε μου, ότι μπορώ να κατασκευάσω τρομερά κανόνια κι αυτό είναι αλήθεια η οποία σύντομα θα αποδειχθεί. Εκείνο, όμως, που δε σου είπα είναι, ότι δεν μπορώ να τα τοποθετήσω και να σημαδέψω με ακρίβεια στο στόχο.

-Κάνε μου εσύ μεγάλα κανόνια κι άφησε την τοποθέτηση και το σημάδεμα σε μένα, είπε ο σουλτάνος με χαμόγελο και κατευθύνθηκε σ’ ένα απ’ τα διπλανά δωμάτια ακολουθούμενος απ’ το Μεχμέτ αγά.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 1980



[1]  Vasiliev A. A. ‘’History Of The Byzant. Emp. Τόμος Β.   Σελίδ.  82.
Χατζή Π. ‘’Γενική Ιστορία’’                                                         ‘’       51.
[2]  Vasiliev A. A. ‘’History Of The Byzant. Empir . . .’’  Τόμ. Β Σελ. 109.
[3]  Vasiliev A.A. ‘’History Of The Byzant. . . .’’            Τόμ.Γ.   Σελ. 34-35.