Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 6

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΥΡΟΒΟΛΟ

Την άλλη μέρα πρωί-πρωί ο Ουρβάν αγάς, με μια ομάδα τεχνιτών και μερικούς εργάτες, άφηνε το σεράι κι ακολουθώντας τον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε έξω απ’ την πόλη, έφυγε μακριά απ’ την Αδριανούπολη και χάθηκε πίσω απ’ τους λόφους μέσα στο δάσος. Ο μεγάλος τεχνίτης έψαχνε όλη την ημέρα να βρει κατάλληλο μέρος για να εγκαταστήσει το πολυάριθμο συνεργείο του. Έπρεπε το μέρος όπου θα εγκαθίστατο το εργοστάσιο κατασκευής των κανονιών να είναι ελαφρώς επικλινές και σκιερό, να έχει αρκετά και καλά ξύλα η γύρω περιοχή του και προπαντός το χώμα του να είναι αργυλώδες και με μεγάλη κατά το δυνατόν περιεκτικότητα καθαρού πηλού. Έτρεξαν αρκετά όλη την ημέρα πάνω-κάτω, ώσπου να βρουν το μέρος που πληρούσε τους όρους των απαιτήσεών τους και προσφέρονταν άριστα για την αγκατάσταση του πρωτοφανούς εργοστασίου τους.

Οι εργάτες έμειναν εκεί για να καθαρίσουν το μέρος σύμφωνα με τις υποδείξεις του Ουρβανού κι οι άλλοι γύρισαν στην Αδριανούπολη, για να πάρουν το υπόλοιπο προσωπικό, τα εργαλεία και τα υλικά που θα τους χρειαστούν. Ξημερώματα της άλλης μέρας, μια ατέλειωτη στρατιά από σκλάβους, εργάτες και τεχνίτες, με πολυάριθμα καραβάνια ζώων, φορτωμένα με τα πιο παράξενα εργαλεία και υλικά, ανέβαινε τους λόφους προς το ‘’εργοστάσιο’’, αφήνοντας πίσω την Αδριανούπολη. Επί πολλές μέρες αργότερα, δεκάδες μουλάρια φορτωμένα με λινάρι, μαλλί ή καννάβι κι εκατοντάδες άλλα ζώα ή βοϊδάμαξα φορτωμένα με μέταλλο χαλκού ή σιδήρου ανέβαιναν ασταμάτητα τους δασωμένους λόφους, κουβαλώντας υλικά και τρόφιμα στον Ουρβανό.

Μεγάλες ομάδες εργατών έσκαβαν, κοσκίνιζαν, καθάριζαν και ξεχώριζαν σε σωρούς το κατάλληλο χώμα, με το οποίο θα ζυμώνονταν μέσα σε μεγάλους λάκους από εκατοντάδες πόδια σκλάβων ο απαιτούμενος για τα καλούπια του κανονιού πηλός. Επί μέρες τον ζύμωναν ασταμάτητα κι επίμονα οι βάρδιες των σκλάβων, για να γίνει απαλός και εύπλαστος. Κάθε τόσο, έριχναν με προσοχή μέσα στη λάσπη μεγάλες ποσότητες από τρίχες αλόγων ή καμήλων, λινάρι ή καννάβι, για να ενισχύεται η αντοχή του πηλού και να γίνεται το μείγμα πιο συμπαγές. Μ’ αυτόν τον καλοζυμωμένο απ’ τους εργάτες πηλό έκαναν οι τεχνίτες ένα τεράστιο σε διαστάσεις είδος σωλήνα, με εξογκωμένο σαν αχλάδι το ένα του άκρο. Το εξωτερικό μέρος του σωλήνα αυτού οι τεχνίτες το λείαιναν όσο μπορούσαν περισσότερο, γιατί τελικά θα αποτελούσε το καλούπι, πάνω στο οποίο θα χύνονταν το εσωτερικό μέρος της κάννης του κανονιού. Το άλλο άκρο του πήλινου σωλήνα, το εξογκωμένο σαν αχλάδι, θα σχημάτιζε την κοιλιά του πυροβόλου, όπου θα έμπαινε το μπαρούτι. Τον πηλό αυτό επεξεργάζονταν προσεχτικά οι τεχνίτες κάτω απ’ τη σκιά των δέντρων, για να μην τον ξεράνει απότομα ο ήλιος και παρουσιάσει με τις ρωγμές του εσοχές και εξοχές η κάνη του πυροβόλου.

Ταυτόχρονα, άλλοι τεχνίτες, χωρισμένοι σε ξεχωριστό συνεργείο, έφτιαχναν με τον καλοδουλεμένο πηλό ένα είδος τεράστιου πιθαριού, με πολύ μακρύ λαιμό και ανοιχτό κι απ’ τα δυο μέρη. Εδώ, οι τεχνίτες προσπαθούσαν να λειάνουν όσο μπορούσαν περισσότερο την εσωτερική επιφάνεια του ‘’πιθαριού’’, γιατί σ’ αυτήν επάνω θα χυνόταν η εξωτερική επιφάνεια της κάνης του κανονιού. Όταν ο ‘’σωλήνας’’ και το ‘’πιθάρι’’ ήταν έτοιμα κι αφού ψήθηκαν κατάλληλα σε καμίνια και προσεχτικά ώστε να μην χάσουν ούτε και κατά το ελάχιστο το αρχικό τους σχήμα, στήθηκαν ανάποδα όρθια και τοποθετήθηκαν με προσοχή το ένα μέσα στο άλλο, έτσι ώστε ο σωλήνας να βρίσκεται στο κέντρο του πιθαριού. Το επάνω μέρος του ανάποδου πιθαριού, που εξείχε περίπου έναν πήχη πιο πάνω απ’ το αχλαδωτό τέλος του εσωτερικού σωλήνα, ήταν ανοιχτό. Απ’ το άνοιγμα αυτό θα χυνόταν ανάμεσα στο χώρο που όριζαν τα δυο πήλινα καλούπια το λυωμένο μέταλλο. Έτσι, σχηματίστηκε ένα τεράστιο κατασκεύασμα, το οποίο κι αποτέλεσε το καλούπι απ’ το οποίο επρόκειτο να παραχθεί το μεγαλύτερο και θρυλικότερο πυροβόλο της εποχής. Όλο αυτό το αλλόκοτο πήλινο σύμπλεγμα συναρμολογήθηκε μέσα σ’ ένα μεγάλο λάκκο, ο οποίος ανοίχτηκε με προσοχή στη βάση ενός επικλινούς σημείου που είχε υποδείξει ο Ουρβανός.

Για να αντέξει το παράξενο αυτό καλούπι στη μεγάλη πίεση και στο τεράστιο βάρος του λυωμένου μετάλλου που θα χύνονταν μέσα του περισφίχτηκε γύρω-γύρω και σε κοντινές αποστάσεις με μεγάλα σιδερένια στεφάνια που είχαν κατασκευαστεί εκ των προτέρων και στεραιώθηκε καλά γύρω-γύρω με χοντρούς κορμούς δέντρων, μπηγμένους βαθιά στη γη. Το κενό που υπήρχε γύρω-γύρω, ανάμεσα στο πρωτότυπο καλούπι και στους τεράστιους πασσάλους, γεμίστηκε με χώμα και πέτρες. Έτσι, το τεράστιο καλούπι του πυροβόλου θάφτηκε ολόκληρο σ’ έναν μεγάλο λόφο από χώμα καλά πατημένο και προσεχτικά στηριγμένο με ξηρολιθιές από πέτρες και κορμούς δέντρων. Ο χειροποίητος αυτός λόφος είχε φαρδύ στριφογυριστό μονοπάτι στα πλευρά του, ώστε να μπορούν γρήγορα και με ευκολία οι εργάτες να φθάνουν μέχρι την κορυφή του, όπου ήταν και το άνοιγμα του καλουπιού, το οποίο έμοιαζε με στόμα πηγαδιού.

Ψηλότερα, γύρω απ’ το λόφο με το καλούπι, σε σχήμα ημικυκλικό, έκαιγαν επί τρεις συνεχείς μέρες μεγάλες και δυνατές φωτιές, τροφοδοτούμενες συνεχώς από εκατοντάδες εργάτες με χοντρά και διαλεγμένα ξύλα που είχαν συνάξει από μέρες κι είχαν στιβάξει μεθοδικά γύρω-γύρω στις θέσεις όπου επρόκειτο να αναφτούν οι φωτιές. Οι φωτιές αυτές, στις οποίες μέσα τώρα έβραζε ο χαλκός, συνδέονταν με το καλούπι με μεγάλα πήλινα ανοιχτά επικλινή αυλάκια. Τα αυλάκια αυτά θα έφερναν το λυωμένο μέταλλο μέσα στο καλούπι. Μεγάλοι διχαλωτοί κορμοί δέντρων, μπηγμένοι στο έδαφιος ο ένας δίπλα στον άλλο και φέροντας χοντρά πήλινα μαξιλάρια στις διχάλες τους, στήριζαν τα επικλινή αυλάκια και τα έφερναν απ’ τα γύρω καμίνια στο καλούπι.

Την τρίτη μέρα, το λυωμένο μέταλλο, νερουλό και άμορφο, άρχισε να τρέχει ασταμάτητα απ’ όλα τα αυλάκια μέσα στο μεγάλο καλούπι. Ο Ουρβανός πηγαινοέρχονταν συνέχεια, μια στις φωτιές και μια στο καλούπι, παρατηρώντας τη ροή του μετάλλου και δίνοντας διαταγές, ώστε να διατηρούνται οι φωτιές πάντοτε στο ίδιο ύψος και να έχουν συνέχεια την αυτή δύναμη, για να μπορεί το μέταλλο να τρέχει ασταμάτητα και με την ίδια πάντοτε θερμοκρασία απ’ τα αυλάκια στο καλούπι. Έτσι, θα μπορούσε το λυωμένο μείγμα να παίρνει συμπαγή φόρμα μέσα σ’ αυτό, χωρίς να σχηματίζονται ρωγμές στο κανόνι.

Σ’ ολόκληρη την περιοχή επικρατούσε η βαριά μυρωδιά του λυωμένου μετάλλου και η θερμοκρασία στη χαμηλή κοιλάδα ήταν ανυπόφορη. Σπινθήρες ξεπηδούσαν ασταμάτητα απ’ τα πυρωμένα αυλάκια που έφερναν την κόκκινη λάβα στο μεγάλο καλούπι κι όλα τα χαμηλά φύλλα των δέντρων, χτυπημένα απ’ την πρωτοφανή και ανυπόφορη θερμοκρασία των καμινιών και του υγρού χαλκού, κρέμονταν μαραμένα και ζαρωμένα στα κλαδιά τους. Η πύρα που αντανακλούσε απ’ τα ανοιχτά αυλάκια είχε μετατρέψει ολόκληρο το λαγκάδι σ’ ένα τεράστιο ανοιχτό και ανυπόφορο καμίνι. Ο ζεστός αέρας χοροπηδούσε ανάμεσα στα δέντρα και το χαρακτηριστικό τρεμούλιασμα που δίνει στον αέρα η δυνατή ζέστη διακρίνονταν ολοκάθαρα, όπου κι αν έστρεφες τα μάτια σου. Οι εργάτες άλλαζαν κάθε λίγο βάρδιες, για να μπορέσουν ν’ αντέξουν στην τρομερή δοκιμασία της ανοιχτής φωτιάς. Μόνο ο Ουρβανός δεν έδινε σημασία στη φοβερή ζέστη κι ακούραστα έτρεχε από καμίνι σε καμίνι κι από αυλάκι σε αυλάκι, παρακολουθώντας τη ροή του λυωμένου χαλκού.

Όταν ολόκληρο το καλούπι γέμισε με λυωμένο μέταλλο κι έφτασε μέχρι τα επάνω χείλη του αναποδογυρισμένου ‘’πιθαριού’’ όπως έπρεπε, με μια φωνή του Ουρβανού έσπασαν τα πήλινα αυλάκια οι τεχνίτες, στα σημεία που αυτός είχε νωρίτερα προκαθορίσει, για να μην περάσει παραπανίσιο κι άχρηστο μέταλλο στο καλούπι. Τα αυλάκια κόπηκαν λίγα μόνο μέτρα πιο πέρα απ’ το στόμιο του καλουπιού κι όλο το υγρό μέταλλο, που βρέθηκε εκείνη τη στιγμή μέσα σ’ αυτά, χύθηκε με πάταγο στη βάση του χωματένιου λόφου του καλουπιού μέσα σ’ ένα ρηχό λάκκο, ειδικά σκαμμένο για το σκοπό αυτό εκ των προτέρων. Ο λυωμένος χαλκός, καθώς άγγιζε τον πιθμένα της λακκούβας, τσουρούφλιζε το χώμα, σκορπίζοντας παντού μια παράξενη μυρωδιά. Ταυτόχρονα, ένα βίαιο σύννεφο καπνού και ατμών ξεχύνονταν με ορμή και βιασύνη μέσ’ απ’ το λάκκο κι ακάθεκτο σκέπαζε το γύρω χώρο κι ανέβαινε γκριζόσκουρο στον ουρανό. Τα πήλινα αυλάκια γρήγορα ξεστράγγισαν μέσα στο ρηχό λάκκο και το υγρό μέταλλο αμέσως σχεδόν ηρέμισε μέσα σ’ αυτόν. Μια γυαλιστερή ασημοπράσινη βαριά τσίπα φάνηκε στην επιφάνειά του, μόλις σκόρπισαν ο καπνός και οι ατμοί. Τίποτα δεν ρυτίδωνε και δεν ανατάραζε τη βαριά μεταλλική όψη της λακκούβας. Μόνο, κάπου-κάπου έβγαινε απ’ το βυθό καμιά φουσκάλα, ανέβαινε απροσδόκητα στην επιφάνεια και ξεσπούσε βίαια στον αέρα, σα μικροσκοπική έκρηξη υφαιστείου, σκορπώντας πιτσιλιές υγρού χαλκού στο χείλωμα του λάκκου. Γρήγορα και οι μικροεκρήξεις αυτές εξαφανίστηκαν τελείως κι η επιφάνεια της λακκούβας πύχτωνε και έπαιρνε μια διαφορετική γυαλάδα.

Ο Ουρβανός επιθεώρησε προσεχτικά το λόφο του καλουπιού, παρατηρώντας μήπως διακρίνει καμιά μετακίνηση των πασσάλων ή καμιά ρωγμή στον καλοπατημένο σωρό του χώματος. Γύρισε δυο-τρεις φορές γύρω στο θαμμένο καλούπι και κάπου-κάπου πλησίαζε κοντά στο χώμα εδώ κι εκεί το πρόσωπό του ή την ανάποδη του χεριού του, προσπαθώντας να αισθανθεί τυχόν αναθυμιάσεις ζεστού καπνού, υδρατμών ή μυρωδιάς. Δεν αντιλήφθηκε τίποτα απ’ αυτά, που ίσως να πρόδιναν την ύπαρξη ρωγμών στο καλούπι. Ικανοποιημένος τραβήχτηκε πιο πέρα απ’ τον τεράστιο χωμάτινο σωρό και, κοιτάζοντας προς την κορυφή του καλουπιού, είπε με έκδηλη ικανοποίηση.

–Μέχρι στιγμής, όλα πήγανε καλά. Θ’ αφήσουμε για δυο μέρες το καλούπι απείραχτο. Θα δώσουμε καιρό στο μέταλλο να κρυώσει μόνο του κανονικά.

Ύστερ’ από δυο μέρες, αφήρεσαν τους κορμούς των δέντρων, τις πέτρες και τα χώματα κι όλα τα γύρω προστατευτικά που συγκρατούσαν τον όγκο του καλουπιού και το βάρος του μετάλλου κι έσπασαν το καλούπι. Ένας τεράστιος όγκος ξεπρόβαλε μέσα απ’ τα χωμάτινα σπλάχνα του κι είδε για πρώτη φορά το φως του ήλιου. Αμέσως, τεχνίτες με διάφορα εργαλεία άρχισαν να τρίβουν και να λειαίνουν μέσα κι έξω την επιφάνεια του κανονιού. Την άλλη μέρα το κανόνι ήταν έτοιμο. Το μεγαλύτερο πυροβόλο που είχε γνωρίσει ο κόσμος και το οποίο επρόκειτο να σημαδέψει και ν’ αλλάξει την ιστορία της ανθρωπότητας ήταν έτοιμο στο κοντινό δάσος της Αδριανούπολης και μερίμενε τη μεταφορά του στο μέρος όπου επρόκειτο να δράσει.

Ο σουλτάνος έμεινε έκθαμβος στο ακτίκρισμα του μεγάλου πυροβόλου, του οποίου ο τεράστιος όγκος έλαμπε φρεσκογυαλισμένος στον ήλιο. Απ’ τη χαρά και την ικανοποίησή του χάρισε πολλά και μεγάλα δώρα στο χριστιανό δημιουργό του.

Η στρατιά των εργατών ξανάπεσε στη δουλειά για την κατασκευή και άλλων πυροβόλων κι όλοι μιλούσαν με χαρά για τη μεγάλη τους επιτυχία κι αισθάνονταν ανακούφιση και περηφάνια, αντικρίζοντας τον τεράστιο κολοσσό που βγήκε απ’ τα χέρια τους και ξεχνούσαν την ταλαιπωρία και την κούραση που ένιωσαν με τη σκληρή και ασταμάτητη δουλειά τόσων ημερών. Και μόνο ο Ουρβανός ένιωθε καινούριο αβάσταχτο βάρος να του βαραίνει τους ώμους. Η σκέψη, πώς θα κουνήσει απ’ τη θέση του και θα μεταφέρει τόσα χιλιόμετρα μακριά ένα βάρος διακοσίων πενήντα χιλιάδων οκάδων, του προξενούσε ίλιγγο.

Το ίδιο βράδυ, που μέσα στο δάσος της Αδριανούπολης περίμενε έτοιμο και επιβλητικό τη μεταφορά του το μεγάλο πυροβόλο, ένας άγνωστος κακοντυμένος εργάτης χτυπούσε μια μικρή πόρτα στο πίσω μέρος του παλατιού του μεγάλου βεζίρη Χαλλίλ πασά.

Ο άγνωστος, μισοκρυμμένος ανάμεσα στα πυκνά δέντρα της πίσω αυλής του μεγάλου κτιρίου, κρυφομιλούσε με την Ελιφέτ και της ζητούσε να τον πάει αμέσως στον πασά. Κάτι είπε ακόμα στην Ελιφέτ ο άγνωστος κι η χριστιανή σκλάβα ορθάνοιξε τη μικρή πόρτα κι ο κακοντυμένος άντρας τρύπωσε βιαστικά στο παλάτι. Δεν πέρασε πολλή ώρα και η μικρή πορτούλα ξανάνοιξε και πρόβαλε διστακτικός και με προφύλαξη ο άγνωστος. Τώρα ήταν ντυμένος με ρούχα απλού χωρικού. Μέσα στο αχνό σκοτάδι της αυλής, κάτω απ’ τα πυκνά δέντρα, τον περίμενε η Ελιφέτ κρατώντας ένα γερό άλογο απ’ το χαλινάρι. Ο άγνωστος χωρικός αθόρυβα δρασκέλισε την πορτούλα και βγήκε στην αυλή. Κοίταξε βιαστικός κι ερωτηματικά την Ελιφέτ που στεκόταν λίγα βήματα πιο πέρα και ξανάστρεψε το κεφάλι του προς την πόρτα. Η Ελιφέτ είδε απ’ το άνοιγμα της πόρτας το Χαλλίλ πασά να δίνει στον άγνωστο ένα βέλος και να του λέει.

-Το νου σου σ’ αυτό το βέλος. Θα κατεβείς στην κοιλάδα του Λύκου και θα πλησιάσεις στην πύλη του Ρωμανού ή στην πύλη της Αδριανούπολης. Πρέπει να είναι νύχτα. Σκοτεινά οπωσδήποτε. Πλησίασε όσο μπορείς πιο κοντά. Και τέντωσε το τόξο σου με δύναμη. Βάλε όλη σου τη δύναμη. Τράβηξε τη χορδή δυνατά. Πολύ δυνατά. Το βέλος αυτό πρέπει οπωσδήποτε να περάσει πάνω απ’ τα τείχη . . .

Ο άγνωστος πήρε το βέλος απ’ το χέρι του Χαλλίλ πασά και τό ‘βαλε ανάμεσα στα άλλα βέλη μέσα στη θήκη που είχε κρεμασμένη στον ώμο του. Υποκλίθηκε ελαφρά προς το μέρος του πασά που στεκόταν όρθιος στο βάθος του διαδρόμου πίσω απ’ τη μισάνοιχτη πορτούλα κι έτρεξε προς το μέρος της Ελιφέτ. Πήδησε βιαστικός στο άλογο, χαμογέλασε στη σκλάβα κι εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα, καλπάζοντας προς την Κωνσταντινούπολη.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 1980