Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 7

Χίος

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ

Πυκνά μαύρα σύννεφα σκεπάζουν από μέρες τώρα τον ουρανό της Χίου. Το νησί συνταράζεται ολόκληρο απ’ την ανεμοθύελλα. Η θάλασσα μανιασμένη το χτυπά από παντού. Μεγάλοι υδάτινοι όγκοι με ορμή και πάταγο χιμούν στις ακτές του και το κάνουν να τρέμει απ’ τα θεμέλιά του και να συνταράζεται σύγκορμο. Το λιμάνι της πόλης κατακλίζεται από πελώρια κύματα, που ορμητικά και αφρισμένα ξεχύνονται παντού, σα να θέλουν να καταπιούν και να ισοπεδώσουν τα πάντα. Ψηλά στις αφρισμένες κορυφές τους ή χαμηλά, ανάμεσα στο χάος που σχηματίζουν οι υδάτινοι όγκοι τους, καθώς ξεχωρίζουν σε πανύψηλα βουνά, κλυδωνίζονται, έρμαια της μανιασμένης φύσης, τα καράβια και οι γαλέρες που βρέθηκαν αραγμένα στα γύρω μουράγια.

Ο κόσμος, με φρίκη και δέος, παρακολουθεί τρομαγμένος πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα και τις αμπαρωμένες πόρτες τη μανία και την ορμή των εξαγριωμένων στοιχειών της φύσης, που με τόση θεαματική μεγαλοπρέπεια βάλθηκαν εδώ και μέρες να επιδείξουν την ακατανίκητη δύναμή τους και την αδάμαστη βιαιότητά τους.

Ανάμεσα στα πλοία, που δεμένα στο λιμάνι βολοδέρνουν στις κορυφές των κυμάτων ή στροβιλίζουν και χάνονται στα σκαμπανεβάσματα της τρικυμισμένης θάλασσας, ξεχωρίζει ένα σκούρο γενουάτικο καράβι. Είναι μια τρικάταρτη γερή και επιβλητική γαλέρα. Έφτασε πριν αρκετές μέρες στο νησί και καμαρωτή μπήκε κι άραξε στο λιμάνι. Στην κορυφή του μεσαίου καταρτιού ήταν υψωμένο το πολύχρωμο λάβαρο της αγίας Έδρας, με χρυσοκέντητα πάνω στο βαρύ μεταξωτό του ύφασμα τα φανταχτερά διακριτικά του πάπα.

Ο καιρός τότε ήταν καλός και κόσμος πολύς είχε ξεχυθεί στην παραλία, να δει και να θαυμάσει το μεγάλο κι επιβλητικό καράβι, που περήφανο και καταστόλιστο έφτανε στο νησί.

Εντύπωση έκανε στους κατοίκους η υποδοχή που επιφύλαξαν οι άρχοντες κι οι κληρικοί του νησιού στο καράβι αυτό του πάπα.

Από νωρίς, η προκυμαία και οι γύρω χώροι του λιμανιού είχαν κατακλυστεί από λαμπροφορεμένους άρχοντες και χρυσοστόλιστους κληρικούς. Πρώτος ξεχώριζε στην πομπή ο αρχιεπίσκοπος Χίου και Μυτιλήνης Λεονάρδος, ακολουθούμενος από χορεία ιεραρχών και πλήθος κατώτερων κληρικών. Πολλά μικρά πλοιάρια ξανοίχτηκαν νωρίτερα έξω απ’ το λιμάνι, για να υποδεχτούν τη γενουάτικη γαλέρα. Καθώς το τρικάταρτο πλοίο πλησίαζε στην προκυμαία, μπροστά στην πλώρη του, πάνω στο ψηλό καταστόλιστο κατάστρωμά του, ξεχώριζε η μικρή σιλουέττα του ξερακιανού ιεράρχη κι αντιπροσώπου του πάπα, καρδινάλιου Ισίδωρου. Με επευφημίες και ζητωκραυγές, το χοντρόσκαρο τρικάταρτο καράβι έριξε τις άγκυρές του στο λιμάνι κι ο καρδινάλιος Ισίδωρος βγήκε στη στεριά. Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος τον υποδέχτηκε με χαρά και πρώτος υποκλίθηκε μπροστά του, του φίλησε το χέρι και ασπάστηκε το χοντρό δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλό του, δείγμα της μεγάλης αρχιερατικής του θέσης. Τον καρδινάλιο χαιρέτησαν κι όλοι οι άρχοντες και οι προεξέχοντες του νησιού. Μετά, οι δυο ιεράρχες, ακολουθούμενοι απ’ τους τοπικούς άρχοντες, τους κληρικούς και τον περίεργο λαό και συνοδευόμενοι απ’ τους πενήντα ένοπλους στρατιώτες που είχε μαζί του ο Ισίδωρος, προερχόμενους απ’ την προσωπική φρουρά του πάπα, κατευθύνθηκαν στο αρχιεπισκοπικό μέγαρο.

Ιδιαίτερη εντύπωση έκαναν στο λαό του νησιού οι πολύχρωμες στολές των αξιωματικών και των στρατιωτών του σιδηρόφραχτου αποσπάσματος του καρδινάλιου. Όλοι τους έφεραν αλυσιδωτούς θώρακες, βαριά σιδερένια κράνη, ψηλές ως τη μέση σχεδόν μεταλλικές περικνημίδες, μακριά δόρατα, βαριά ξίφη και μεγάλες στρογκυλές ασπίδες. Στο πέρασμά τους, η σιδερένια τους αρματωσιά βροντούσε δυνατά και ρυθμικά κι αυτό τους έκανε πιο επιβλητικούς και πιο απρόσβλητους.

Ο καρδινάλιος Ισίδωρος είναι περαστικός απ’ τη Χίο. Προορισμός του είναι η Κωνσταντινούπολη. Η χιλιόχρονη άγια πόλη κινδυνεύει να σαρωθεί απ’ τη μανία και την ορμητικότητα των μωαμεθανών. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος είδε από καιρό τον κίνδυνο που διατρέχει η χριστιανοσύνη της Ανατολής απ’ τους Τούρκους και, με απανωτές επιστολές και πυκνούς απεσταλμένους του, προσπάθησε να συγκινήσει τη Δύση, να κινήσει το ενδιαφέρον της και να αποσπάσει τη βοήθειά της.

Έκανε πολλές υποχωρήσεις ο αυτοκράτορας, πολιτικές και θρησκευτικές, για να μπορέσει να προσελκύσει το ενδιαφέρον των χριστιανών Λατίνων και να εξασφαλίσει τη συνδρομή τους για τη σωτηρία της θανάσιμα κινδυνεύουσας ύπαρξης των ορθοδόξων χριστιανών της Κωνσταντινούπολης κι ολόκληρης της Ανατολής. Δέχτηκε την ένωση των εκκλησιών Ανατολής και Δύσης και υποσχέθηκε να εφαρμώσει στο ακέραιο και με το παραπάνω τους όρους του συνεδρίου της Φλωρεντίας. Ύστερ’ απ’ τις τόσες υποσχέσεις του αυτοκράτορα και τις μεγάλες υποχωρήσεις των ορθοδόξων, πρώτος ‘’συγκινήθηκε’’ ο πάπας Νικόλαος V και πρώτος αυτός αποφάσισε να εκδηλώσει έμπρακτα το ενδιαφέρον του για τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης και την επιβίωση της χριστιανοσύνης της Ανατολής. Γι’ αυτό και στέλνει τώρα με το καράβι αυτό, σαν προσωπικό του απεσταλμένο τον καρδινάλιο Ισίδωρο στην Κωνσταντινούπολη με πενήντα ένοπλους στρατιώτες(!).

Φαίνεται, πως ο πάπας είχε μεγάλη πεποίθηση στις ικανότητες των στρατιωτών του και υποτιμούσε αφάνταστα την αριθμητική υπεροχή και τη δυναμικότητα των στρατιωτών του Μωάμεθ ή φαίνεται, ότι θα είχε τελείως πρωτοφανές και ιδιότροπο χιούμορ ή ίσως θα είχε εκ των προτέρων ξεγραμμένη την Κωνσταντινούπολη, όταν έστελνε μια διμοιρία Λατίνων σπαθοφόρων, να αντιμετωπίσουν και να συγκρατήσουν μια πανίσχυρη αυτοκρατορία, της οποίας οι στρατιές ήταν αναρίθμητες και οι πολεμιστές της πολεμοχαρείς, έμπειροι και προπαντός φανατισμένοι πιστοί του Ισλάμ, έτοιμοι να θυσιαστούν για τον Προφήτη τους. Ίσως πάλι, ο πάπας υπολογισμένα να ενεργούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο και υστερόβουλα να ποντάριζε πάνω στην επίθεση των Τούρκων, στηριζόμενος σε δικά του απώτερα και καιροσκοπικά σχέδια. Ίσως, αντίθετα με τις υποσχέσεις που έδινε στον αυτοκράτορα, να ήλπιζε να επιβληθεί ευκολότερα στο τέλος πάνω σε μια εξασθενημένη, αδύναμη και καταβλημένη Ανατολή. Άλλωστε, με τους υπολογισμούς του αυτούς και τις σημερινές του ενέργειες, ο πάπας δεν ξέφευγε καθόλου απ’ τη στάση των προκατόχων του και δεν παραβίαζε ούτε και στο ελάχιστο τη γραμμή που ξεκάθαρα είχαν χαράξει οι προηγούμενοι απ’ αυτόν άγιοι ποντίφικες για τον ατίθασο και ισχυρογνώμονα χριστιανισμό της Ανατολής, όπως τον χαρακτήριζαν.

Ο πάπας Γρηγόριος VII είχε ξεκαθαρίσει τη θέση του απέναντι των ορθοδόξων. Σε γράμμα του, που έγραψε το 1073 στον Eboyly de Rossi δήλωνε καθαρά: ‘’ότι είναι πολύ καλύτερα για μια χώρα να παραμένει κάτω απ’ την κυριαρχία και την κατοχή του Ισλάμ, παρά να κυβερνάται από χριστιανούς, οι οποίοι αρνούνται να αναγνωρίσουν τα δικαιώματα του πάπα’’[1]. Κι από τότε, τα λόγια του πάπα Γρηγορίου έγιναν αρχή και αξίωμα ανάμεσα στο καθολικό ιερατείο και όλοι έκτοτε παραδέχονται, ότι είναι προτιμότερη η επικράτηση του Ισλάμ στην Ανατολή παρά η ύπαρξη χριστιανών, που δεν δέχονται να σκύψουν υποτακτικά τον αυχένα τους στον πάπα.

Επομένως, κατά τον πάπα Νικόλαο, πενήντα Λατίνοι στρατιώτες είναι ίσως αρκετοί για την πραγμάτωση των σκοπών της αγίας Έδρας. Μια διμοιρία Λατίνων σπαθοφόρων είναι ‘’μέγα δείγμα’’ του απεριόριστου χριστιανικού ενδιαφέροντος της Δύσης και ‘’τρανή απόδειξη’’ της αμέριστης και ενεργού συμπαράστασης των χριστιανών της Ιταλίας κι ολόκληρης της Εσπερίας προς το χριστιανισμό της Κωνσταντινούπολης και της Ανατολής.

Κατά τον Ισίδωρο, όμως, η δύναμη των πενήντα στρατιωτών ίσως να θεωρείται γελοία και ο ίδιος πιθανόν να ντρέπεται να εμφανιστεί στην Κωνσταντινούπολη σαν αντιπρόσωπος του πάπα κι ολόκληρου του καθολικού χριστιανισμού. Διαισθάνεται βαθιά στην ψυχή του τον εξευτελισμό και την ταπείνωση που θα νιώσει την ώρα που θα αποβιβάζεται στην άγια πόλη σαν αρχηγός της αποστελούμενης απ’ τη Δύση μιας διμοιρίας, σαν ενίσχυση προς την θανάσιμα κινδυνεύουσα Ανατολή.

Γι’ αυτό και προσέγγισε στη Χίο με την ελπίδα, ότι θα συγκινήσει τις καρδιές των εκεί χριστιανών και θα μπορέσει να στρατολογήσει μερικούς ακόμα απ’ τους κατοίκους του νησιού, ώστε να μη γελοιοποιηθεί κατά την απόβασή του στην Κωνσταντινούπολη.

Οι λίγοι αξιωματικοί που ακολουθούν τον καρδινάλιο, μέρες τώρα περιφέρονται στην πόλη και γυρίζουν στο νησί προσπαθώντας να στρατολογήσουν κι άλλους ικανούς για πόλεμο νησιώτες και να αυξήσουν το ένοπλο σώμα της ακολουθίας του Ισιδώρου. Μιλούν στο λαό όταν τους δίνεται η ευκαιρία, όπου κι αν τον συναντήσουν. Μέσα στα κρασοπωλεία, στους δρόμους, στις πλατείες, στις εκκλησίες.

Πριν από μερικές μέρες, ένα απόβραδο, μέσα σ’ ένα χαμηλοτάβανο και πληκτικό καπηλειό, που βρισκόταν ξεκομμένο στην άκρη μιας πλατείας στη γειτονιά του λιμανιού, ένας Γενουάτης αξιωματικός, χωρίς να καλοδιακρίνεται απ’ τους καπνούς του ταμπάκου, τις αναθυμιάσεις του κρασιού και τις ανάσες των πολυπληθών θαμώνων, που, λόγω της κακοκαιρίας, είχαν αφήσει τις δουλειές τους και συνωστίζονταν στα καφενεία, έλεγε με δυνατή φωνή σε μια ομάδα εργατών και ψαράδων που τον περιστοίχιζαν στο βάθος της αποπνιχτικής αίθουσας.

-Ο άγιος ποντίφικας, ο πάπας Νικόλαος ο V, στέλνει τις ευλογίες του σε όλους σας εδώ στο νησί της Χίου και σ’ όλα τα γύρω νησιά του Αιγαίου. Υπογραμμίζει σ’ όλους τους χριστιανούς νησιώτες τον κίνδυνο που διατρέχει σήμερα η άγια πόλη της Ανατολής, η δοξασμένη Κωνσταντινούπολη, απ’ τους βάρβαρους κι άπιστους Τούρκους και σας καλεί να ταχθείτε στο πλευρό του και να ενώσετε και σεις τις προσπάθειές σας και τις δυνάμεις σας με τις δικές του, ώστε, προσερχόμενοι με προθυμία και θέληση κάτω απ’ την ένδοξη και αγία σημαία του, να δημιουργθεί ένας μεγάλος και αξιόλογος στρατός, του οποίου η δύναμη θα ματαιώσει κάθε απειλή των απίστων της Ανατολής και θα εξασφαλίσει τη ζωή, την ελευθερία και τη δόξα στην Κωνσταντινούπολη.

Την ώρα αυτή, δυο-τρεις εργάτες, που ερχόταν από άλλο κρασοπωλείο, μπήκαν στη θολή κι αποπνιχτική αίθουσα, προχώρησαν στο βάθος της κι ενώθηκαν με τους ακροατές του Λατίνου αξιωματικού. Ένας απ’ αυτούς, τριανταπεντάρης περίπου, ψηλόκορμος κι αδύνατος, με στενά και κοντά ρούχα που φαινόταν πάνω του σαν ξένα και πρόσθεταν με τη μικρότητά τους περισσότερο ύψος στο μπόι του, με φουντωτά και μπερδεμένα μαλλιά, ακούγοντας τα λόγια αυτά του αξιωματικού και μισοζαλισμένος όπως ήταν απ’ το κρασί που είχε πιει ως τώρα, τον διέκοψε και με τη δυνατή φωνή του τον ρώτησε.

-Τι άλλο στέλνει ο άγιος πάπας εκτός απ’ τις ευλογίες του;

-Στέλνει την κατάρα του στους εχθρούς της Κωνσταντινούπολης. Απάντησε με ετοιμότητα ο αξιωματικός.

-Καλά για τους εχθρούς, είπε ο μισομεθυσμένος εργάτης. Για τους φίλους τι άλλο στέλνει; Γι’ αυτούς που θα ταχθούν κάτω απ’ την αγία του σημαία δεν στέλνει τίποτα; Δεν προσφέρει τίποτα στους εθελοντές; Πρόσθεσε με απορία ο ξερακιανός άντρας και συνέχισε με γρηγορότερο ρυθμό, σα να βιαζόταν να πει ό,τι ήθελε, πριν τον διακόψει ο αξιωματικός με την απάντησή του.

Πριν από λίγο, ήρθε στον καφενέ που είναι πιο κάτω κοντά στην προκυμαία ένας καθολικός καλόγερος. Μάλιστα, τον κεράσαμε και μια-δυο κούπες κρασί. Δε μας χάλασε το χατίρι. Το ήπιε και παίνεψε και τη φετινή σοδειά μας. Καλό ανθρωπάκι ο καλόγερος . . . Κι αυτός μίλησε στο καφενείο για στρατούς, για εκστρατείες, για κινδύνους της Κωνσταντινούπολης . . . για τη σωτηρία του αυτοκράτορα . . . για δόξα του χριστιανισμού . . . Τέτοια πράγματα . . . Καλό ανθρωπάκι . . . Με το ριχτό του ράσο και το φαλακρό του στην κορυφή κεφάλι , έμοιαζε σαν Κριτής ή σαν Προφήτης . . . Τον λέγανε μάλιστα και Αντώνιο . . . Με τη σχοινένια ζώνη στη μέση του έμοιαζε πραγματικά σαν προσωποποίηση αγίου.

Ο εργάτης, ενώ έλεγε τις τελευταίες αυτές λέξεις, προσπάθησε, με μια κατάλληλη κίνηση του χεριού του και μια ιδιόμορφη έκφραση του προσώπου του, να δείξει ότι τού ‘κανε καλή εντύπωση ο καλόγερος. Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στους συγκεντρωμένους γύρω του, στηρίχτηκε στον ώμο του διπλανού του και, κοιτάζοντας κατάματα τον αξιωματικό, συνέχισε.

-Ο Αντώνιο, λοιπόν, μας είπε ότι ο πάπας στέλνει σ’ όλους μας γενικά εδώ κι έκανε μια μεγάλη κυκλική κίνηση με το χέρι του, τα πιο καλά του χαιρετίσματα και τις πιο καλές του ευλογίες κι επιπλέον, σ’ όσους θα καταταγούν στο στρατό του, στέλνει και άφεση των αμαρτιών τους.

-Μάλιστα, μάλιστα, είπε ο αξιωματικός μ’ ενθουσιασμό. Αυτό θα σας το έλεγα κι εγώ, αν δε με διέκοπτες, πρόσθεσε με γρηγοράδα.

-Ο Αντώνιο, όμως, συνέχισε ο ψηλόκορμος άντρας, είχε μαζί του έτοιμα συγχωροχάρτια, που ήταν υπογραμμένα όλα απ’ το ίδιο το άγιο χέρι του μεγάλου ποντίφικα. Μας τα έδειξε κιόλας. Το μόνο που απόμενε ήταν να γραφτεί στο άδειο μέρος το όνομά σου, για να αλλάξουν τα πάντα. Όλες οι αμαρτίες συγχωρεμένες. Και μάλιστα, όχι με λόγια. Με χαρτιά επίσημα . . . Ο Αντώνιο . . . καλό ανθρωπάκι, με ρώτησε: ‘’Να γράψω σ’ ένα απ’ αυτά τ’ όνομά σου;’’ Έτοιμος ήμουνα να πω, γράφτο. Δεν ξέρω, όμως, τι με κράτησε και του είπα. Άσε να το σκεφτώ απόψε. Αύριο το πρωί το γράφεις. Ξημερώνοντας η καινούρια μέρα, γίνομαι κι εγώ καινούριος άνθρωπος.

Και, γυρίζοντας προς τους θαμώνες που ήταν γύρω του, είπε.

-Ξέρετε, δεν θέλω τέτοια σημαντικά γεγονότα να συμβαίνουν νύχτα. Γιατί, έτσι και το γράψει ο Αντώνιο, ο άγιος εκείνος καλόγερος, το ταπεινό κι αμαρτωλό όνομά μου στο άγιο κι ευλογημένο απ’ τον πάπα χαρτί του, έχω τον παράδεισο εξασφαλισμένο. Όλες οι πόρτες θα με περιμένουν ανοιχτές στον άλλο κόσμο.

Κοντοστάθηκε για λίγο, έφερε το δάχτυλο του δεξιού του χεριού στο μεγάλο κι αναμαλλιασμένο κεφάλι του, σα να ήθελε να δείξει τη βαρύτητα της σκέψης του και συνέχισε.

Αλλά, σάμπως κάτι να μού ‘λεγε μέσα μου, ότι μπορεί να βρω και κάτι καλύτερο. Άλλωστε, έτσι πρέπει να είναι. Αφού, όπως λέμε, πάντοτε υπάρχουν και χειρότερα, γιατί να μην υπάρχουν πάντοτε και καλύτερα; Ύστερα, αν ο Αντώνιο περιμένει και μια νύχτα ακόμα, πριν γράψει το όνομά μου στο άγιο χαρτί, δεν χάλασε ο κόσμος. Βέβαια, δεν ήθελα να περάσει ο αγαθός Αντώνιο μια ολόκληρη νύχτα αβεβαιότητας. Γι’ αυτό και, για να του εκφράσω την ανυστεροβουλία μου και τις καλές μου διαθέσεις για το άτομό του, του γέμισα ως επάνω την κούπα του κρασί. Ο καλός μου φίλος, ίσως για να με ευχαριστήσει ή για να δείξει ότι δεν έχει τίποτα εναντίον μου, την ήπιε μονορούφι και τώρα κοιμάται στον καφενέ,διπλωμένος στην καρέκλα του με το κεφάλι του γυρμένο στο τραπέζι.

-Δε μου λες, αφεντικό, ρώτησε τον αξιωματικό ένας άλλος γεροδεμένος εργάτης με κουρεμένο κεφάλι, που είχε ριχτό στην πλάτη του ένα σχισμένο χιτώνιο Λατίνου στρατιώτη, δεν πληρώνει τίποτα ο άγιος της Ρώμης στους εθελοντές στρατιώτες; Βλέπεις, έχουμε και οικογένειες. Γυναίκες, παιδιά να ταΐσουμε.

-Βεβαίως πληρώνει, απάντησε με έμφαση ο αξιωματικός. Ο κάθε εθελοντής από σας θα πληρώνεται μισθό Λατίνου στρατιώτη.

-Και το συγχωροχάρτι, συγχωροχάρτι; Ρώτησε με αγωνία και χαρά ένας τρίτος μικρόσωμος ξανθωπός άντρας, με αραιά μαλλιά και ξεθωριασμένα μάτια, που παρακολουθούσε με προσοχή κι ενδιαφέρον τη συζήτηση.

-Βεβαίως, είπε ο αξιωματικός. Ο μισθός, μισθός κι εκείνο είναι άλλο πράγμα.

Την ώρα εκείνη, ένας αξιωματικός της αστυνομίας μπήκε στην αίθουσα και προχώρησε με προσποιητή απάθεια προς τη μικρή ομήγυρη των ακροατών του Λατίνου αξιωματικού. Διέκρινε το γεροδεμένο άντρα με το στρατιωτικό χιτώνιο στην πλάτη και τους άλλους δυο φίλους του που στεκόταν δίπλα του και βιαστικός κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Για μια στιγμή, η ματιά του γεροδεμένου εργάτη διασταυρώθηκε με το βλέμμα του αστυνομικού. Ένα ρίγος ξαφνικό κι απότομο διέτρεξε ολόκληρο το σώμα του απ’ την κορυφή ως τα νύχια. Κάτι το επικίνδυνο κι ανησυχητικό διέκρινε στο βλέμμα του αστυνομικού ο απλοϊκός αλλά έξυπνος εργάτης. Έσφιξε την καρδιά του και συγκράτησε τον εαυτό του, όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε, για να μην εξωτερικέψει την ταραχή που τον συντάραζε απ’ τον κίνδυνο που ένιωθε να πλησιάζει τώρα με σταθερά και σίγουρα πια βήματα τους δυο φίλους του κι αυτόν. Προσποιούμενος πως δεν είδε καθόλου τον αστυνομικό, γύρισε βιαστικά προς το μέρος του Λατίνου αξιωματικού και με δυνατό τόνο στη φωνή του, για ν’ ακουστεί καθαρά γύρω του, φώναξε.

-Αφού είναι έτσι, γράψε το θηρίο αυτό στα κατάστοιχα του στρατού σας. Έχει μικρό σώμα αλλά μεγάλη οικογένεια κι οπωσδήποτε θα έχει ανάγκη απ’ το μισθό του στρατιώτη.

Και λέγοντας αυτά, έσπρωξε ελαφρά προς τα εμπρός τον κοντόσωμο ξανθωπό εργάτη. Όσο για το συγχωροχάρτι, συνέχισε πειραχτικά, δεν πιστεύω να το έχει ανάγκη. Η μεγάλη του οικογένεια και οι πολλές του φροντίδες δεν του δίνουν καιρό να αμαρτήσει.

Ο μικρόσωμος οικογενειάρχης, σπρωγμένος απ’ το δυνατό χέρι του φίλου του, έκανε δυο-τρία ακανόνιστα βήματα μπροστά κι έμεινε εκεί σαν αποσβολωμένος, χτυπημένος από κάποιο δυνατό τρακ που του προξενούσαν οι ξαφνικές κι ανεξήγητες ενέργειες του φίλου του και τα παράξενα και σκοπτικά γέλια των άλλων θαμώνων του μαγαζιού.

Ο αστυνομικός, που είχε στο μεταξύ πλησιάσει στην ομήγυρη, κοντοστάθηκε για λίγο, κοίταξε περίεργα κι ερωτηματικά τον ξαφνιασμένο κοντόξανθο υποψήφιο στρατιώτη, έριξε και μια γρήγορη ματιά στους δυο φίλους του και, καθώς περνούσε από κοντά τους, ψιθύρισε κουνώντας αργά το κεφάλι του.

-Ίσως είναι καλύτερα για σας στο στρατό παρά στη φυλακή.

Έμεινε για λίγο διστακτικός στη θέση του και μετά, χωρίς να πει λέξη, συνέχισε με αργό βήμα το γύρο του μαγαζιού και, φθάνοντας στην πόρτα, δρασκέλισε το κατώφλι της, βγήκε στο δρόμο και χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Ο γεροδεμένος εργάτης, που αδιάκοπα λοξοκοιτούσε τον αστυνομικό κι άκουσε τα λόγια του, όταν τον είδε να βγαίνει απ’ το καπηλειό, άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης και χαράς και χτύπησε με ικανοποίηση στην πλάτη τον ψηλόκορμο φίλο του. Κάτι ήταν έτοιμος να του ψιθυρίσει στο αφτί, αλλά εκείνος τού ‘κλεισε πονηρά το μάτι, σα να τού ‘λεγε: ‘’Έννοια σου και δε μου ξέφυγε τίποτα.’’

Τη βουβή συνεννόηση των δυο φίλων διέκοψε η φωνή του αξιωματικού, ο οποίος στραμμένος προς το μέρος του τον ρώτησε.

-Γιατί δεν κατατάσσεσαι και συ στο στρατό του πάπα και μόνο προτρέπεις τους άλλους;

-Δεν προτρέπω κανέναν, απάντησε σοβαρά ο εργάτης. Απλώς υποδεικνύω σ’ ένα φτωχό οικογενειάρχη κάποιο τρόπο, να θρέψει τα παιδιά του. Όσο για μένα, αν καταταγώ, θα το κάνω περισσότερο για το συγχωροχάρτι παρά για το μισθό. Ένας είμαι και εργένης και δεν έχω ανάγκη από τροφή, γιατί δεν τρώω. Μόνο πίνω, πρόσθεσε με καταφανή φαιδρότητα στο στρογγυλωπό του πρόσωπο ο δυνατός άντρας και συνέχισε. Έτσι, μια που δεν ξοδεύω χρόνο ούτε και για φαγητό, έχω αρκετό στη διάθεσή μου για να αμαρτάνω. Γι’ αυτό λοιπόν, αν θά ‘ρθω μαζί σας, θα το κάνω μόνο και μόνο για το συγχωροχάρτι. Δεν είναι και λίγο πράγμα! Άλλοι πληρώνουν ακριβά. Ολόκληρες περιουσίες, για ν’ αποχτήσουν το χαρτί αυτό με την άγια υπογραφή του πάπα και μας εδώ μας δίνεται η ευκαιρία να ξεκαθαρίσουμε με μια μονοκονδυλιά μια ζωή ολόκληρη. Ολόκληρο παρελθόν. Και τι παρελθόν! Σκούρο. Μελαχρινό. Ίσως κατάμαυρο. Και να αγνοήσουμε την προσφορά! Να χάσουμε την ευκαιρία! Το πράγμα είναι σοβαρό και ξεκάθαρο. Δεν θέλει συζήτηση.

Ο εργάτης συνέχισε να μιλά με το ίδιο ύφος, ενώ ο αξιωματικός τον άκουγε, άλλοτε μ’ ευχαρίστηση κι άλλοτε με δυστροπία και συγκρατημένο θυμό. Δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά, αν ο απλός αυτός άνθρωπος μιλούσε σοβαρά και πίστευε πραγματικά στα όσα έλεγε ή αν ειρωνευόταν και κορόιδευε την όλη προσπάθεια του πάπα. Ερχόταν στιγμές, που ήθελε να τον σταματήσει και να τον πετάξει έξω απ’ την αίθουσα ή να τον συλάβει και να τον κλείσει στην πιο σκοτεινή φυλακή. Κι ερχόταν πάλι στιγμές, που πραγματικά παρακαλούσε από μέσα του να μη σταματήσει ποτέ τα λόγια του ο παράξενος κι απλοϊκός εκείνος εργάτης. Γιατί, τα λόγια του αυτά, αστεία ή σοβαρά, πραγματικά ή ειρωνικά, τόνωναν το ενδιαφέρον των άλλων θαμώνων του καπηλειού κι αύξαναν τον κύκλο των ακροατών του. Έτσι, αυξάνονταν κι οι πιθανότητες επιτυχίας της αποστολής του και δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία που του παρουσιάζονταν, για να αυξηθεί ο αριθμός των αντρών που θα είχε αύριο στις διαταγές του. Αν το τμήμα του μεγάλωνε αρκετά, θα μεγάλωναν ανάλογα και τα γαλόνια τα δικά του κι η ιδέα της προαγωγής τον έκανε συγκρατημένο και ανεκτικό.

Ο γεροδεμένος εργάτης εύκολα διέκρινε την υποχωρητικότητα αυτή του αξιωματικού και διέγνωσε με ακρίβεια τους λόγους της πρωτοφανούς αυτής ανεκτικότητάς του και, εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία που του παρουσιαζόταν, συνέχισε.

-Πολύ θα ήθελα να καταταγώ κι εγώ στο στρατό σας αλλά δεν θέλω να προσβάλω τον πάπα και τη Δύση.

-Τι εννοείς μ’ αυτό; Ρώτησε παραξενεμένος και κάπως θυμωμένος ο αξιωματικός.

-Να, είπε με απλό ύφος ο εργάτης. Ολόκληρος πάπας, μ’ όλα τα χριστιανικά κράτη της Δύσης στο πλευρό του, στέλνει πενήντα στρατιώτες στην Κωνσταντινούπολη! Αν καταταγώ κι εγώ θα γίνουμε δυο απ’ τη Χίο, μια και κατατάχτηκε ο φίλος από εδώ κι έδειξε το μιικρόσωμο και ξεθωριασμένο άντρα, που ακόμα στεκόταν σαστισμένος δυο-τρία βήματα πιο μπροστά απ’ τους άλλους. Τότε, το ποσοστό του νησιού μας, σε αναλογία με την έκταση και τον πληθυσμό του, θα είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ το ποσοστό της συμμετοχής του πάπα και των βασιλιάδων της Δύσης και δεν θέλω να γίνω εγώ αιτία να θιγεί το φιλότιμο κανενός απ’ τους πονετικούς και μεγαλόκαρδους αυτούς άρχοντες, ούτε και να κακοκαρδιστεί κανένας απ’ τους μεγάλους Λατίνους χριστιανούς, τους πραγματικά πιστούς τηρητές των λόγων του Θεού.

Με τα τελευταία αυτά λόγια του αθυρόστομου νησιώτη θύμωσε ο αξιωματικός του πάπα, αλλά συγκράτησε τα νεύρα του και πάλι περιορίστηκε στο να ενώσει κι αυτός το προσποιητό του χαμόγελο με τα τρανταχτά γέλια των άλλων και να προσθέσει ανδεικτικά.

-Δεν πειράζει. Δεν πειράζει. Ποιος προσέχει τώρα ποσοστά κι αναλογίες. Εδώ προσπαθούμε όλοι μας να σώσουμε την Κωνσταντινούπολη που κινδυνεύει.

-Αν είναι έτσι, φώναξε πρόθυμα ο ξερακιανός εργάτης με τα στενά ρούχα και τα φουντωτά μαλλιά, έρχομαι κι εγώ μαζί σας. Ντύνομαι κι εγώ στρατιώτης. Με τη διαφορά, όμως, ότι εγώ θα πάω στην Κωνσταντινούπολη πρώτα για τη σωτηρία της άγιας Πόλης κι ύστερα για τις άλλες προσφορές. Εγώ ενεργώ πάντα κατά συνείδηση. Ποτέ δεν έκανα κάτι με υπολογισμούς. Υπολόγιζα να καταταγώ μέρα. Υπολόγιζα να μην κακοκαρδίσω το φίλο μου Αντώνιο. Υπολόγιζα να μην αλλάξω σωτήρα και να πάρω συγχωροχάρτι απ’ αυτόν. Αλλά, όπως σας είπα, οι υπολογισμοί μου δεν βγαίνουν ποτέ. Εκείνο που συνήθως πάντοτε πετυχαίνει είναι ό,τι κάνω κατά συνείδηση και με αυθορμητισμό. Όχι με σχέδια και υπολογισμούς.

-Τότε γράφομαι κι εγώ κι έρχομαι μαζί σας, είπε ο γεροδεμένος εργάτης που στεκόταν δίπλα στον ξερακιανό μισοζαλισμένο φίλο του και τον συγκρατούσε με τον ώμο του, υποβαστάζοντάς τον έτσι, ώστε να στέκεται στα πόδια του. Εμείς κι οι τρεις, συνέχισε κι έδειξε με μια κίνηση του χεριού του προς τους άλλους δυο φίλους του, μαζί γυρίζουμε άνεργοι ή δουλεύουμε όταν έχει δουλειά, μαζί πίνουμε κρασί και ξενυχτάμε και μαζί συναντάμε τη χαρά ή αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο. Μια που είμαστε μαζί στη φθορά και στην αμαρτία, συνέχισε γελώντας, ας πάμε μαζί και στην εξιλέωση και στη σωτηρία.

Ο αξιωματικός χάρηκε για την τριπλή αυτή επιτυχία του και βιαστικός τράβηξε την καρέκλα του και κάθισε δίπλα στο τραπέζι που ήταν κοντά του. Παραμέρισε κάπως τις κούπες και τα μισόγιομα κανάτια του κρασιού κι άνοιξε έτσι τόπο για τα χαρτιά του. Τα άπλωσε φαρδιά-πλατιά μπροστά του, έτσι που να φαίνονται καθαρά από παντού τα διακριτικά του πάπα και οι μεγάλοι σταυροί της αγίας Έδρας. Τα ξεφύλλισε για λίγο, έψαξε ανάμεσά τους και τράβηξε πάνω-πάνω το χαρτί που ζητούσε. Πήρε θεαματικά την πένα στο χέρι του κι ήταν έτοιμος να γράψει τους ‘’νεοσωθέντες’’ στα κατάστιχά του.

-Πριν γράψεις τα ονόματά μας στα χαρτιά σου και πριν γίνουμε επίσημα στρατιώτες σου, θα σου ζητήσουμε μια χάρη, είπε ο γεροδεμένος άντρας.

Ο αξιωματικός συγκράτησε την πένα του, σήκωσε ξαφνιασμένος το βλέμμα του απ’ τα χαρτιά και τους κοίταξε περίεργος κι ενοχλημένος. Πριν προλάβει, όμως, να πει λέξη, συνέχισε ο γεροδεμένος εργάτης.

-Αν γίνεται, την ώρα που θα μπαίνουμε στο πλοίο για την Κωνσταντινούπολη, να δώσεις και τους δυο μισθούς μας κι αν μπορείς και περισσότερους, στη γυναίκα του μικρού μας φίλου. Κι απλώνοντας το βαρύ του χέρι, αγκάλιασε τον κοντόσωμο άντρα απ’ τον ώμο και τον τράβηξε κοντά του. Τον έσφιξε πάνω του φιλικά και του χαμογέλασε με καλοσύνη.

Ο αξιωματικός είπε ένα βιαστικό ‘’γίνεται, γίνεται’’ κι έσκυψε πάνω στα χαρτιά του με την πένα του στο χέρι.

 

Η κακοκαιρία κράτησε μέρες κι ανάγκασε τον Ισίδωρο να παραμείνει στο νησί πολύ περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζε. Το εμπόδιο αυτό έγινε αιτία, ώστε να στρατολογηθούν περισσότεροι νησιώτες κι η διμοιρία του καρδιναλίου να γίνει  λόχος. Η δύναμη τώρα που θα πήγαινε να σώσει την Κωνσταντινούπολη απ’ την καταστροφή έφτανε τους διακόσιους άντρες.

Ο καρδινάλιος Ισίδωρος, όσον καιρό έμεινε στη Χίο, συσκέπτονταν διαρκώς με τον αρχιεπίσκοπο του νησιού Λεονάρδο. Οι δυο ιεράρχες προσπαθούσαν μαζί να βρουν τον καλύτερο τρόπο, για την αντιπετώπιση και την εξουδετέρωση της τουρκικής απειλής. Και δεν σκέφτονταν μόνο για την Κωνσταντινούπολη αλλά και γι’ αυτά ακόμα τα νησιά του Αιγαίου και την ίδια τη Χίο, γιατί το θράσος των Τούρκων τελευταία είχε κορυφωθεί κι ο πολυάριθμος στόλος του Μωάμεθ όργωνε τις θάλασσες και ισοπέδωνε κι ερήμωνε στο πέρασμά του τις ακτές που δεν ανήκαν σ’ αυτόν.

Το πράγμα γινόταν δυσκολότερο και η κατάσταση για το νησί κρισιμότερη τώρα που επρόκειτο να φύγει κι ο Λεονάρδος απ’ αυτό και ν’ ακολουθήσει τον Ισίδωρο στην Κωνσταντινούπολη. Η παρουσία του στη βασιλεύουσα κρίνονταν απ’ τον Ισίδωρο κι απ’ τον πάπα απαραίτητη, γιατί ο καρδινάλιος είχε ανάγκη από κάθε συμπαράσταση φιλολατίνων κληρικών στην Κωνσταντινούπολη, όπου επρόκειτο να αντιμετωπίσει, συγκεκριμένα και χωρίς περιστροφές πλέον, τη γνωστή ως τώρα αδιαλλαξία κι επίμονη ακαμψία των ορθοδόξων της Ανατολής στους σκοπούς και στις επιδιώξεις του πάπα.

Οι δυο ιεράρχες αντάλλαζαν γνώμες κι έψαχναν να βρουν τον προσφορότερο και τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο προσέγγισης των ορθοδόξων, μόλις θα έφταναν στην Κωνσταντινούπολη. Βέβαια, είχαν τους υποστηριχτές τους εκεί, αλλά οι εχθροί τους στην Πόλη ήταν περισσότεροι και ισχυρότεροι. Γι’ αυτό και πονοκεφάλιαζαν, συσκέπτονταν και εξήταζαν τα πράγματα απ’ την κάθε τους πλευρά. Ο σκοπός τους δεν ήταν μόνο να σώσουν την Κωνσταντινούπολη απ’ τους Τούρκους. Ήταν να την φέρουν και κοντά στη Ρώμη. Μέσα στον κύκλο της δικαιοδοσίας του πάπα, αν ήταν δυνατόν.

Σε μια τέτοια σύσκεψη, βρήκε τους δυο ιεράρχες ο Γενουάτης καπετάνιος της παπικής γαλέρας, όταν ήρθε στο αρχιεπισκοπικό κτίριο, για να ανακοινώσει στον καρδινάλιο, ότι ο καιρός άρχισε να καλμάρει κι ότι, σε μια-δυο μέρες το πολύ, θα μπορέσουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους για την Κωνσταντινούπολη.

Ο Ισίδωρος ξαφνιάστηκε πραγματικά απ’ τα λόγια του καπετάνιου και, μη μπορώντας να συγκρατήσει το ξάφνιασμά του αυτό, ρώτησε μ’ έκδηλη απορία τον ηλιοκαμένο ναυτικό.

-Μα έξω ο αέρας λυσσομανά κι η θάλασσα κατάμαυρη και μανιασμένη ξερνάει αφρούς και μουγκρίζει ασταμάτητα. Πώς είναι δυνατόν, τόσο σύντομα να αποβάλει όλη τη φρικτή της δύναμη και μανία, να περιμαζέψει τα άγρια και λυσσασμένα κύματά της και ήρεμη και γαλήνια να κάνει τόπο στο μικρό κι αδύναμο καράβι μας για να συνεχίσει το δρόμο του;

Και, πριν προλάβει ν’ απαντήσει ο καπετάνιος, ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος με την ίδια απορία συμπλήρωσε.

-Ο αέρας, αντί να ελαττώνεται δυναμώνει περισσότερο. Σήμερα μάλιστα, έχει τέτοια ορμή και σφυρίζει τόσο άγρια, που νομίζεις πως τό ‘βαλε πείσμα και προσπαθεί ν’ αναποδογυρίσει ολόκληρο το νησί.

-Εκείνο που ξέρουμε εμείς οι ναυτικοί, είπε με ήρεμο αλλά σταθερό τόνο στη φωνή του ο καπετάνιος, είναι τα μυστικά της θάλασσας και του αέρα. Πολλές φορές, δεν μπορούμε να εξηγήσουμε με λέξεις την αναμενόμενη μεταβολή του καιρού, ούτε στον ίδιο τον εαυτό μας. Την βλέπουμε, όμως, την αισθανόμαστε, την νιώθουμε μέσα στο είναι μας την αλλαγή. Και την διακρίνουμε αλάνθαστα κι ολοκάθαρη σαν φωτεινό όραμα. Έχουμε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στο αισθητήριό μας αυτό, που με σιγουριά ξεκαθαρίζει στο μυαλό μας τα σημάδια της φύσης και μας προλέγει με βεβαιότητα, αν ο καιρός πάει προς το καλύτερο ή το χειρότερο. Και πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στην ανεξήγητη αυτή διαίσθησή μας, γιατί απ’ αυτή εξαρτάται η σωτηρία του πλοίου μας και η ίδια η ζωή μας. Ειδοποιημένος λοιπόν κι εγώ απ’ την ανεξήγητη αυτή διαίσθησή μου, σας ειδοποιώ και σας, να ετοιμάζεστε γρήγορα, γιατί, σε μια ή δυο μέρες το πολύ, θ’ ανοίξουμε πανιά. Αν δεν αναγκάζει την αγιοσύνη σας τίποτα άλλο εκτός απ’ τον καιρό να παρατείνετε την παραμονή σας στη Χίο, καταπιαστείτε με τις προετοιμασίες σας για τη συνέχιση του ταξιδιού μας.

Οι δυο ιεράρχες αλληλοκοιτάχτηκαν με απορία κι έστρεψαν κι οι δυο ταυτόχρονα τα γεμάτα αμφιβολία βλέμματά τους προς τον καπετάνιο. Ο καπετάνιος, χωρίς να τους δώσει καιρό να συνέλθουν και να εκδηλώσουν με λόγια για δεύτερη φορά τη δυσπιστία τους, είπε.

-Αφήστε να κατέχουμε και μεις οι ναυτικοί τουλάχιστον τα μυστικά της θάλασσας και των αέρηδων.

Κι ενώ υποκλινόταν να φύγει απ’ την αίθουσα, έδωσε ένα φωτεινότερο τόνο στο βλέμμα του και πρόσθεσε με χαμόγελο.

-Έχετε εμπιστοσύνη στον καπετάνιο σας κι ετοιμάζεστε.

Πραγματικά, τη νύχτα ο αέρας κόπασε και το μουγκριτό των κυμάτων άσβησε. Το πρωί, η άγρια μαυρίλα, που επί τόσες μέρες τύλιγε τα πάντα, είχε χαθεί απ’ τον ορίζοντα και ο βαρύς και μολυβένιος ουρανός είχε αρχίσει να ξαναβρίσκει το χρώμα του. Το χάος της θάλασσας είχε κλείσει και τα υδάτινα βουνά της είχαν ισοπεδωθεί. Το νησί ξαναστάθηκε στα πόδια του και η ζωή ξανάρχισε και πάλι να δείχνει έντονα τα σημάδια της πάνω σ’ αυτό. Ο κόσμος όλος ξαναζωντάνεψε κι οι κάτοικοι κυκλοφορούσαν με ανακούφιση στους δρόμους ή έτρεχαν βιαστικοί εδώ και κει, για να διαπιστώσουν με καταφανή έκπληξη και στενοχώρια τ’ αχνάρια που χάραξαν βαθιά στη ράχη του νησιού τους τ’ αγριεμένα στοιχειά της φύσης στο μανιασμένο πέρασμά τους. Οι άνθρωποι διαπίστωναν τη μικρότητά τους, καθώς παρατηρούσαν με δέος τα ξεριζωμένα δέντρα, τα σαρωμένα σπίτια και τις άλλες καταστροφές του αέρα ή τις βαθιές ανασκαφές, τις απίστευτες ισοπεδώσεις και τις τρομαχτικές παραμορφώσεις που έκαναν στη χιώτικη γη τα τεράστια κι ορμητικά κύματα, καθώς χτυπούσαν ασταμάτητα με τους αφρισμένους όγκους τους επί τόσες μέρες τις ήμερες και όμορφες οκρογιαλιές.

Το απόγευμα, η προκυμαία ήταν γεμάτη κόσμο. Η μεγάλη γενουάτικη γαλέρα φόρτωνε κι ετοιμάζονταν με βιασύνη για να φύγει.

Τα βίντσια του καραβιού ανέβαζαν ασταμάτητα κιβώτια, κοφίνια, τσουβάλια κι άλλα δέματα στο κατάστρωμα, τα οποία βιαστικοί ναύτες κατέβαζαν μ’ άλλα βίντσια στην κοιλιά του πλοίου και τα τοποθετούσαν προσεχτικά και με τη σειρά στο βάθος των αμπαριών. Ο καπετάνιος γύριζε ανήσυχος, πότε στη μια άκρη του πλοίου και πότε στην άλλη κι ακούραστος πρωτοστατούσε κι επέβλεπε στο φόρτωμα και στις προετοιμασίες του καραβιού.

Αργά το βράδυ, μπήκαν στο πλοίο οι δυο ιεράρχες, ο Ισίδωρος κι ο Λεονάρδος με τις ακολουθίες τους και τελευταίοι ανέβηκαν οι διακόσιοι στρατιώτες του καρδιναλίου και πήραν τις θέσεις τους γύρω-γύρω στο κατάστρωμα. Οι πολύχρωμες στολές τους και τα παράξενα και ποικίλα όπλα τους έδιναν μια ιδιότροπη όψη στη σκούρη γαλέρα. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν τρεις λατινοντυμένοι στρατιώτες. Ένας ψηλόκορμος ξερακιανός καστανομάτης με φουντωτά μαλλιά και πυκνά φρύδια, οπλισμένος με μακρύ ακόντιο, κοντό ξίφος και στρογγυλή ασπίδα, η οποία, μπροστά στο ύψος του κορμιού του, φαινόταν μικροσκοπική και τιποτένια, χωρίς να μπορεί να καλύψει και να προστατέψει ούτε το ένα τέταρτο του σώματός του. Ένας γεροδεμένος μελαχρινός με κανονικό ανάστημα, φαρδιούς ώμους και τετράγωνο σώμα που έδινε την εντύπωση παλαιστή, με μαύρα γυαλιστερά μάτια και κουρεμένο κεφάλι, έφερε αλυσιδωτό θώρακα, σιδερένιο κράνος και βαριά στενόμακρη ασπίδα. Στη μέση του κρεμόταν απ’ τη φαρδιά ζώνη του ένα μεγάλο και βαρύ σπαθί με γυαλιστερή λαβή και ελαφρά καμπυλωτή λεπίδα. Κι ένας κοντός και μικροκαμωμένος τοξότης, με αραιά ξανθωπά μαλλιά και γαλανά ξεθωριασμένα μάτια. Στο κεφάλι του φορούσε ελαφρό κράνος που έμοιαζε με σκούφο και στην πλάτη του κουβαλούσε, περασμένη απ’ τον ώμο του, μια τριμμένη δερμάτινη φαρέτρα γεμάτη βέλη. Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα παλιό φρεσκοδιορθωμένο τόξο με καινούρια χορδή από στριμμένα νεύρα βοδιού και γυαλιστερή λαβή από κοκκινωπό δέρμα ζώου, ενώ με το άλλο χαιρετούσε προς τη στεριά ή σκούπιζε κάθε τόσο τα δακρυσμένα μάτια του.

Η παράξενη συντροφιά των τριών στρατιωτών, με την ανομοιομορφία της και τη χτυπητή παραξενιά της, τραβούσε τα βλέμματα όλων και προξενούσε το μειδίαμα των άλλων.

Σχεδόν όλη τη νύχτα, ο κόσμος κατέκλυζε την παραλία. Αποχαιρετούσε τους δικούς του, που νεοστρατολογημένοι έφευγαν για την Κωνσταντινούπολη και κατευόδωναν το χοντρόσκαρο καράβι. Όσο, όμως, προχωρούσε η νύχτα, τόσο ο κόσμος αραίωνε στην προκυμαία. Κατά τα ξημερώματα το πλοίο ξανοίχτηκε απ’ το λιμάνι, άνοιξε τα πανιά του κι έβαλε πλώρη προς βορράν.

Γρήγορα χάθηκε απ’ τα μάτια των τριών φίλων το λιμάνι της Χίου και μαζί μ’ αυτό μια γυναίκα τριγυρισμένη από τέσσερα μικρά παιδιά, που, παρ’ όλο το κρύο της αυγής και τ’ αγιάζι της θάλασσας, έμενε καρφωμένη στη θέση της στην άκρη του γιαλού, κουνώντας απαρηγόρητη το μαντίλι της.

Το απόγευμα, η γενουάτικη γαλέρα έφτασε στη Λέσβο και την άλλη μέρα άφησε τα ήσυχα νερά του νησιού της Σαπφούς και τράβηξε για τα Δαρδανέλια. Γρήγορα χάθηκαν πίσω της μέσα στην απεραντοσύνη της θάλασσας οι ακτές και τα βουνά της Λέσβου και φάνηκαν καθαρά στο δεξιό μέρος του ορίζοντα οι ακτές της Μ. Ασίας.

Οι στρατιώτες και όσοι από το πλήρωμα δεν είχαν βάρδια, καθισμένοι στο κατάστρωμα ή γερμένοι στις κουπαστές, αγνάντευαν τα πλάτη του Αιγαίου και παρατηρούσαν με περιέργεια τις μακρινές παραλίες.

Κατά το απομεσήμερο, μια παρέα στρατιώτες, καθισμένοι στο πίσω κατάστρωμα της γαλέρας, παρακολουθούσαν σιωπηλοί τις δαντελωτές ακτές, που, άλλοτε διακρίνονταν καθαρά κι άλλοτε χάνοντας στο βάθος του ορίζοντα. Όλοι τους ήταν αμίλητοι και σκεφτικοί. Νόμιζε κανείς, πως όλοι μαζί σκέφτονταν το ίδιο πράγμα και όλοι μαζί ανάδευαν στο μυαλό τους τα ίδια περασμένα.

Το καράβι βρισκόταν απέναντι απ’ τα μέρη της αρχαίας Τροίας κι έσχιζε περήφανο και με γρηγοράδα τη θάλασσα. Δυο παχιές γραμμές από πυκνούς αφρούς έτρεχαν πίσω του. Οι αφρισμένες γραμμές, αν τις παρακολουθούσες για λίγο, σου έδιναν την εντύπωση ότι το πλοίο έμενε σταθερό κι ακίνητο στη θέση του κι ότι αυτές έτρεχαν ακράτητες, με μεγάλη ταχύτητα σα δαιμονισμένες προς τα πίσω. Βιάζονταν να φύγουν μακριά απ’ το πλοίο, να απομακρυνθούν στο πέλαγος και να χαθούν στον ορίζοντα. Οι δυο αλυσίδες των αφρών, όσο πιο μακριά έφευγαν απ’ το σκάφος, τόσο πιο πολύ αποχωρίζονταν μεταξύ τους και τόσο περισσότερο ξεμάκραιναν η μια απ’ την άλλη κι έσβηναν στην απεραντοσύνη της θάλασσας.

Την ασταμάτητη αυτή απομάκρυνση των δυο υδάτινων γραμμών και το σβήσιμο των αφρών τους στην ανοιχτή θάλασσα παρακολουθούσε σιωπηλός ο κοντόξανθος τοξότης, γερμένος στην κουπαστή και κάθε τόσο αναστέναζε και σκούπιζε τα μάτια του. Ίσως να παρέβαλε τις δυο αφρισμένες γραμμές με την οικογένειά του, που άφησε πίσω στη Χίο και τον εαυτό του, που έφευγε τώρα γρήγορα απ’ αυτή και χάνονταν στις μακρινές θάλασσες της Πόλης.

Το γεμάτο θλίψη ρεμβασμό και τη βαθιά σιωπή των στρατιωτών διέκοψε η φωνή ενός γεροδεμένου μελαχρινού στρατιώτη με μαύρα μάτια και κουρεμένο κεφάλι. Ο μελαχρινός στρατιώτης, σα να διάβασε τις σκέψεις του μικρόσωμου ξανθού φίλου του και να κατάλαβε το δράμα της ψυχής του, θέλησε να διαλύσει τη ζοφερότητα που είχε κυριέψει την καρδιά του και να δώσει άλλο τόνο στην ατμόσφαιρα του καταστρώματος. Γι’ αυτό, πετάχτηκε όρθιος και, δείχνοντας προς τα μέρη της Μ. Ασίας, είπε στους συντρόφους του δυνατά.

-Βλέπετε τα απέναντι υψώματα; Κάπου εκεί στο βάθος ήταν η πόλη της αρχαίας Τροίας. Τα νερά αυτά διέσχισαν και οι γιοι του Ατρέα, ο Αγαμέμνονας με το Μενέλαο, μαζί με τον Αχιλλέα, τον Οδυσσέα, το Διομήδη, τον Πάτροκλο, το Μηριόνη κι άλλους ξακουστούς βασιλιάδες κι αρχοντόπουλα, όταν, πολλούς αιώνες πριν, ήρθαν εδώ με τους στρατούς τους, για να τιμωρήσουν τους άρπαγες Τρώες και να ξεπλύνουν τη ντροπή και το στίγμα που τους κόλλησε ο Πάρης, όταν, παραβαίνοντας τους ορισμούς των Θεών και καταπατώντας τους νόμους των ανθρώπων, άρπαξε την ωραία Ελένη, τη γυναίκα του βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαου και την έφερε στην Τροία.

Όλοι οι στρατιώτες, στο άκουσμα των λόγων αυτών του συναδέλφου τους, ξέφυγαν απ’ τις βαριές σκέψεις τους και συνήλθαν απ’ τους ζοφερούς ρεμβασμούς τους. Ανακάθισαν σαν ηλεκτρισμένοι στις θέσεις τους και προσπάθησαν γρήγορα να ξαναβρούν τον εαυτό τους. Η απροσδόκητη και διαπεραστική φωνή του φίλου τους τους έκανε να φαίνονται σα να είχαν ξυπνήσει ξαφνικά από ένα βαθύ ύπνο. Η ελαφρά ταραγμένη όψη τους και οι ανεπαίσθητες στιγμιαίες αλλά αυθόρμητες συσπάσεις των προσώπων τους έδειχναν καθαρά, πως μόλις είχαν ξαναγυρίσει από κάποια μακρινή περιοδεία, από έναν κουραστικό περίπατο στα βάθη ενός άγνωστου και φανταστικού κόσμου, στου οποίου τα στενά περάσματα ή τα αχανή πλάτη περιπλανιόταν ως τώρα αχαλίνωτες κι ελεύθερες οι σκέψεις τους. Κοίταξαν βιαστικοί το συνάδελφό τους κι έστρεψαν επίμονα τα βλέμματά τους μακριά στις ακτές, σα να ήθελαν, όχι μόνο να διακρίνουν τις παραλίες και τα υψώματα της αρχαίας Τροίας, αλλά και να δουν μπροστά τους ολοζώντανη την αρχαία πόλη με τους ξακουστούς κατοίκους της και τους δοξασμένους άρχοντές της, το σεβαστό Πρίαμο, τον πολεμόχαρο Έκτορα, το σεμνό Αινεία.

-Στις ακτές αυτές, συνέχισε ο γεροδεμένος στρατιώτης, άραξαν τα αργίτικα καράβια κι εδώ έφτασε κι αποβιβάστηκε πρώτος στη στεριά και πρώτος απ’ τους Αργίτες πάτησε τ’ άγνωστα χώματα της Τροίας ο Πρωτεσίλαος, ο αρχηγός των Θεσσαλών. Εκεί, στα υψώματα αυτά, συνέχισε ο στρατιώτης κι έδειξε μακριά με το χέρι του προς τη Μ. Ασία, τον πολύ παλιό καιρό υπήρχε ένα πελώριο και ισχυρό τείχος που προστάτευε την ξακουσμένη πόλη του μεγάλου θεού Δία, την Τροία. Το τείχος αυτό ήταν αδιάβλητο κι απροσπέλαστο απ’ τους ανθρώπους, γιατί δεν είχε χτιστεί από χέρια θνητών. Το είχαν χτίσει οι ίδιοι οι θεοί με τα θεϊκά τους χέρια. Την εποχή εκείνη, πολύ πριν απ’ τον Τρωικό πόλεμο, βασιλιάς της Τροίας ήταν ο Λαομέδοντας. Ο Λαομέδοντας ήταν καλός και δίκαιος βασιλιάς και προπαντός υπάκουος στους θεούς και υμνητής του Δία. Ο πατέρας των θεών, ο παντοδύναμος βροντοσείστης, είχε δει το σεβασμό του Λαομέδοντα κι είχε προσέξει τις τακτικές και πλούσιες θυσίες και την αφθονία των σφαγείων που συχνά έκαιγε στους βωμούς προς τιμή του ο βασιλιάς, γι’ αυτό και πάντοτε προστάτευε την πόλη του και φύλαγε το λαό της, οδηγώντας τον στην πρόοδο και στην ευημερία.

Κάποτε, τα πράγματα στον Όλυμπο δεν πήγαιναν και τόσο καλά κι οι θεοί άρχισαν να μαλώνουν και ν’ αλληλοτρώγονται. Ο μεγάλος Δίας, ο πατέρας τους, θέλησε να επιβάλει την τάξη ανάμεσα στους θεούς και τιμώρησε παραδειγματικά τους ταραχοποιούς και τους πρωταίτιους των διενέξεων και των προστριβών που είχαν ξεσπάσει μέσα στα θεϊκά παλάτια. Ένοχοι κρίθηκαν ο Ποσειδώνας κι ο Απόλλωνας κι ο οργισμένος Δίας, ίσως ύστερ’ από υπόδειξη της Ήρας, τους διέταξε να πάνε στην Τροία και να μπουν στην υπηρεσία του Λαομέδοντα, με την εντολή να κάνουν πάντοτε και χωρίς αντίρρηση ό,τι τους διατάξει ο θνητός εκείνος βασιλιάς. Οι τιμωρημένοι θεοί έφυγαν αμέσως απ’ τον Όλυμπο κι ήρθαν στη μακρινή Τροία, όπου και παρουσιάστηκαν στο Λαομέδοντα. Αυτός, οδηγημένος κατάλληλα απ’ το Δία, διέταξε το μεν Ποσειδώνα να του χτίσει ένα μεγάλο και απρόσβλητο τείχος για να προστατεύεται η πόλη απ’ τους εχθρούς της, το δε Απόλλωνα να του βόσκει τα πρόβατα και τ’ άλλα του κοπάδια στα γύρω λιβάδια. Οι δυο θεοί έκαναν συνειδητά τη δουλειά τους κι έτσι η Τροία απόκτησε γερά τείχη και άφθονα και καλοθρεμένα κοπάδια.

-Μακάρι να είναι και τα τείχη της Κωνσταντινούπολης χτισμένα από κανένα θεό και ν’ αντέξουν στη λαίλαπα των Τούρκων, είπε με σιγανή φωνή σαν προσευχή ένας τοξότης που στεκόταν ακουμπισμένος στην κουπαστή.

Ο μελαχρινός στρατιώτης με το κουρεμένο κεφάλι, σα να μην άκουσε τον ψίθυρο του συναδέλφου του, συνέχισε την ιστορία του.

-Όταν το έργο τελείωσε κι οι θεοί ζήτησαν να πληρωθούν για τη δουλειά τους, ο Λαομέδοντας αρνήθηκε να τους πληρώσει, με τη δικαιολογία, ότι ήταν τιμωρημένοι και δεν δικαιούνταν μισθό. Ο Ποσειδώνας τότε θύμωσε και, σα θεός της θάλασσας που ήταν, έστειλε απ’ τα βάθη της ένα τερατόμορφο κήτος και το διέταξε να γυρίζει γύρω στα τείχη της πόλης και να τρώει τους ανθρώπους της[2]. Το τέρας αυτό σκότωσε αργότερα ο Ηρακλής με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς[3]. Έτσι, απαλλάχτηκε ο τόπος απ’ το φοβερό εκείνο θεριό.

-Λες και μεις, σαν άλλοι Ηρακλήδες, με τη βοήθεια της Παναγίας, ν’ απαλλάξουμε την Πόλη απ’ το μωαμεθανικό τέρας που την απειλεί; Ρώτησε δυνατά και κάπως χαρούμενα ο τοξότης που στεκόταν ακουμπισμένος στην κουπαστή κι άκουγε με προσοχή την ιστορία της Τροίας.

Όλοι γύρισαν προς το μέρος του, γέλασαν με τα λόγια του κι άρχισαν να τον πειράζουν, που ήθελε να παραβάλει το κοντό του ανάστημα με το μπόι του Ηρακλή.

-Εδώ στην Τροία, συνέχισε ο στρατιώτης διακόπτοντας τα γέλια και τα πειράγματα των συναδέλφων του, στράφηκε η προσοχή του μεγάλου Κωνσταντίνου κι αυτήν την πόλη διάλεξε στην αρχή για πρωτεύουσα του κράτους του ο μεγάλος βασιλιάς. Μάλιστα, πήγε ο ίδιος στην Τροία και καθόρισε τα όρια της μελλοντικής πόλης. Τα έργα της ανοικοδόμησης της νέας πρωτεύουσας άρχισαν αμέσως. Οι πύλες της είχαν χτιστεί και σε πολλά κτίρια οι εργασίες είχαν προχωρήσει αρκετά, όταν ένα βράδυ, όπως λέει ο χριστιανός συγγραφέας του πέμπτου αιώνα Σωζόμενος, παρουσιάστηκε ο Θεός στον Κωνσταντίνο και του είπε, να διαλέξει άλλη πόλη για πρωτεύουσά του. Τελικά, ο αυτοκράτορας διάλεξε το Βυζάντιο. Επί ένα αιώνα αργότερα, όσοι ταξίδευαν στην Τροία, μπορούσαν να διακρίνουν ακόμα τα ημιτελή έργα του Κωνσταντίνου[4].

Το μεγάλο γενουάτικο πλοίο με ολάνοιχτα τα πανιά του γλυστρούσε γρήγορα πάνω στα ήσυχα νερά της θάλασσας και περνούσε δίπλα απ’ την Τένεδο. Οι ακτές διακρίνονταν ολοκάθαρες κι οι λόφοι της ξεχώριζαν απαλοί και καταπράσινοι

-Εδώ, στο όμορφο αυτό νησί, είπε ο στρατιώτης με το κουρεμένο κεφάλι, άραξαν οι Αργίτες τα μελανά καράβια τους για λίγο, πριν βάλουν πλώρη τελικά για την Τροία. Κι από εδώ άρπαξε ο μεγάλος βασιλιάς κι αρχιστράτηγος των Ελλήνων Αγαμέμνονας την ροδομάγουλη Χρυσοπούλα, την ιέρεια του Απόλλωνα,  της οποίας η αρπαγή τόσα κακά έφερε αργότερα στο στρατόπεδο των Ελλήνων.

-Κι εδώ, στο νησί αυτό, σταμάτησαν για να ξεκουραστούν οι πρώτοι κάτοικοι του Βυζαντίου, όταν, πριν από εικοσιδύο περίπου αιώνες, έψαζαν με τα καράβια τους στις θάλασσες, να βρουν την όμορφη τοποθεσία της Κωνσταντινούπολης και να την κατοικήσουν, είπε με δυνατή φωνή ο ξερακιανός ψηλόκορμος στρατιώτης με τα μακριά και φουντωτά μαλλά, δείχνοντας με το μακρύ του ακόντιο προς το μέρος του νησιού.

Όλοι γύρισαν τα βλέμματά τους προς το μέρος του και τον κοίταξαν με περιέργεια κι ενδιαφέρον. Με κάποια έκδηλη ευχαρίστηση στο βλέμμα του τον κοίταξε κι ο γεροδεμένος στρατιώτης με το κουρεμένο κεφάλι που μιλούσε ως τώρα, σα να του έλεγε: Έτσι μπράβο. Πες και συ κάτι, να ξεκουραστώ κι εγώ.

Ο ξερακιανός στρατιώτης, που κατάλαβε την παράκληση του φίλου του, συνέχισε.

-Ναι, είπε στους συναδέλφους του, από δω πέρασαν οι πρώτοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης ή καλύτερα του αρχαίου Βυζαντίου. Και ακολουθώντας την ίδια πορεία, όπως κι εμείς τώρα, έφτασαν στη μαγευτική επτάλοφη άκρη του Βοσπόρου, όπου και έχτισαν την από τότε ελληνικότατη και πάντοτε ξακουστή Πόλη.

Όλοι οι στρατιώτες σιωπηλοί κάρφωσαν τα βλέμματά τους πάνω στον ξερακιανό συνάδελφό τους και με έκδηλη ανυπομονησία κρεμάστηκαν απ’ τα χείλη του. Όλοι τους, με τεταμένη την προσοχή κι έντονο το ενδιαφέρον, περίμεναν ν’ ακούσουν για την προϊστορία της Κωνσταντινούπολης, τη δημιουργία της βασιλεύουσας, για τη σωτηρία της οποίας τώρα πήγαιναν ν’ αγωνιστούν.

Ο ψηλόκορμος στρατιώτης διέκρινε το άμετρο ενδιαφέρον των συναδέλφων του και, για να ικανοποιήσει τη διψασμένη επιθυμία τους, άρχισε.

-Κατά τα μέσα του εβδόμου π.Χ. αιώνα[5],  Έλληνες μετανάστες από διάφορες ελληνικές πόλεις και κυρίως απ’ τη Μίλητο και τα Μέγαρα άρχισαν να φθάνουν στα παράλια της Προποντίδας και να ιδρύουν εκεί ελληνικές αποικίες. Οι αποικίες αυτές, με την επικράτησή τους και την πρόοδό τους, εξέτειναν την ελληνική κυριαρχία πέρα απ’ την άλλη άκρη του Αιγαίου κι αποτέλεσαν ταυτόχρονα και καινούριους εμπορικούς σταθμούς, οι οποίοι έφερναν σ’ επαφή τους κατοίκους της κυρίας Ελλάδας με τις χώρες της Μαύρης Θάλασσας και με τους λαούς που κατοικούσαν στα ενδότερα της Ασίας.

Κατά το 657 π.Χ., Μεγαρείς μετανάστες, με αρχηγό τους το Βύζα, πέρασαν τον Ελλήσποντο και, υπερνικώντας την αντίσταση των διαφόρων θρακικών φυλών της περιοχής, κατόρθωσαν να εγκατασταθούν στους καταπράσινους λόφους των ακτών του Κερατίου Κόλπου και να ιδρύσουν μικρή πόλη, την οποία ονόμασαν Βυζάντιο, προς τιμή του αρχηγού τους Βύζα. Παλιός μύθος λέει, ότι ο Βύζας, πριν ξεκινήσει με τους μετανάστες του για την εύρεση νέας χώρας, ρώτησε το Μαντείο των Δελφών, προς ποιο σημείο είναι προτιμότερο να κατευθυνθεί και πού είναι καλύτερα να χτίσει τη νέα  πόλη του. Η Πυθία, σύμφωνα με την τάση που είχε να δίνει διφορούμενες συμβουλές, του έδωσε τον εξής χρησμό: ‘’Ίδρυσε την πόλη σου στη χώρα των τυφλών’’, του είπε. Ο Βύζας με τους μετανάστες του περιπλανήθηκαν αρκετά στις θάλασσες, αναζητώντας ‘’τη χώρα των τυφλών’’, ώσπου κάποτε έφτασε στη Τένεδο. Πέρασε τον Ελλήσποντο, διέσχισε τη θάλασσα του Μαρμαρά κι έφτασε κοντά στο Βόσπορο, σε μια άλλη ελληνική αποικία, στη Χαλκηδόνα. Εκεί, οι Χαλκηδόνιοι, παλιοί Μεγαρείς άποικοι που είχαν φθάσει στα μέρη αυτά πριν από δεκαεφτά περίπου χρόνια, τον υποδέχτηκαν με χαρά και για μέρες τον φιλοξένησαν πρόθυμα κι αυτόν και τους ανθρώπους του.

Αλλά, παρά τη μεγάλη κι αυθόρμητη περιποίηση που έτυχαν οι περιπλανώμενοι μετανάστες από τους εκεί συμπατριώτες τους, ο Βύζας ήταν πάντοτε κατηφής και στενοχωρημένος, γιατί ο καιρός περνούσε και δεν ήξερε ποια κατεύθυνση ν’ ακολουθήσει και ποιο δρόμο να πάρει, για να βρει τη χώρα που του είχε πει η Πυθία. Παρ’ ότι ρωτούσε απ’ όπου περνούσε τους κατοίκους που συναντούσε, να του πουν αν ξέρουν κάτι για τη ‘’χώρα των τυφλών’’, δεν είχε μάθει το παραμικρό, γιατί κανείς ποτέ δεν είχε ακούσει τίποτα για μια τέτοια χώρα. Στενοχωρημένος ο αρχηγός των μεταναστών ανέβηκε μια μέρα σ’ ένα ύψωμα και, καθισμένος σε μια μεγάλη πέτρα, σκεφτόταν, τι έπρεπε να κάνει και ποια κατεύθυνση να πάρει για να βρει τη χώρα του χρησμού. Για μια στιγμή, όπως καθόταν πάνω στο βράχο, ανασήκωσε τα μάτια του κι είδε στο βάθος του ορίζοντα μια σειρά από καταπράσινους λόφους να απλώνονται ήμεροι και μαγευτικοί μέχρι το δαντελωτό κύμα της γαλανής θάλασσας. Η καρδιά του ανασκίρτησε κι η ψυχή του πλημμύρισε από ευτυχία. ‘’Να η χώρα που ψάχνω’’,  φώναξε αυθόρμητα και πετάχτηκε όρθιος απ’ τη χαρά του. ‘’Αυτή είναι η χώρα των τυφλών. Πραγματικά, τυφλοί είναι οι γύρω κάτοικοι, που δεν είδαν μια τόσο όμορφη γη, αλλά πήγαν κι έχτισαν τα χωριά και τις πόλεις τους μέσα στα ξεροβράχια και στους λασπόκαμπους.’’

Πραγματικά, η θέση του Βυζαντίου ήταν ασύγκριτα καλύτερη απ’ τη θέση της άλλης αποικίας των Μεγαραίων, τη Χαλκηδόνα. Όπως μας λέγει ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός του πέμπτου αιώνα Ηρόδοτος, όταν ο Πέρσης στρατηγός του Δαρείου και του Ξέρξη Μεγάβαζος έφτασε στο Βόσπορο κι είδε τις θέσεις των δύο μερών, ονόμασε τους κατοίκους της Χαλκηδόνας τυφλούς, γιατί, έχοντας τη δυνατότητα εκλογής, διάλεξαν την χειρότερη απ’ τις δυο τοποθεσίες, παραβλέποντας τελείως την ασύγκριτη υπεροχή της θέσης του Βυζαντίου.

Εκεί λοιπόν, πάνω στους καταπράσινους και μαγευτικούς εκείνους λόφους, πλάι στο απαλό κύμα της καταγάλανης θάλασσας, έφερε ο Βύζας τους Μεγαρείς μετανάστες του κι έχτισαν την καινούρια πόλη τους, την οποία, όπως είπαμε, ονόμασαν Βυζάντιο προς τιμή του αρχηγού τους.

Η μικρή αυτή κι άσημη στην αρχή αποικία, που, λόγω της θέσης της, ένωνε τους λαούς της Μαύρης Θάλασσας με τους λαούς της Μεσογείου και τους λαούς της Ευρώπης με τους λαούς της Ασίας, έγινε ονομαστή και σπουδαία με το πέρασμα των χρόνων κι έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο μέχρι σήμερα στην Ιστορία.

Η αίγλη και η φήμη της ξαπλώθηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα κι η ομορφιά της, τα πλούτη και η δόξα της κέντρισαν τη ζηλοφθονία πολλών λαών, οι οποίοι ξεσηκώθηκαν εναντίον της και κατ’ επανάληψη προσπάθησαν να την κατακτήσουν.

Ο ξερακιανός στρατιώτης, που τα πλούσια και μακριά μαλλιά του ανέμιζαν ελεύθερα καθώς τα χτυπούσε ο αέρας της θάλασσας, βλέποντας ότι το ενδιαφέρον των ακροατών του παραμένει ακμαίο, συνέχισε τη συζήτησή του.

-Πλούσια και τρικυμισμένη είναι η ιστορία της μικρής αυτής στην αρχή αποικίας. Το Βυζάντιο κυριεύτηκε απ’ τους Πέρσες του Δαρείου το 512 π.Χ. και το 478 π.Χ. ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Παυσανίας, ο νικητής των Πλαταιών (479 π.Χ.), καταδιώκοντας τους Πέρσες, ελευθέρωσε και τη μικρή αυτή πόλη. Ο Παυσανίας αργότερα κατηγορήθηκε ότι συνεννοούνταν με τους Πέρσες για να γίνει τύραννος της Ελλάδας, γι’ αυτό ανακλήθηκε απ’ το Βυζάντιο στη Σπάρτη, όπου και θανατώθηκε το 476 π.Χ.. Ύστερ’ απ’ τη φυγή του Παυσανία, το Βυζάντιο περιήλθε στη δικαιοδοσία των Αθηναίων και μπήκε στη συμμαχία της Δήλου.

Το 412 π.Χ., ύστερ’ απ’ την ήττα των Αθηναίων στις Συρακούσες και την πτώση της αθηναϊκής ισχύος, το Βυζάντιο αναγνώρισε τη σπαρτιατική υπεροχή. Μετά από πέντε χρόνια, όμως, το 408 π.Χ. ξανακυριεύτηκε απ’ τους Αθηναίους με τον Αλκιβιάδη ύστερα από πολιορκία. Αλλά το 405, ύστερ’ απ’ την ολοκληρωτική ήττα των Αθηναίων απ’ τους Σπαρτιάτες στην ‘’Αιγός ποταμοίς’’ μάχη, ο αρχηγός των Σπαρτιατών Λύσανδρος ξαναπήρε το Βυζάντιο και διόρισε φιλοσπαρτιατική κυβέρνηση. Το 404, ο Θρασύβουλος, αφού ελευθέρωσε την Αθήνα απ’ το σπαρτιατικό ζυγό και κατέλυσε την τυραννία κι ανακήρυξε τη δημοκρατία, έδιωξε και τη φιλοσπαρτιατική κυβέρνηση απ’ το Βυζάντιο, αναστήλωσε κι εδώ τη δημοκρατία κι επανέφερε την πόλη στο στρατόπεδο των Αθηναίων. Το 337, το Βυζάντιο έγινε μέλος της Αθηναϊκής Συμπολιτείας.

Το 340 π.Χ., πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς απ’ το Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας. Ο Μ. Αλέξανδρος, στην εκστρατεία του προς την Ασία, κυρίεψε το Βυζάντιο, το οποίο αργότερα έμεινε το πλείστον αυτόνομο. Η αυτονομία του αυτή διαταράχτηκε για λίγο επί Βεσπασιανού (70-79 μ.Χ.). Σύντομα ξαναέγινε αυτόνομο, για να κυριευτεί το 196 μ.Χ. απ’ τον αυτοκράτορα Σέπτιμο Σεβήρο, ύστερ’ από μακρά πολιορκία. Ο Σεβήρος γκρέμισε τα τείχη του Βυζαντίου και κατέσφαξε τους κατοίκους του. Άλλαξε, όμως, γνώμη γρήγορα και ξαναέχτισε την πόλη. Την μεγάλωσε και την μετονόμασε Αντωνίνια, στο όνομα του γιου του Μάρκου Αυριλίου Αντωνίνου. Το όνομα αυτό δεν διατηρήθηκε για πολύ καιρό και γρήγορα ξεχάστηκε κι έσβησε.

Η έκβαση του εμφυλίου πολέμου μεταξύ του Μ. Κωνσταντίνου και του Λικινίου αποφασίστηκε στις ακτές του Βοσπόρου. Ο Λικίνιος νικήθηκε τελικά στη Χρυσούπολη στις 18 Σεπτεμβρίου 324. Ύστερ’ απ’ αυτή του την επιτυχία ο Μ. Κωνσταντίνος, εκτιμώντας τη στρατηγική σημασία της περιοχής κι επειδή είδε και το όνειρο, όπως μας λέγει ο ιστορικός Σωζόμενος κι όπως μας είπε κι ο συνάδελφός μας πριν από λίγο, αποφάσισε να κάνει πρωτεύουσα του κράτους του το Βυζάντιο. Έδωσε εντολή λοιπόν, να χτιστεί στη μαγευτική εκείνη τοποθεσία του Βοσπόρου καινούρια και μεγάλη πόλη. Ο ίδιος δε, μ’ ένα ακόντιο στο χέρι, σημάδεψε στο χώμα τα όρια της νέας πόλης. Έτσι, το Βυζάντιο επικράτησε ανάμεσα στη Ναϊσσό, στη Σόφια, στη Θεσσαλονίκη και στην Τροία, πόλεις που είχε υπόψη του ο Μ. Κωνσταντίνος, για να μεταφέρει το θρόνο του κι έγινε πρωτεύουσα της μεγάλης αυτοκρατορίας του. Στις 8 Νοεμβρίου 324, γιορτάστηκε η θεμελίωση της νέας πόλης και σ’ έξι χρόνια, στις 11 Μαΐου 330 ανακηρύχτηκε επίσημα η μεγαλοπρεπής νέα πόλη σε πρωτεύουσα του κράτους και πήρε το όνομα Νέα Ρώμη και Κωνσταντινούπολη. Τελικά, επικράτησε το όνομα Κωνσταντινούπολη. Πόλη του Κωνσταντίνου. Κι έτσι έμεινε γνωστή στην Ιστορία.

Το Βυζάντιο στην αρχή και μετά η Κωνσταντινούπολη στη μακραίωνη ιστορία της, είδε μέρες δόξας και μεγαλείου. Δέχτηκε, όμως και πολλές επιθέσεις διαφόρων λαών και ηγεμόνων, απ’ τις οποίες οι σπουδαιότερες είναι:

Κατά τον τρίτο μ.Χ., αιώνα οι Γότθοι πέρασαν το Δούναβη, λεηλάτησαν τη Μακεδονία και τη Θράκη και κυρίεψαν το Βυζάντιο.

Επίσης, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε χωρίς επιτυχία:

Απ’ τους Πέρσες και τους Αβάρους το 626 μ.Χ..

Απ’ τους Άραβες το 674-678 και το 717-718.

Απ’ τους Βουλγάρους το 813 και το 913.

Απ’ τους Ρώσους το 860, 941 και το 1043.

Απ’ τους Πετσενέγκους το 1090-1091.

Το 1082, δόθηκαν απ’ τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό πολλά εμπορικά προνόμια, ακόμα και τμήμα της πόλης στους Βενετούς. Μετά απ’ τους Βενετούς, παραχωρήθηκαν προνόμια στους Γενουάτες, στους Πιζαίους και σ’ άλλους Λατίνους αποίκους. Οι Ιταλοί ήταν καλοί ναυτικοί κι έτσι η εμπορική ναυτιλία της Κωνσταντινούπολης πέρασε σιγά-σιγά στα χέρια των Δυτικών και η πρόοδος της Πόλης εξαρτήθηκε κατά πολύ απ’ αυτούς.

Όμως, τα προνόμια αυτά κι οι διάφορες χαριστικές παραχωρήσεις των αυτοκρατόρων προς τους Δυτικούς άρχισαν να επιφέρουν προστριβές και να γίνονται αιτίες ρήξεων μεταξύ των ντόπιων στοιχείων και των παρείσακτων ξένων, οι οποίες και κατέληξαν στις μεγάλες σφαγές του 1182.

Το 1203, οι στρατιές της τετάρτης σταυροφορίας εμφανίστηκαν μπροστά στην Κωνσταντινούπολη, για να επαναφέρουν τον αυτοκράτορα Ισαάκιο ΙΙ. Η πόλη κυριεύτηκε απ’ τους σταυροφόρους αλλά για ένα χρόνο συνέχισε να κυβερνιέται απ’ τους Βυζαντινούς. Στις 13 Απριλίου 1204, οι σταυροφόροι ξανακυρίεψαν την Κωνσταντινούπολη. Τη φορά αυτή, την λεηλάτησαν συστηματικά, την πυρπόλησαν και κατέσφαξαν τους κατοίκους της. Οι Βυζαντινοί άρχοντες εκδιώχτηκαν και κατέφυγαν στη Νίκαια και στην Ήπειρο κι ενθρονίστηκε Λατίνος αυτοκράτορας ο Μπολντουίν της Φλάνδρας. Η λατινική κατοχή, η οποία κράτησε περίπου εξήντα χρόνια (1204-1261), ήταν η πλέον καταστρεπτική στην ιστορία της Κωνσταντινούπολης[6]. Η πόλη λεηλατήθηκε συστηματικά. Όλα τα τιμαλφή και ιδίως τα άγια λείψανα και τα ιερά σκεύη μεταφέρθηκαν στη Δύση. Ακόμα και τα μπρούντζινα αγάλματα της πόλης τα έλυωσαν οι Δυτικοί, για να τα κάνουν νομίσματα. Το 1261, ο Έλληνας αυτοκράτορας της Νικαίας Μιχαήλ VIII, ο Παλαιολόγος, έδιωξε τους Λατίνους και ξαναπήρε την Κωνσταντινούπολη. Η πόλη, όμως, ήταν καταστραμμένη και με τον καιρό άρχισε να παραμελείται περισσότερο, ώσπου η συντήρησή της εγκαταλείφθηκε σχεδόν τελείως απ’ τους Βυζαντινούς. Κατά το τέλος του 13ου και αρχές του 14ου αιώνα, μόνο λίγα κτίρια χτίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Αργότερα και με το πέρασμα των χρόνων, η πόλη έπεσε σε τέλεια παρακμή και γέμισε ερειπωμένα κτίρια κι εγκαταλειμμένες εκτάσεις. Μόνο η συνοικία του Γαλατά στην ασιατική ακτή του Κερατίου Κόλπου, η οποία παραχωρήθηκε στους Γενουάτες απ’ το Μιχαήλ τον VIII τον Παλαιολόγο και η οποία αποτελούσε ξεχωριστό απ’ την Κωνσταντινούπολη οικισμό, συνέχισε να προοδεύει και να διακρίνεται.

Τους τελευταίους δυο αιώνες, η βυζαντινή αυτοκρατορία απειλήθηκε απ’ τους Οθωμανούς, οι οποίοι, βίαιοι και μαχητικοί, άρχισαν να στρέφονται εναντίον της. Η απειλή αυτή φάνηκε για λίγο πως άρχισε να υποχωρεί, ύστερ’ απ’ την ήττα των Τούρκων στη μάχη της Άγκυρας, το 1402, απ’ τον Ταμερλάνο.

Πριν από δέκα χρόνια, όπως όλοι σας θα θυμόσαστε, ο Μουράτ ο δεύτερος ξαναπολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Οι στρατιώτες άκουγαν με προσοχή τον ξερακιανό συνάδελφό τους, που τόσα πολλά ήξερε για την ιστορία της χιλιόχρονης και ξακουστής Κωνσταντινούπολης. Κανένας τους δεν είχε πάει ως τώρα στα δοξασμένα αυτά μέρη και κανενός τα μάτια δεν είχαν αντικρίσει ποτέ τη λαμπρή πόλη του Κωνσταντίνου, το άστρο της Ανατολής και το καμάρι της Ορθοδοξίας. Με απληστία παρακολουθούσαν τις διηγήσεις του φίλου τους και, με φανερή ανυπομονησία, ήθελαν ν’ ακούσουν και να μάθουν όσο το δυνατόν περισσότερα για τη βασιλεύουσα των πόλεων και το λίκνο του χριστιανισμού της Ανατολής. Ήθελαν, όταν τα μάτια τους αντικρίσουν το άγιο στερέωμά της και τα πόδια τους πατήσουν τα ιερά χώματά της, να γνωρίζουν κάτι απ’ την ιστορία της, για να μπορέσουν να νιώσουν σ’ όλο του το μέγεθος το μεγαλείο της και να κατορθώσουν να εισχωρήσουν με τη σκέψη τους όσο πιο βαθιά γίνεται στο δοξασμένο και πολυτάραχο παρελθόν της.

-Από πού προέρχονται οι Τούρκοι και πώς και πότε πρωτοπαρουσιάστηκαν στην Ευρώπη; Ρώτησε με έκδηλο ενδιαφέρον ένας στρατιώτης με πυκνά μαλλιά και μαύρα γένια απ’ τη Λέσβο και πρόσθεσε. Ξέρεις, ποτέ δε μου δόθηκε η ευκαιρία να ξανακούσω τέτοιες ιστορίες, ούτε ποτέ μου πήγε καν η σκέψη σε τέτοια πράγματα. Τώρα, όμως, οι διηγήσεις σου αυτές κάτι το ασυνήθιστο και άγνωστο ξύπνησαν μέσα μου. Νομίζω, πως ένα άδειο χάος άνοιξε στην ψυχή μου κι ανυπόμονο ζητά να γεμίσει το τεράστιο κενό του με ιστορίες και γεγονότα, με διηγήσεις και συμβάντα του παρελθόντος.

Κοίταξε τριγύρω του τους σιωπηλούς συναδέλφους του και, σα ντροπιασμένος για την αυθόρμητη κι ειλικρινή εξομολόγησή του, με την οποία ξεσκέπαζε τελείως την αμάθειά του, κατέβασε το βλέμμα του κι έσκυψε το κεφάλι του ταπεινωμένος. Και, σα να ήθελε να δικαιολογηθεί κάπως για το φέρσιμό του αυτό, πρόσθεσε μονολογώντας.

-Αν ήταν δυνατό να πήγαινα κι εγώ στο σχολείο όταν έπρεπε . . .  Αν ήξερα να διαβάζω λίγο . . .

Ο ξερακιανός στρατιώτης, παρ’ ότι είχε κουραστεί κι ο ίδιος κι είχε και την εντύπωση ότι είχε κουράσει και τους ακροατές του, κεντρισμένος απ’ την άδολη ομολογία του συναδέλφου του, συνέχισε.

-Μετά το θάνατο της τελευταίας διαδόχου της Μακεδονικής δυναστείας, της αυτοκράτειρας Θεοδώρας (1059), λόγω της επικρατούσας απειθαρχίας και αναρχίας στο κράτος, διάφοροι στρατιωτικοί οίκοι της Ασίας εξεγέρθηκαν κατά της Κωνσταντινούπολης και ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Ισαάκιο τον Κομνηνό (1057). Ο Ισαάκιος πέθανε το 1959 και τον διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος Δούκας. Επί της εποχής του Δούκα, εμφανίστηκαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι.

Οι Σελτζούκοι, κλάδος μογγολικής φυλής, είναι οι πρώτοι Τούρκοι που εισέβαλαν στις ανατολικότερες ασιατικές επαρχίες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Με αρχηγό τους τον Αλπ-Αρσλάν ξεκίνησαν απ’ τις πεδιάδες του Τουρκιστάν κατά τον 11ο  αιώνα, διέσχισαν την Περσία κι έφτασαν μέχρι των παραλίων του Αιγαίου και του Ελησπόντου. Επί βασιλείας του Μιχαήλ ΙΙ, διαδόχου του Δούκα, κυρίεψαν τη Μ. Ασία, όπου και ίδρυσαν ισχυρό κράτος. Απ’ τους Άραβες πήραν τη μωαμεθανική θρησκεία κι έγιναν πιστοί και φανατικοί οπαδοί του Μωάμεθ.

Οι Σελτζούκοι Τούρκοι, σε αντίθεση με τους Οσμανίδες Τούρκους, δεν διακρίνονταν μόνο για την πολεμική τους ορμή, όπως διακρίνονταν τότε όλοι οι νεοφανείς μωαμεθανοί, αλλά είχαν κι άλλες αρετές, τις οποίες οι Οσμανίδες Τούρκοι ουδέποτε απέκτησαν και τις οποίες οι Άραβες (οι πρώτοι μωαμεθανοί) εν μέρει μόνο παρουσίασαν. Οι Σελτζούκοι αγάπησαν με ζήλο τα γράμματα και τις τέχνες κι οι σουλτάνοι τους, καθώς και οι ανώτατοι αξιωματούχοι του κράτους τους, είχαν εξαιρετική μόρφωση[7]. Ήταν διαπρεπείς λόγιοι κι εφάρμοζαν όλες τις ανώτερες αρετές τους στην καθημερινή τους ζωή και στη διακυβέρνηση του κράτους τους.

Ονομαστός σουλτάνος των Σελτζούκων ήταν ο Τογρούλβεγ, ο οποίος πέθανε το 1063 κι ο οποίος θεωρείται ένας απ’ τους ιδρυτές του κράτους των Σελτζούκων. Ο ανεψιός του Αλπ-Αρσλάν, ξακουστός για τα πολεμικά του κατορθώματα και την προσήλωσή του στα παραγγέλματα της ηθικής και της θρησκείας, προήγαγε τους Σελτζούκους σε μεγάλη και υπολογίσιμη δύναμη της εποχής.

Πιο θαυμαστός, όμως, υπήρξε ο βεζίρης Νιζάμ-Ελ-Μουλκ, ο οποίος, εκτός του ότι διακρίνονταν για την ευρεία του μόρφωση, τη μεγάλη του αρετή και την άμεμπτη δικαιοσύνη του, αγωνίστηκε πραγματικά για τη διάδοση της παιδείας σ’ όλον το μωαμεθανικό κόσμο κι αποδείχτηκε δίκαιος και σοφός κυβερνήτης κι ακάματος και μεγάλος ευεργέτης των φτωχών.

Το παρακάτω ιστορικό περιστατικό μας δίνει μια εικόνα του βαθμού της ανωτερότητας και του ήθους των ηγεμόνων των Σελτζούκων.

Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ρωμανός Διογένης, διάδοχος του Κωνσταντίνου Δούκα, πολεμώντας το 1071 τους Σελτζούκους, συνελήφθη αιχμάλωτος απ’ τον Αλπ-Αρσλάν στη μάχη του Μάρτζικερτ και, όχι μόνο δεν έπαθε κανένα κακό, αλλά αντίθετα βρήκε εξαιρετική περιποίηση. Όταν δε ο νικητής Αλπ-Αρσλάν ρώτησε τον αιχμάλωτό του αυτοκράτορα Ρωμανό, τι θα έκανε αν αυτός τον είχε συλάβει αιχμάλωτο, ο Ρωμανός απάντησε με ειλικρίνεια, ότι θα τον τιμωρούσε με τρόπο φοβερό. Τότε ο Αλπ-Αρσλάν απάντηασε στο Ρωμανό με τα εξής σπουδαία λόγια:

‘’Αλλά, όπως βλέπεις, του είπε, εγώ δε σε μιμούμαι κι απορώ πώς εσύ σκέφτεσαι αντίθετα, ενώ ακούω ότι ο Χριστός σας διδάσκει την ειρήνη και κηρύττει την αμνηστεία του κακού, τιμωρεί τους υπερήφανους και δίδει χάρη στους ταπεινούς.’’

Κατόπιν, άφησε ελεύθερο το Ρωμανό, ο οποίος βρήκε οικτρό θάνατο αργότερα από ομοδόξους του πολιτικούς του αντιπάλους και πέθανε στο νησί Πρώτη.

Αργότερα κι ενώ ο Αλπ-Αρσλάν ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει προς το Τουρκεστάν, για να καταστείλει εκραγείσες εκεί ταραχές, τραυματίστηκε θανάσιμα με ξίφος από ένα χριστιανό και πέθανε. Πεθαίνοντας, παραδέχτηκε ότι παραβίασε την οφειλόμενη προς το Θεό ταπείνωση, διότι θεώρησε τον εαυτό του μεγάλο κυρίαρχο, πανίσχυρο και ανώτερο κάθε προσβολής κι ότι γι’ αυτό του το κρίμα ο Θεός τον κατακρήμνισε απ’ το ύψος των επιγείων αξιωμάτων του και του απέδειξε, με το χέρι ενός ελαχίστου και άσημου αιχμαλώτου, πόσο μηδαμινή είναι η δύναμή του και ζήτησε συγχώρηση. Επίσης, άφησε εντολή στο γιο του και διάδοχό του Μαλέκ-Σαχ, να τοποθετήσει στον τάφο του την εξής επιγραφή: ‘’Όλοι εσείς, όσοι είδατε την μέχρι των ουρανών υψωθείσα μεγαλειότητα του Αλπ-Αρσλάν, ελάτε στη Μερού να δήτε ότι η μεγαλειότητα αυτή έγινε σκόνη.’’

Αργότερα, κατά το 1215  με 1225, μια μοναδική φυλή της πατριάς των Οσμανιδών Τούρκων του Ογούζ-Χαν, με αρχηγό της το Σουλεϊμάν-Χαν, διωγμένη  απ’ το Μαχάν της Βορειοανατολικής Περσίας απ’ τις ορδές του Τσέγκις-Χαν, πέρασε το Αζερμπαϊτζάν κι έφτασε στις αρμενοκουρδικές επαρχίες της σημερινής Τουρκίας. Εκεί ο Σουλεϊμάν εγκαταστάθηκε προσωρινά με το λαό του. Επειδή, όμως κι εκεί οι Οσμανίδες κινδύνευαν απ’ το κατερχόμενο όλο και πιο νότια μογγολικό κύμα, αναγκάστηκαν, ακολουθώντας την κοιλάδα του Ευφράτη, να φθάσουν ύστερ’ από πέντε χρόνια στο Χαλέπι. Σύντομα, οι διάφορες ομάδες των Οσμανιδών Τούρκων συνενώθηκαν και ίδρυσαν κράτος, το οποίο επεξέτειναν σε βάρος των Σελτζούκων και της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να στεριώσουν και να μεγαλώσουν το κράτος τους, με πρωταρχικό σκοπό να διαδώσουν τη θρησκεία τους, το μωαμεθανισμό. Φιλοπόλεμοι όπως ήταν κι επηρεασμένοι κι απ’ τις διδαχές του κορανίου τους, πολέμησαν με πείσμα τους γειτονικούς τους λαούς κι ιδιαίτερα τους χριστιανούς. Ο ισλαμισμός γέμισε τις ψυχές τους με πρωτοφανή και μοναδικό θρησκευτικό ενθουσιασμό και πίστεψαν ακράδαντα ότι, για να υπηρετήσουν τον Αλλάχ, πρέπει να υποτάξουν τους άπιστους και να κυριέψουν τον κόσμο. Ο σκοπός αυτός μπήκε σα μοναδική επιδίωξη και προορισμός στη ζωή τους κι ο θρησκευτικός φανατισμός συντέλεσε, ώστε να αποβούν μια ξεχωριστή και διακεκριμένη πολεμική δύναμη στον κόσμο.

Μια απ’ τις σπουδαίες αρχικές επιτυχίες των Τούρκων ήταν η κατάληψη της Ιερουσαλήμ το 1074.

Το 1326, ο Οσμάν ή Οθωμάν κυρίεψε την Προύσα και ίδρυσε στη Μ. Ασία το οθωμανικό κράτος. Το 1331, οι Οθωμανοί πήραν τη Νίκαια και έξι χρόνια αργότερα, το 1337, κυρίεψαν τη Νικομήδεια. Επίσης, εκμεταλλεύτηκαν τις έριδες των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και ιδιαίτερα τις μακροχρόνιες ένοπλες ρήξεις μεταξύ του Ιωάννου V του Παλαιολόγου και του Ιωάννου VI του Κατακουζηνού και το 1338 πέρασαν στην Ευρώπη. Το 1354, κυρίεψαν την Καλλίπολη κι έκτοτε άρχισε η αλματώδης τους επικράτηση στη χερσόνησο του Αίμου. Το 1362, επί Μουράτ Ι, κυρίεψαν την Αδριανούπολη, την οποία κι έκαναν δεύτερη πρωτεύουσα του κράτους τους. Απ’ την εποχή αυτή αρχίζει η επίσημη και μόνιμη πλέον εγκατάσταση των Τούρκων στην Ευρώπη. Το γεγονός αυτό επηρέασε βαθύτατα τη μετέπειτα ιστορία των χωρών του Αίμου και της Ευρώπης.

Το 1371, νίκησαν τους Σέρβους και κατέστησαν φόρου υποτελή το βασιλιά της Σερβίας. Επίσης, το 1382 κυρίεψαν τη Σόφια και κατέστησαν φόρου υποτελή και το βασιλιά της Βουλγαρίας. Το 1386 κατέλαβαν τη Ναϊσσό της Σερβίας, την πατρίδα του Μ. Κωνστανίνου και τη Θεσσαλονίκη. Το δε 1388 κατέλυσαν το βουλγαρικό κράτος.

Οι Οθωμανοί, ύστερ’ απ’ τη μεγάλη τους νίκη εναντίον των χριστιανών Σέρβων, Βοσνίων, Κροατών, Πολωνών, Ούγγρων, Βλάχων και Αλβανών στη μάχη του Κόσσοβο, στις 15 Ιουνίου 1389, επιβλήθηκαν στα Βαλκάνια. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε ο σουλτάνος Μουράτ Ι αλλά ο διάδοχός του Βογιατζίτ συνέχισε τους πολέμους και το 1393 ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Βουλγαρίας και πολιόρκησε ανεπιτυχώς τον ίδιο χρόνο την Κωνσταντινούπολη.

Οι χριστιανοί της Ουγγαρίας, μαζί με Δυτικούς σταυροφόρους, προσπάθησαν να εμποδίσουν την περαιτέρω εξάπλωση των Οθωμανών αλλά νικήθηκαν το 1396 στη μάχη της Νικόπολης.

Ύστερ’ απ’ τις νίκες στη μάχη του Κόσσοβο και στη μάχη της Νικόπολης, οι Τούρκοι απέκτησαν τη φήμη των πιο σπουδαίων πολεμιστών και των πιο τρομερών μαχητών του μωαμεθανισμού.

Αργότερα, ο σουλτάνος Βογιατζίτ νικήθηκε στη μάχη της Άγκυρας το 1402 απ’ τον Ταμερλάνο και συνελήφθη αιχμάλωτος. Τότε, ο Έλληνας αυτοκράτορας Μανουήλ επωφελήθηκε της αδυναμίας εκείνης των Τούρκων κι ελευθέρωσε μερικές πόλεις στην Ασία, καθώς και τη Θεσσαλονίκη, την οποία, όμως, ξαναπήραν οριστικά οι Τούρκοι το 1430. Τον ίδιο χρόνο κυρίεψαν και τα Γιάννενα.

Ο διάδοχος του Βογιατζίτ, Μουράτ ΙΙ, πολιόρκησε ανεπιτυχώς την Κωνσταντινούπολη το 1422 και νίκησε τον ουγγρικό στρατό στη Βάρνα το 1444 και το 1447 ο ήρωας της Ουγγαρίας Ουνυάδης, ο οποίος πολλές φορές ως τώρα είχε νικήσει τους Τούρκους, νικήθηκε απ’ το Μουράτ κι η Ουγγαρία έγινε υποτελής στους Τούρκους. Επίσης, ο Μουράτ ΙΙ νίκησε το Γεώργιο Καστριώτη ή Σκενδέρμπεη, ο οποίος είχε κατανικήσει και διαλύσει κυριολεκτικά τέσσερις φορές τον τουρκικό στρατό στην Κρόια και στο Σβέντιγκραδ της Αλβανίας. Ύστερ’ απ’ τις νίκες του αυτές κατά του Ουνυάδη και του Σκενδέρμπεη, ο Μουράτ ΙΙ στράφηκε προς το Δεσποτάτο του Μυστρά και εισέβαλε στην Πελοπόννησο. Αναγκάστηκε, όμως, ν’ αποσυρθεί το 1447, αφού κατέστησε το δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνο Δραγάση φόρου υποτελή. Μ’ αυτόν τον τρόπο επέβαλε την κυριαρχία του σ’ ολόκληρη την ελληνική χερσόνησο.

Ύστερ’ απ’ τη μάχη του Κόσσοβο (1389) και τη συντριβή και των τριών τελευταίων προμάχων του χριστιανισμού, του Ουνυάδη της Ουγγαρίας (1444), του Σκενδέρμπεη της Αλβανίας (1447) και του δεσπότη του Μυστρά, η Κωνσταντινούπολη είχε πλέον απομονωθεί και κυκλωθεί από παντού.

Το 1448, πέθανε στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας Ιωάννης VIII και τον διαδέχτηκε ο έως τότε δεσπότης του Μυστρά Κωνσταντίνος Δραγάσης, ο σημερινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Επίσης, στις αρχές Φεβρουαρίου 1451, πέθανε ο Μουράτ ΙΙ και τον διαδέχτηκε ο γιος του Μωάμεθ, ο σημερινός σουλτάνος.

Ο ξερακιανός στρατιώτης κοντοστάθηκε για λίγο, να πάρει μια αναπνοή και συνέχισε.

-Τα πράγματα δε θα ήταν σήμερα τόσο δύσκολα και οι Τούρκοι δε θα μας απειλούσαν τόσο θανάσιμα, αν, από χρόνια πριν, ο πάπας και οι καθολικοί της Δύσης . . .

Στο σημείο αυτό μια δυνατή φωνή ενός αξιωματικού πάνω απ’ τη γέφυρα διατάραξε την ησυχία της μικρής φιλόμαθης ομάδας και θορύβησε τους περιπλανώμενους στα πελάγη της ιστορίας στρατιώτες, διακόπτοντας ταυτόχρονα με τη βίαιη και τη διαπεραστική της ένταση τη διήγηση του ψηλόκορμου κι αδύνατου στρατιώτη.

Ήταν ώρα για αλλαγή της βάρδιας κι ο αξιωματικός καλούσε εκείνους που έπρεπε ν’ αναλάβουν υπηρεσία να πάνε αμέσως στα πόστα τους.

Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση και στο βάθος ξεπρόβαλαν σκυθρωπές κι επιβλητικές οι ακτές των στενών. Οι δυσκολοπέραστοι βράχοι των Δαρδανελίων.

Μερικοί απ’ τους λιγοστούς στρατιώτες της ομάδας έφυγαν για ν’ αντικαταστήσουν άλλους συναδέλφους τους στις διάφορες φρουρές και υπηρεσίες του πλοίου. Ανάμεσα σ’ αυτούς έφυγε κι ο αδύνατος ακοντιστής με τα φουντωτά μαλλιά και τα πυκνά φρύδια, καθώς και ο γεροδεμένος ξιφοφόρος με το κουρεμένο κεφάλι και τον αλυσιδωτό θώρακα.

-Πάμε παιδιά. Είπε ο ψηλός στρατιώτης, καθώς έσκυβε για να πάρει το μακρύ του ακόντιο απ’ το κατάστρωμα, όπου ήταν αφημένο δίπλα στα πόδια του. Απόψε φυλάμε σκοποί με το φίλο από εδώ κι έδειξε το γεροδεμένο στρατιώτη που στεκόταν δίπλα του μπροστά στις καμπίνες του καπετάνιου, των ιεραρχών και των άλλων υψηλών προσώπων. Άλλη φορά, ελπίζω να συνεχίσουμε την κουβέντα μας και να πούμε περισσότερα.

Και, καθώς γύριζε για να φύγει, έκλεισε πειραχτικά το μάτι στους συναδέλφους του.

Ύστερ’ απ’ την αναχώρηση των ομιλητών και των άλλων στρατιωτών, η ομάδα διαλύθηκε. Τελευταίοι έμειναν ο νεαρός στρατιώτης με τα σγουρά μαλλιά και τα μαύρα γένια που ανέβηκε στο καράβι στη Λέσβο κι ο ξανθωπός κοντόσωμος τοξότης απ’ τη Χίο.

-Εγώ θα έχω βάρδια μετά τα μεσάνυχτα, είπε ο τοξότης.

-Κι εγώ το ίδιο. Φαίνεται πως θα είμαστε παρέα, απάντησε ο άλλος και οι δυο μαζί κατευθύνθηκαν προς τη μέση του καταστρώματος. Κάθισαν κάτω απ’ το πισινό μικρό κατάρτι της τρικάταρτης γαλέρας κι ακουμπισμένοι στα διάφορα κιβώτια που ήταν καλοτοποθετημένα και δεμένα εκεί, αγνάντευαν σιωπηλοί το ανοιχτό πέλαγος.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 1980


[1]  Mijiatovic ‘’The Last Emperor Of The Greeks’’         Σελίδα       17.
[2]  Ομήρου Ιλιάδα.           Ραψωδία Η   στίχος   453.
Ομήρου Ιλιάδα                  Ραψωδία Φ     στίχ.  450-460.
[3]  Ομήρου Ιλιάδα            Ραψωδία       Υ       στίχος      145.
[4]  Vasiliev A. A. ‘’History Of The Byzant. Emp…’’  Τόμ.  Α  σελ. 79.
[5]  Vasiliev A.A. ‘’History Of The Byzant. Emp…’’ Τόμ.  Α  σελ.  78.
[6] Encyclopaedia Britannica         Τόμος  12   Σελίδα     706.
[7]  Παπαρηγόπουλου Κ. ‘’Επίτομος Ιστορία Ελλην. Έθνους’’   Σελ. 12.