Οι Ένοχοι – κεφάλαιο 8

Ψαριανοί

ΟΙ  ΨΑΡΙΑΝΟΙ

Η θάλασσα ήταν ήσυχη και το καράβι γλιστρούσε πάνω στα γαλανά νερά της κι όλο πλησίαζε προς τον προορισμό του. Ησυχία επικρατούσε στο κατάστρωμα και μόνο ο αργός βηματισμός των δύο φίλων, που πηγαινοέρχονταν στο επάνω μικρό κατάστρωμα μπροστά στην καμπίνα του καπετάνιου, τάραζε κάπου-κάπου τους ρεμβασμούς και τις σκέψεις των δύο συναδέλφων, οι οποίοι συνέχιζαν να αγναντεύουν σιωπηλοί τον ορίζοντα.

Τη σιωπή διέκοψε ο στρατιώτης με τα μαύρα γένια λέγοντας.

-Καλόκαρδοι κι έξυπνοι άνθρωποι οι ομιλητές μας. Φαίνονται πολύ διαβασμένοι.

-Πραγματικά παλικάρια στην ψυχή, πρόσθεσε ο τοξότης, που κι αυτός τις ίδιες σκέψεις ανάδευε στο μυαλό του κι έδειξε προς τους δυο φίλους του.

Οι δυο στρατιώτες, που πριν από λίγο είχαν το λόγο κι έλεγαν τόσα ενδιαφέροντα πράγματα στους συναδέλφους τους, τώρα έπαιρναν τις θέσεις τους πάνω στη γέφυρα, μπροστά στην καμπίνα του καπετάνιου.

-Αυτοί είναι πραγματικοί άνθρωποι με καθαρή ψυχή κι αληθινά αισθήματα, συνέχισε ο τοξότης και κούνησε ελαφρά στον αέρα το τόξο του, σα να ήθελε έτσι να υπογραμμίσει το θαυμασμό του για τους φίλους του και συνέχισε.

-Ακούς, να δώσουν κι οι δυο τους τον πρώτο στρατιωτικό τους μισθό στη γυναίκα και στα παιδιά μου φεύγοντας απ’ τη Χίο! Το πιστεύεις εσύ, ότι υπάρχουν σήμερα τέτοιοι άνθρωποι; Ρώτησε το διπλανό του σκουντώντας τον ελαφρά στο γόνατο.

-Δεν είναι συγγενείς σου; Ρώτησε με κάποια απορία ο στρατιώτης απ’ τη Λέσβο. Σε προσέχουν τόσο πολύ και σου φέρονται με τόση καλοσύνη, που θα πρέπει να είναι κάτι παραπάνω από φίλοι σου.

-Δεν είναι συγγενείς μου, ούτε παλιοί φίλοι μου. Δεν είναι ούτε πατριώτες μου. Ούτε καν γνωστοί μου, απάντησε ο τοξότης, κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του.

-Πραγματικά, περίεργοι άνθρωποι, είπε ο νεαρός στρατιώτης απ’ τη Λέσβο. Λίγες μόνο ώρες έχουμε μαζί αλλ’ απ’ την πρώτη στιγμή που τους αντίκρισα ανεβαίνοντας στο πλοίο τους συμπάθησα και τους εκτίμησα. Η ευθύτητα του χαρακτήρα τους, η απλότητα της ψυχής τους κι η καλοσύνη τους, με συγκίνησαν και μ’ έκαναν να τους αγαπήσω και να τους σεβαστώ. Κάτι μου λέει μέσα μου, πως δεν έπεσα έξω.

-Υποσχέθηκα στον εαυτό μου, ότι δε θα μιλήσω σε κανένα για τους ανθρώπους αυτούς, είπε ο τοξότης. Αλλά, η εκτίμησή μου κι η αγάπη μου γι’ αυτούς πλημμυρίζουν τώρα το είναι μου και το βλέπω πως η φτωχή μου καρδιά δεν είναι σε θέση να κρατήσει μόνη της όλο το βάρος του μεγαλείου των ψυχών των δυο αυτών συναδέλφων μας. Νιώθω την ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον. Να μοιραστώ με κάποιον τη χαρά μου, το θαυμασμό μου, την εκτίμησή μου γι’ αυτούς. Επειδή βλέπω, ότι και συ πρόσεξες πραγματικά κι εκτίμησες σωστά τη λεβεντιά και την καθαρότητα της ψυχής τους, θα σου πω ό,τι ξέρω για τους δυο αυτούς συναδέλφους μας.

Κοντοστάθηκε για λίγο, σα να ήθελε να πάρει κουράγιο ή να ξανασκεφτεί αν έπρεπε να μιλήσει για το μεγάλο μυστικό των φίλων του και, με εμπιστοσύνη στην εχεμύθεια και στην κρίση του συναδέλφου του, άρχισε,

-Στη Χίο δούλευα εργάτης σ’ ένα μικρό ψαροκάικο. Σκληρή δουλειά κι απ’ τη νύχτα ως τη νύχτα. Χωρίς ανασασμό και ξεκούραση. Έχω, βλέπεις, οικογένεια. Γυναίκα και τέσσερα παιδιά. Κι όλα μικρά. Πολλές οι υποχρεώσεις μου.

Τα μάτια του άστραψαν καθώς θυμήθηκε τη γυναίκα του και τα παιδιά του, που άφησε πίσω στη Χίο και μια έντονη σύσπαση αυλάκωσε για μια στιγμή το πρόσωπό του. Κάποιο βάρος ένιωσε να του πιέζει το στήθος και να του κλείνει το λαιμό. Έσφιξε την καρδιά του και, συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις του, συνέχισε.

-Δυο-τρεις μέρες πριν απ’ την τελευταία μεγάλη κακοκαιρία, που χτύπησε το νησί μας κι όλα τα νησιά του Αιγαίου, είχα ξανοιχτεί ξημερώματα με μια βάρκα κι έφερνα γύρα τα απλωμένα στ’ ανοιχτά δύχτια μας. Ήταν βαθιά χαραυγή. Μόλις είχε αρχίσει να ξεχωρίζει η μέρα απ’ τη νύχτα. Η θάλασσα ήταν ήσυχη και το νερό ήρεμο σα λάδι. Έκανε, όμως, ψύχρα τσουχτερή τις ώρες εκείνες κι ας μη φυσούσε καθόλου αέρας. Όσο ξημέρωνε, τόσο ξεχώριζες εδώ και κει συννεφάκια από χαμηλή ομίχλη, που, καθώς μετακινούνταν αργά-αργά γλιστρώντας πάνω στο ήσυχο νερό, άλλοτε πύκνωναν περισσότερο και γίνονταν μουντά και σκοτεινά, στενεύοντας έτσι το πλάτος της θάλασσας κι άλλοτε ξεχώριζαν, αραίωναν και, σαν ξεθωριασμένο πέπλο, ξεδιάλυναν τον ορίζοντα κι άφηναν τη ματιά ελεύθερη να χάνεται στην απεραντοσύνη της μαβιάς γυαλάδας του νερού. Τα πάντα ήταν σιωπηλά και ναρκωμένα εκείνη την ώρα. Μόνο ο ελαφρός χτύπος των κουπιών της βάρκας μου ακουγόταν σαν κρυστάλλινο παιχνίδισμα μέσα στη γαλήνια ησυχία της απόμακρης εκείνης αυγής. Σπρωγμένα απ’ τις μηχανικές κι ασυναίσθητες κινήσεις των χεριών μου τα κουπιά, ανάδευαν ρυθμικά τα μισορυτιδωμένα και νωχελικά νερά. Καθώς η βάρκα προχωρούσε αθόρυβα πάνω στο μαλακό βαθυπράσινο κρύσταλλο που τρεμούλιαζε γύρω μου, τα μάτια μου παρατηρούσαν μηχανικά τα απλωμένα δύχτια, ενώ η ψυχή μου, μεθυσμένη απ’ το αρμυρό άρωμα της θάλασσας και κεντρισμένη απ’ το δυνατό ιώδιο της αυγής, ταξίδευε μακριά μου σε κόσμους φανταστικούς κι απόγειους. Σαγηνεμένος απ΄τη χλομή γυαλάδα της σκουροπράσινης θάλασσας και μπλεγμένος μέσα στις μαβιές και γκρίζες τούφες της πρωινής ομίχλης, νόμιζα πως δεν βρισκόμουν άλλο στη γη. Καθώς περνούσα ανάμεσα στις απαλές τουλίπες της καταχνιάς, ένιωσα τον εαυτό μου ανάλαφρο και μετέωρο να πετά στο άπειρο και να χάνεται μέσα σε κόσμους παράξενους κι αλλιώτικους. Είχα ξεχάσει τα βάσανα της ζωής. Είχα απαλλαγεί απ’ τις φροντίδες του κόσμου μας. Είχα πραγματικά ξεφύγει απ’ το γνωστό και γερασμένο μας περιβάλλον.

Μέσα στην απόκοσμη εκείνη σιωπή και πάνω στην παράξενη έξαρση της ψυχής μου, μια φωνή αντήχησε ξαφνικά κι απότομα, σα διαπεραστικός ήχος στριγκλής και δαιμονισμένης καμπάνας. Η θεϊκιά και παραδεισένια γαλήνη με μιας θρυματίστηκε και σα χιλιοκομματιασμένο γυαλί σωριάστηκε γύρω μου. Τρομαγμένος έγειρα ελαφρά στο πλευρό μέσα στη βάρκα μου και μου φάνησε σα να έπεσα απ’ τον ουρανό. Κρατήθηκα απ’ τα κουπιά κι έμεινα στη θέση μου σαν απολιθωμένος. Η έξαρσή μου έσβησε, οι οραματισμοί μου διαλύθηκαν, οι φαντασίες μου διασκορπίστηκαν. Η σκέψη μου ξαναγύρισε κρύα κοντά μου κι εγώ ξαναντίκρυσα τη ζωή και ξαναβρέθηκα πίσω στη γη. Ένιωσα και πάλι την καρδιά μου να χτυπά στο στήθος μου κι αισθάνθηκα το βάρος της γήινης πραγματικότητας, με τις πολλές φροντίδες της και τις αναρίθμητες καθημερινές έγνοιες της, να βαραίνει τους αδύνατους ώμους μου.

-Ε, πατριώτη . . . Τι μέρος είναι εδώ; Είναι μακριά η στεριά; Αντιλάλησε δαιμονισμένα μια απροσδόκητη διαπεραστική φωνή ξεσχίζοντας τα ομιχλένια πέπλα του ορίζοντα. Ταυόχρονα, ο σκούρος και άσχημος όγκος μιας παλιάς βάρκας ξεπρόβαλε στο βάθος μιας ανάλαφρης και άυλης στοάς απ’ τις πολλές που με περιέβαλαν και που εκείνη τη στιγμή σχημάτιζαν τα κινούμενα μικρά και απαλά συννεφάκια της καταχνιάς πάνω στη γυάλινη όψη της θάλασσας.

Προσπάθησα να συνέλθω απ’ το ξάφνιασμα και την ταραχή μου και, χωρίς να το καλοκαταλάβω, φώναξα κι εγώ δυνατά.

-Όχι, δεν είναι μακριά. Εδώ είναι η Χίος.

Η άγνωστη βάρκα, με σβέλτα χτυπήματα των κουπιών της στο νερό κι ακολουθώντας τη γραμμή του μήκους της αέρινης στοάς, πλησίαζε προς το μέρος μου με γρηγοράδα. Όταν έφτασε κοντά μου, διέκρινα δυο ανθρώπους καθισμένους στα σκαριά των κουπιών. Ήταν δυο μεστωμένοι άντρες, γύρω στα 30 με 35 χρόνια. Φαίνονταν εξαντλημένοι και ταλαιπωρημένοι. Η όλη τους κατάσταση έδειχνε ανθρώπους που είχαν μέρες στη θάλασσα.

-Φαίνεται πως ο Θεός μας έστειλε κοντά σου, είπε ο ένας, καθώς άπλωνε το χέρι του για να πιαστεί απ’ τη βάρκα μου.

Οι δυο βάρκες πλησίασαν κοντά-κοντά, σκούντησε η μια την άλλη καθώς άγγιζαν τα πλευρά τους, τραντάχτηκαν για μια στιγμή κι οι δυο κι έμειναν εκεί ακουμπιστές δίπλα-δίπλα η μια κοντά στην άλλη, να λικνίζονται ελαφρά πάνω στο φρεσκοταραγμένο νερό.

-Μήπως έχεις κάτι να πιω, φίλε; Ρώτησε με δυσκολία ο άλλος ξένος. Τα χείλη του φαινόταν στεγνά και σκισμένα απ’ τη δίψα και την αρμύρα της θάλασσας.

-Δεν έχω στη βάρκα τίποτα, του είπα και λυπάμαι πραγματικά γι’ αυτό. Αλλά, ελάτε μαζί μου στη στεριά. Η ακτή δεν είναι μακριά. Στο φτωχικό μου, κάτι θα βρεθεί για να ξεδιψάσετε και να συνέλθετε.

-Όχι, όχι, είπε βιαστικά ο ένας απ’τους δυο. Σ’ ευχαριστούμε πολύ. Δε θα βγούμε στη στεριά.

-Τότε, περιμένετε εδώ, τους είπα με κάποιον απερίσκεπτο αυθορμητισμό. Θα πάω εγώ και θα σας φέρω κάτι. Και, χωρίς να περιμένω απάντηση, άρχισα να τραβώ τα κουπιά της βάρκας μου και να βάζω πλώρη για τη στεριά.

Οι δυο άγνωστοι δεν μίλησαν καθόλου κι εγώ απομακρύνθηκα και χάθηκα από κοντά τους μέσα στ’ αραιά συννεφάκια της ομίχλης. Μόλις πάτησα στη στεριά, έτρεξα βιαστικός στη μικρή καλύβα που είχα σα στέκι μου, λίγα βήματα πιο πέρα απ’ την ακρογιαλιά. Πήρα το ασκί με το νερό, έβαλα σ’ ένα μεγάλο κανάτι λίγο κρασί, άρπαξα κι ό,τι προσφάι βρισκόταν εκεί, πήδησα τρεχάτος στη βάρκα μου και βιαστικός άρχισα να τραβώ και πάλι κουπιά, επιστρέφοντας στους ταλαιπωρημένους άγνωστους. Δεν προχώρησα, όμως, λίγα μέτρα και μέσα στην ομίχλη ξεπρόβαλε μπροστά μου η βάρκα με τους δυο επιβάτες της.

-Αποφασίσαμε να σ’ απαλλάξουμε απ’ τον κόπο της διπλής διαδρομής και σ’ ακολουθήσαμε, είπε ο ένας απ’ τους δυο καθώς πλησίαζε η βάρκα τους προς το μέρος μου.

-Ποιους έχεις μαζί σου στη στεριά; Ρώτησε μ’ ενδιαφέρον ο άλλος.

-Κανέναν. Τους απάντησα απονήρευτα. Είμαι μόνος μου. Και θα είμαι μόνος όλη την ημέρα σήμερα. Αύριο περιμένω να περάσει το καΐκι μας από δω.

-Τότε, αν θέλεις, σου κάνουμε παρέα για λίγο, είπε ο ξένος.

Οι δυο βάρκες μας γύρισαν προς την ακτή και γρήγορα οι καρίνες τους χώθηκαν στην άμμο και μεις πηδήσαμε στη στεριά.

Ξαπλωμένοι μπροστά στην καλύβα οι δυο ξένοι, αφού δροσίστηκαν με το νερό κι έφαγαν ό,τι βρέθηκε στο ταγάρι μου, παρακολουθούσαν σιωπηλοί το ρόδισμα της αυγής και το φευγιό της χρυσοπράσινης ομίχλης, που σιγά-σιγά συμπυκνώνονταν σε σύννεφο και τραβιόταν μακριά στον ορίζοντα, ξεσκεπάζοντας δειλά-δειλά την ήσυχη όψη της θάλασσας.

Καθισμένος κι εγώ δίπλα τους, παρακολουθούσα σιωπηλός τους δυο άγνωστους φιλοξενουμένους μου και αν και εγωιστικό, δεν το κρύβω, ένιωθα κρυφή χαρά κι έντονη περηφάνια, που μπόρεσα, με λίγο νερό κι ένα κομμάτι ψωμί, ν’ ανακουφίσω και να συνεφέρω δυο ταλαιπωρημένους ανθρώπους.

Καθώς τους κοίταζα με ικανοποίηση, πρόσεξα το μπόι τους και τα χαρακτηριστικά τους. Ο ένας, με τα στεγνά και σκισμένα απ’ τη δίψα χείλη, ήταν ψηλός, ξερακιανός, με καστανά μάτια και φουντωτά μαλλιά. Κι ο άλλος, γεροδεμένος, με μεγάλους ώμους, στρογγυλό κεφάλι και κανονικό ανάστημα. Και οι δυο μπροστά σε μένα φαίνονταν γίγαντες.

-Δε μας ρώτησες, φίλε, ποιοι είμαστε κι από πού ερχόμαστε, μου είπε ο ψηλότερος απ’ τους δυο.

-Δεν έχει σημασία αυτό, απάντησα. Κι ούτε μας χρειάζεται οπωσδήποτε αυτή η λεπτομέρεια τώρα. Εκείνο, όμως, που θέλουμε την ώρα αυτή, είπα αλλάζοντας τον τόνο της φωνής μου, είναι μια καλή φωτιά. Τώρα μάλιστα, που σταματήσαμε την κωπηλασία αισθανόμαστε πιο τσουχτερή την πρωινή ψύχρα. Ένα ζεστό δε θα ήταν άσχημο τώρα το πρωί. Θα κάνω λοιπόν μια γύρα για να μαζέψω ξύλα. Μετά, καθισμένοι γύρω στη φωτιά, προχωρούμε στις λεπτομέρειες, αν θέλετε. Και, λέγοντας αυτά, σηκώθηκα και προχώρησα πέρα απ’ την άμμο προς τα χαμόκλαδα, ψάχνοντας για ξύλα.

Είχα μαζέψει αρκετά κι ετοιμαζόμουν να γυρίσω πίσω, όταν ένας ποδοβολητός αλόγων με κάρφωσε στη θέση μου. Με τα ξύλα στην αγκαλιά μου, γύρισα προς το μέρος του δρόμου απ’ όπου ερχόταν ο θόρυβος.

-Γεια σου Μανουήλ. Ακούστηκε μια γνώριμη φωνή, που ερχόταν απ‘ την απέναντι κατεύθυνση.

Γύρισα το κεφάλι μου κι είδα το Βικέντη, ένα Λατίνο αξιωματικό της αστυνομίας της περιοχής μας, ακολουθούμενο από έναν ένοπλο χωροφύλακα, να με πλησιάζει, ενώ δυο-τρεις άλλοι χωροφύλακες έρχονταν απ’ την πλευρά του μεγάλου δρόμου καλπάζοντας προς το μέρος μου.

-Καλημέρα αφεντικό. Είπα κάπως ξαφνιασμένος. Πώς από δω;

-Δεν έμαθες τίποτα, μωρέ Μανόλη; Έκανε μ’ απορία ο Βικέντης, που είχε φθάσει κιόλας κοντά μου και συνέχισε. Πριν από τρεις μέρες, στη Σάμο σκοτώθηκε ένας άρχοντας μιας επαρχίας από δυο ντόπιους δολοφόνους. Η αστυνομία της περιοχής και των γύρω νησιών αναστατώθηκε και καταζητεί τους φονιάδες. Μήπως είδες κανέναν άγνωστο να περιφέρεται εδώ γύρω;

Και, λέγοντας αυτά, ξεπέζεψε απ’ το άλογό του κι έκανε νόημα με το χέρι του στους χωροφύλακες να μείνουν εκεί μέσα στους θάμνους και να τον περιμένουν. Έδωσε τα χαλινάρια του αλόγου του σ’ έναν απ’ αυτούς και προχώρησε μαζί μου προς την καλύβα. Μόλις απομακρύνθηκε απ’ τους χωροφύλακες, με ρώτησε.

-Υπάρχει τίποτα στην καλύβα;

-Κάτι ίσως να υπάρχει στο κανάτι, του απάντησα. Αλλά κι αν αυτό είναι άδειο, θα σου φτιάσω ένα ζεστό για να συνέλθεις απ’ το πρωινό κρύο.

Ήξερα ότι του άρεσε πολύ το κρασί. Αυτό ήταν κοινό μυστικό στο νησί, γιατί όλοι τον κερνούσαν κανένα ποτήρι, όταν τό ‘φερνε η περίσταση, για να τά ‘χουν καλά μαζί του. Δεν ήταν κακός άνθρωπος ο Βικέντης αλλά, σα χωροφύλακας δεν ήταν να του έχεις κι απόλυτη εμπιστοσύνη.

-Τι το θέλεις το ζεστό πρωί-πρωί; είπε ο αξιωματικός καθώς προχωρούσε. Καλύτερα να βρεθεί το κανάτι γεμάτο. Έστω και μισό. Έτσι, απαλλάσσεσαι και συ απ’ τις φωτιές και τα ζεστά νερά, πρόσθεσε σε τόνο αστείο και γέλασε. Χαμογέλασα κι εγώ μαζί του.

Είχαμε φθάσει κοντά στην καλύβα και τα γέλια του Βικέντη ξάφνιασαν τους δυο άγνωστους φίλους μου. Όπως μου λέγαν αργότερα, φεύγοντας εγώ από κοντά τους, τους πήρε ο ύπνος και δεν αντιλήφθηκαν τίποτα, παρά ξύπνησαν τρομαγμένοι απ’ τα γέλια του αστυνομικού. Μόλις πλησιάσαμε λοιπόν στην καλύβα, τινάχτηκαν κι οι δυο επάνω τρομαγμένοι, μη ξέροντας τι να κάνουν. Στο αντίκρυσμά τους, σάστισε κι ο Βικέντης και δεν ήξερε κι αυτός τι να υποθέσει, γιατί δεν περίμενε να συναντήσει δυο ξένους στην καλύβα μου τέτοια ώρα.

Κατάλαβα την αγωνία και την αμηχανία όλων και, γυρίζοντας προς το μέρος του Βικέντη, πρόσθεσα με απάθεια και ηρεμία, καθώς άφηνα τα ξύλα να πέσουν με θόρυβο απ’ την αγκαλιά μου.

-Δε σου είπα καθαρά, ότι έχω και δυο φιλοξενούμενους στην καλύβα μου. Αυτό εννοούσα όταν αμφέβαλα αν θα υπάρχει κάτι ή όχι στο κανάτι. Όταν έφυγα για να μαζέψω ξύλα, οι δυο τεμπέληδες κοιμόταν και το κανάτι κάτι είχε μέσα. Δεν πιστεύω να υποκρίνονταν τον κοιμισμένο και να περίμεναν πότε θα απομακρυνθώ εγώ, για να πέσουν επάνω του και να το στραγγίσουν, είπα μ’ έναν τόνο αστειότητας, προσπαθώντας να ηρεμίσω κάπως την τεταμένη ατμόσφαιρα. Ο γεροδεμένος άγνωστος με μιας πετάχτηκε επάνω αγουροξυπνημένος και ξαφνιασμένος κοίταζε προς το μέρος μας. Έμεινε για μια στιγμή αναποφάσιστος, μη ξέροντας τι να κάνει. Κατάλαβα την αμηχανία του και, για να προλάβω καμιά αποκοτιά του, είπα στο Βικέντη.

-Είναι δυο ξαδέρφια της γυνμαίκας μου απ’ τα Ψαρά. Οι μάνες τους είναι αδερφές του πεθερού μου. Καλά παιδιά αλλά άνεργοι. Ήρθαν εδώ με την ελπίδα ότι θα βρουν δουλειά σε κανένα ψαροκάικο. Σήμερα-αύριο, περιμένουμε το δικό μας καΐκι να περάσει από δω. Αν έχουν τύχη, ίσως κάτι να γίνει με τον καπετάνιο μας.

Στο μεταξύ κι ο ξερακιανός άγνωστος είχε ξυπνήσει, είχε πεταχτεί όρθιος και κοίταζε ξαφνιασμένος το Βικέντη, το σύντροφό του κι εμένα. Εγώ συνέχισα με απάθεια την κουβέντα μου, απευθυνόμενος προς τους δυο αγνώστους.

-Μην ξαφνιάζεστε παιδιά, είπα και μη χάνετε το χρώμα σας. Άδικα ξυπνήσατε. Δεν είναι ο καπετάνιος του καϊκιού που περιμένουμε και που τόσο σκεφτόσασταν, πώς θα παρουσιαστείτε μπροστά του. Είναι ο Βικέντης. Ένας καλός άνθρωπος του νόμου. Είναι ο καλύτερος αξιωματικός της αστυνομίας μας. Και, γυρίζοντας προς το Βικέντη, πρόσθεσα.

-Από εδώ είναι  ο Νικοφόρος κι έδειξα το γεροδεμένο άγνωστο κι από εδώ ο Ανδρόνικος κι έδειξα τον ξερακιανό σύντροφό του. Τα ονόματα ήταν δικά μου. Της στιγμής. Δεν ξέρω αν τους άρεσαν ή όχι. Πάντως, τη στιγμή εκείνη δεν έφερε κανένας τους καμιά αντίρρηση. Τα δέχτηκαν κι οι δυο ευχαρίστως και τα διατηρούν ακόμα. Έτσι τους ξέρουν όλοι όσοι τους γνώρισαν μετά.

Ο Νικηφόρος κι ο Ανδρόνικος καλμάρησαν και, με ηρεμία και καλοκαμουφλαρισμένη προσποίηση, έδωσαν τα χέρια στο Βικέντη και τον χαιρέτησαν. Ο Βικέντης πρότεινε κι αυτός το χέρι του και ανταπέδωσε το χαιρετισμό με καλοσύνη.

Εγώ, για να πληροφορήσω καλύτερα τους φίλους μου, συνέχισα την κουβέντα, στραμμένος προς τον αστυνομικό.

-Καλό μέρος τα Ψαρά αλλά ξερό και άγονο. Λίγες και μετρημένες οι δουλειές και μεγάλο κι αμέτρητο το σόι της Ευδοκίας, της γυναίκας μου. Τρία αδέλφια έχει η μάνα της και δυο αδελφές. Κι έναν αδελφό ο πατέρας της. Χρόνια είχα να δω τα ξαδέρφια μου. Κι όταν, πριν από τέσσερα χρόνια, πήγαμε με την Ευδοκία στους δικούς της, ο Νικηφόρος κι ο Ανδρόνικος έλειπαν απ’ το νησί και δεν τους είδαμε. Η γυναίκα μου πάντα έλεγε. Βρε Μανόλη, θα φύγουμε και δε θα δούμε τα παιδιά;

Οι δυο ξένοι μ’ άκουγαν με προσοχή και με χαμόγελο γεμάτο έντεχνη οικειότητα γύριζαν πονηρά τα μάτια τους και με κοίταζαν κάπου-κάπου. Στο πρόσωπό τους διάβαζα καθαρά την ικανοποίησή τους και το πόσο ήθελαν να μ’ ευχαριστήσουν για τις τόσο απαραίτητες πληροφορίες που τους έδινα, οι οποίες τους ήταν αφάνταστα χρήσιμες.

Ο Βικέντης δεν έδινε και μεγάλη σημασία στα λόγια μου κι ούτε και ήθελε να μάθει και πολλά πράγματα για τον αριθμό και τη φτώχεια των συγγενών μου στα Ψαρά. Περισσότερο, τον ενδιέφερε το κανάτι κι ήταν πραγματικά περίεργος να διαπιστώσει, σαν τι ποσότητα περιείχε εκείνη τη στιγμή. Αυτή την αδυναμία του την γνώριζα, γι’ αυτό και παρέτεινα την κουβέντα μου. Ήθελα να τον κρατώ σε αγωνία. Ήξερα, ότι η παρατεινόμενη αναμονή εκνευρίζει τον άνθρωπο μέχρι ένα βαθμό και θολώνει κάπως τη νηφαλιότητα του μυαλού του. Κι εκείνες τις στιγμές, ήθελα το μυαλό του Βικέντη να θολώσει όσο περισσότερο γινόταν. Με απάθεια και τελείως φυσικά, αφού είπα όσα έκρινα απαραίτητα ότι έπρεπε να πω, για την καλύτερη κατατόπιση των δυο ξένων μου κι αφού ήρθε η κατάλληλη ώρα, προχώρησα στο βάθος της καλύβας, πήρα στα χέρια μου το κανάτι και με κρυφή χαρά διαπίστωσα απ’ το βάρος του ότι δεν ήταν άδειο. Με έκδηλη την ικανοποίηση στο πρόσωπό μου, βγήκα απ’ την καλύβα και ξαναγύρισα στη συντροφιά.

-Κάτι υπάρχει μέσα, είπα, κουνώντας ελαφρά αλλά επιδεικτικά το πήλινο κανάτι προς το μέρος του Βικέντη.

Εκείνος, από λεπτότητα και χωρίς στην πραγματικότητα να το θέλει, είπε.

-Δώσε πρώτα στα παιδιά να πιούνε λίγο. Το κρασί κάνει καλό το πρωί. Τονώνει τα νεύρα και ξυπνά τον οργανισμό, πρόσθεσε κάπως φιλοσοφικά.

-Α, μπα, είπα με βιασύνη. Τα παιδιά σπάνια πίνουν κρασί το πρωί. Προτιμούν πάντοτε ένα ζεστό ρόφημα. Τους ξέρω εγώ. Γι’ αυτό βγήκα πρωί-πρωί να μαζέψω ξύλα.

-Ούτε και συ θα πιεις λίγο Μανουήλ; Ρώτησε ο Βικέντης, καθώς έπαιρνε στα χέρια του το κανάτι. Και, χωρίς να  περιμένει απάντηση, τό  ‘φερε στα χείλη του και κατέβασε με μιας το μισό περιεχόμενό του. Σκούπισε το στόμα του με το χέρι του και, κυριευμένος από μια μεγάλη ικανοποίηση για την καλή ποιότητα του κρασιού, είπε.

-Στη Σάμο έγινε δολοφονία κι εδώ εμείς αναστατωθήκαμε και ξενυχτάμε, γυρίζοντας στο κρύο και ψάχνοντας στις ερημιές όπως πάντοτε κάποιον άγνωστο.

Ξανασήκωσε το κανάτι, κατέβασε και το υπόλοιπο περιεχόμενό του και πρόσθεσε.

-Κάποια στραβοξυλιά, μικρή ή μεγάλη, θά ‘κανε κι εκείνος ο άρχοντας και τον περιποιήθηκαν ανάλογα. Ποτέ, χωρίς λόγο δεν γίνεται τίποτα. Συνήθως γίνονται υπερβολές αλλά πάντοτε υπάρχει κάποιος λόγος.

Και, γυρίζοντας προς τους δυο ‘’Ψαριανούς’’, ρώτησε.

-Εσείς έχετε ησυχίες εκεί στα Ψαρά;

-Μικρό το μέρος μας και λιγοστοί οι κάτοικοί του, είπε ο Ανδρόνικος. Σχεδόν γνωρίζουμε ο ένας τον άλλο. Κι όταν σ’ έναν τόπο είναι όλοι γνωστοί, σπάνια παρουσιάζονται μεγάλες παραφωνίες.

-Μακάρι, μακάρι να ζήτε ειρηνικά κι αγαπημένα και να υπακούτε στους άρχοντές σας, είπε ο αστυνομικός κι άφησε το άδειο κανάτι προσεχτικά στην άμμο. Μετά, σηκώθηκε όρθιος κι ετοιμάστηκε να φύγει. Σηκωθήκαμε και μεις και τον ξεβγάλαμε δυο βήματα πιο πέρα απ’ την καλύβα, χωρίς να προχωρήσουμε πιο ψηλά στην άμμο, για να μην γίνουμε αντιληπτοί απ’ τους χωροφύλακες που περίμεναν πιο πέρα.

Ο Βικέντης χαιρέτησε όλους μας και φεύγοντας πρόσθεσε.

–Γεια σας και καλές επιτυχίες στις δουλειές σας. Και, γυρίζοντας σε μένα, είπε. Μανουήλ, το κρασί σου είναι πάντα θαυμάσιο.

Με μεγάλα βήματα έφυγε προς το μέρος που τον περίμεναν οι χωροφύλακες και γρήγορα χάθηκε ανάμεσα στα χαμόκλαδα. Σε λίγο ακούσαμε τον  ποδοβολητό των αλόγων να χάνεται μακριά στην ερημιά.

Ο μικρός τοξότης σταμάτησε τη διήγησή του κι έμεινε για λίγο σιωπηλός. Κοίταξε τους δυο φίλους του, το Νικηφόρο και τον Ανδρόνικο που πηγαινοέρχονταν οπλισμένοι πάνω στη γέφυρα μπροστά στην καμπίνα του καπετάνιου, έριξε μια ματιά στο συνάδελφό του που καθόταν δίπλα του κάτω απ’ το πισινό κατάρτι ακουμπισμένος στα κιβώτια και τον άκουγε σιωπηλός και συνέχισε.

-Φεύγοντας ο Βικέντης, ξαναγυρίσαμε στην καλύβα. Οι δυο ‘’Ψαριανοί’’, καθώς επέστρεφαν στις θέσεις τους, στάθηκαν για λίγο σιωπηλοί και με προσποιητή σοβαρότητα κοίταξαν ο ένας τον άλλο. Με κάποια επισημότητα ο ψηλόκορμος με τα φουντωτά μαλλιά μισοϋποκλίθηκε μπροστά στο φίλο του και αυτοσυστήθηκε προφέροντας το καινούριο του όνομα, ‘’Ανδρόνικος’’. Ο γεροδεμένος φίλος του, με το ίδιο σοβαρό ύφος, ανταπέδωσε την υπόκλιση και πρόφερε τυπικά, ‘’ Νικηφόρος’’. Μετά, ξέσπασαν κι οι δυο στα γέλια κι ήρθαν κοντά μου. Μ’ αγκάλιασαν και μ’ ευχαρίστησαν για την όλη στάση μου απέναντί τους και για την έξυπνη, όπως είπαν, από μέρους μου, αντιμετώπιση του Βικέντη. Μετά κι οι τρεις μαζί ταχτοποιήσαμε τα ξύλα, ανάψαμε τη φωτιά και καθίσαμε γύρω της. Σιωπηλοί παρακολουθούσαμε στην αρχή τα πρώτα παιχνιδίσματα της φλόγας.

-Λοιπόν, που λες, ‘’ξάδερφε Μανόλη’’, είπε  για μια στιγμή ο Ανδρόνικος, θα πρέπει να ξέρεις και συ κάτι για τα ‘’ξαδέρφια’’ σου. Και, χωρίς περιστροφές, συνέχισε. Πρώτα-πρώτα τα ονόματα που μας έδωσες μας ταιριάζουν περίφημα. Είναι αλήθεια, συνέχισε, πως ο φίλος από εδώ κι έδειξε προς το μέρος του άλλου ‘’Ψαριανού’’, όσες φορές κι αν έμπλεξε σε καυγάδες, ποτέ δεν έχασε. Πάντοτε φέρνει νίκες . . . Βλέπεις, είναι και το σκαρί του έτσι φτιαγμένο, γι’ αυτό δε θα μπορούσε να του ταιριάσει καλύτερο όνομα απ’ το ‘’Νικηφόρος’’. Όσο για μένα, φαίνεται πως πρόσεξες το φτιάξιμό μου και το διπλό περίπου μπόι μου, γι’ αυτό και μου κόλλησες το διπλό όνομα. Δεν είναι ούτε άσχημη, ούτε αταίριαστη ιδέα. Το όνομα, λοιπόν, ‘’Ανδρόνικος’’ μου έρχεται ακριβώς στα μέτρα μου και θα το κρατήσω.

Ύστερα, συνέχισε, πρέπει να ξέρεις ότι δεν είμαστε Ψαριανοί και επιπλέον μάθε ότι είμαστε εκείνοι που σκότωσαν τον άρχοντα της Σάμου.

Ο Νικηφόρος κοίταξε κάπως παράξενα το φίλο του, σα να μην συμφωνούσε απόλυτα με την αθυροστομία του αυτή και οι δυο μαζί κάρφωσαν περίεργα τα βλέμματά τους επάνω μου, προσπαθώντας μ’ αγωνία να διαβάσουν στο πρόσωπό μου τις αντιδράσεις μου απ’ τη συγκλονιστική τους αυτή εκμυστήρευση.

-Κατάλαβα απ’ την αρχή, τους απάντησα, ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Ο Βικέντης δεν κατεβαίνει εύκολα σ’ αυτά τα μέρη μόνο για λίγο κρασί. Επίσης, άνθρωποι ναυαγοί ή έστω και απλώς ταλαιπωρημένοι απ’ τη θάλασσα, δεν αρνούνται χωρίς λόγο να βγουν στην ξηρά, όταν πλησιάζουν στην ακτή που τόσο λαχταρούσαν να δουν και μάλιστα, όταν εκεί τους περιμένει τροφή, νερό και ξεκούραση. Κάτι, όμως, μού ‘λεγε και μένα μέσα μου ότι δεν είσαστε δυο κακούργοι. Δυο δολοφόνοι, χωρίς αιτία ανώτερη για την πράξη σας. Αν κάτι κάνατε, κάποιος σοβαρός λόγος θα σας ανάγκασε να φθάσετε μέχρις εκεί.

-Μας φέρθηκες σαν αδελφός και θα σου μιλήσουμε και μεις σαν αδέλφια, είπε ο Νικοφόρος, με τόνο που έδειχνε ότι κάθε προηγούμενος δισταγμός του και κάθε αμφιβολία του για μένα είχαν τελείως διαλυθεί και εξανεμιστεί.

Με τον Ανδρόνικο, είπε, είμαστε δάσκαλοι στο μεγαλύτερο και το καλύτερο σχολείο της Σάμου. Χρόνια φίλοι και κάθε μέρα μαζί και στο σχολείο και έξω απ’ αυτό. Ο Ανδρόνικος είχε μια αδελφή, όμορφη, λογική και μετρημένη. Ένα κομμάτι μάλαμα, που λέμε. Η καλοσύνη της δεν μετριόταν. Την αγαπούσα από καιρό. Κι εκείνη με συμπαθούσε. Ο Ανδρόνικος τό ‘ξερε και τό ‘μαθαν και οι γονείς τους. Αρραβωνιαστήκαμε και γρήγορα ορίσαμε την ημερομηνία του γάμου μας. Παντευτήκαμε την περασμένη Κυριακή.

Στο σημείο αυτό, ο Νικηφόρος σταμάτησε, γιατί, παρ’ ότι απ’ την αρχή φαινόταν πως έβαζε όλα του τα δυνατά και πίεζε τον εαυτό του για να μπορέσει να συνεχίσει, ένα αναφιλητό τού ‘κλεισε το λαιμό. Το βλέμμα του θόλωσε και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.

-Είναι καλός και τίμιος ο Νικηφόρος, είπε ο Ανδρόνικος, που, σφίγγοντας κι αυτός την καρδιά του, προσπάθησε να καλύψει το κενό που παρουσίασε η δυνατή συγκίνηση του Νικηφόρου.

Η Άννα, η συγχωρεμένη αδελφή μου, τον αγαπούσε πραγματικά κι όλοι στο σπίτι μας τον εκτιμούσαμε αφάνταστα, για την ευθύτητα του χαρακτήρα του και την ειλικρίνειά του. Ο γάμος έγινε με το καλό κι η αδελφή μου έφυγε με τις ευχές όλων μας απ’ το πατρικό μας σπίτι για το σπίτι του άντρα της. Το δικό της σπίτι.

Ο Νικηφόρος στο μεταξύ συνήλθε απ’ την ταραχή του και, σφίγγοντας την καρδιά του, συνέχισε.

-Το βράδυ, όμως, της μέρας του γάμου μας και, μόλις φθάσαμε με την Άννα στο σπίτι μας, ύστερ’ απ’ το ολοήμερο γλέντι που είχαμε στο σπίτι των γονιών της, δυο άνθρωποι του τοπικού άρχοντα Γκαμπριέλε μπήκαν στο σπίτι μου απειλητικοί και ζήτησαν να πάρουν την Άννα στο κονάκι του άρχοντα.

Η Άννα ήταν όμορφη κι ο Γκαμπριέλε από καιρό περίμενε την κατάλληλη ώρα για να εξασκήσει τα δικαιώματά του. Ήθελε να εφαρμόσει οπωσδήποτε το δικαίωμα της πρώτης νύχτας. Η Άννα, στο άκουσμα της απαίτησης αυτής του Γκαμπριέλε, πάγωσε απ’ την τρομάρα και το φόβο της κι έτρεξε κοντά μου ζητώντας την προστασία μου. Τα μάτια της με κοίταξαν ικετευτικά για μια στιγμή και μετά έσκυψε το κεφάλι της, σα να προετοιμάζονταν, αδύναμη απ’ το βάρος και τον όγκο των απαίσων νόμων των δυνατών, να υποκύψει στη μοίρα της.

Η σκέψη, ότι θα έπαιρναν τη γυναίκα μου από κοντά μου και μάλιστα την πρώτη μέρα του γάμου μας και θα μου την επέστρεφαν το άλλο πρωί, μου ξέσκισε τα στήθια και μου θόλωσε το μυαλό. Τα πάντα μπροστά μου σκοτείνιασαν κι έχασα κάθε έλεγχο στον εαυτό μου. Άρπαξα τους δυο οπλοφόρους του Λατίνου άρχοντα απ’ τους λαιμούς και, πριν καλά-καλά καταλάβουν τι συμβαίνει, χτύπησα τα κεφάλια τους τό ‘να με τ’ άλλο τόσο δυνατά, που κι οι δυο με μιας έπεσαν κάτω αναίσθητοι. Χωρίς ν’ ασχοληθώ περισσότερο με τα αναίσθητα εκείνα κτήνη, πήρα την Άννα απ’ το χέρι και κατεβήκαμε τρέχοντας τις σκάλες, προσπαθώντας να φύγουμε απ’ το σπίτι όσο πιο γρήγορα γινόταν. Θέλαμε να εξαφανιστούμε όσο πιο μακριά μπορούσαμε απ’ το Λατίνο άρχοντα και τους ανθρώπους του. Αλλά, μόλις βγήκαμε στην αυλή, πέσαμε πάνω στον ίδιο το Γκαμπριέλε, ο οποίος, βλοσυρός και με το σπαθί στο χέρι, στεκόταν μπροστά στο δρόμο μας, ανάμεσα σε δυο οπλοφόρους, περιμένοντας μ’ ανυπομονυσία να του φέρουν τη νύφη.

Τόσο πολύ ποθούσε την Άννα ο απαίσχυντος Γενουάτης, που δεν περίμενε να του την πάνε οι άνθρωποί του στο κονάκι του, όπως γίνονταν μ’ όλες σχεδόν τις νεόνυμφες του νησιού. Ήθελε ν’ απλώσει τα βρομερά του χέρια πάνω στο ανάγγιχτο κορμί της γυναίκας μου, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Μόλις μας είδε να προσπαθούμε να φύγουμε με την Άννα, έκανε δυο-τρία βήματα μπροστά, σήκωσε το σπαθί του και προσπάθησε να εμποδίσει τη φυγή μας.

-Δεν σέβεσαι τους νόμους και δεν υπακούς στις διαταγές μου; Φώναξε οργισμένος ο Γκαμπριέλε, σείοντας απειλητικά το σπαθί του καταπάνω μου.

-Αυτή σου η θέληση δε θα γίνει ποτέ, βρυχήθηκα μ’ όση δύναμη είχα μέσα μου. Και, τραβώντας την Άννα απ’ το χέρι, όρμησα προς το αριστερό μέρος της αυλής. Προσπαθήσαμε κι οι δυο να ξεφύγουμε τους δράκοντες εκείνους της νύχτας, που σαν αρπαχτικά όρνια κοίταζαν τη γυναίκα μου με τα αισχρά τους βλέμματα. Έσφιξα την Άννα κοντά μου και τρέξαμε προς τη διπλανή πόρτα του περιβόλου, με την ελπίδα πως θα ξεφύγουμε τους διώκτες μας. Μόλις, όμως, στρίψαμε αριστερά κι αρχίσαμε να τρέχουμε με τις πλάτες γυρισμένες προς το Γκαμπριέλε, ένας απ’ τους στρατιώτες του όρμησε προς το μέρος μας και με δύναμη έριξε το ακόντιό του καταπάνω μας. Το βαρύ ακόντιο, παρ’ ότι προοριζόταν για μένα, βρήκε την Άννα στην πλάτη και καρφώθηκε στο κορμί της. Η κοφτερή του μύτη τρύπησε τη σάρκα της, ξέσκισε την καρδιά της κι άνοιξε το στήθος της. Βλέποντας την Άννα μου να πέφτει αιμόφυρτη δίπλα μου, έχασα κάθε αίσθηση. Τρελάθηκα. Έγινα θηρίο, Χωρίς να σκεφτώ καθόλου, γύρισα πίσω, όρμησα πάνω στο στρατιώτη που είχε ρίξει το ακόντιο και, όπως ήταν ακόμα ξαφνιασμένος απ’ την αστοχία του όπλου του και ζαλισμένος απ’ το αναπάντεχο αποτέλεσμα της προσπάθειάς του, άρπαξα το σπαθί απ’ τη μέση του, το ανέμισα στον αέρα και το κατέβασα, μ’ όση δύναμη μπορούσα να επιστρατέψω μέσα στην τρέλα μου, στο κεφάλι του. Νομίζω πως τον έσκισα πέρα για πέρα στα δυο. Με την ίδια ορμή, έπεσα πάνω στο Γκαμπριέλε και, πριν καλοπρολάβει να συνέλθει κι αυτός απ’ την τρομάρα του και να δει τι συμβαίνει, με μια σπαθιά τού ‘ριξα το κεφάλι στο χώμα. Ο στρατιώτης που βρισκόταν δίπλα του δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα. Προσπάθησε να τραβήξει το σπαθί του για να υπερασπιστεί τον αφέντη του και τη ζωή του αλλά, πριν προλάβει να το σηκώσει για να με χτυπήσει, ήταν νεκρός.

Έτρεξα κοντά στην Άννα. Είχε ξεψυχήσει. Το ακόντιο είχε κόψει το νήμα της ζωής της. Ήταν πεσμένη μπρούμυτα στο χώμα και πλημμυρισμένη στο αίμα της. Χτυπημένος θανάσιμα απ’ το χαμό της, χωρίς να το καταλάβω, άρχισα να βηματίζω. Δεν αισθανόμουν τι έκανα και πού πήγαινα. Βγήκα στο δρόμο και, δεν ξέρω γιατί και πώς, έφτασα στο πατρικό σπίτι της Άννας. Θυμάμαι, πως ήταν όλοι τους εκεί ακόμη καθισμένοι γύρω στα τραπέζια με τα ποτήρια τους γεμάτα, όπως τους αφήσαμε λίγο πριν, όταν φύγαμε με τη γυναίκα μου για το σπίτι μας. Έπιναν χαρούμενοι και γλεντούσαν. Συνέχιζαν το γάμο της κόρης τους.

Δεν ξέρω πώς ήταν η όψη μου και πόσο βουτηγμένος ήμουν στα αίματα. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι όλοι τους, μόλις με είδαν, κέρωσαν. Κανείς δεν μιλούσε. Όλοι πάγωσαν και τα εύθυμα γέλια τους μετατράπηκαν σε πικρούς θρήνους. Ο Ανδρόνικος έτρεξε κοντά μου. Δεν αλλάξαμε λέξη. Νόμιζες, πως τού ‘χε κοπεί κι αυτουνού η λαλιά. Μαζί, γυρίσαμε βιαστικοί στο σπίτι μου. Η Άννα μου ήταν άψυχη στη θέση που την είχε καρφώσει πριν από λίγο το άσπλαχνο ακόντιο του βάρβαρου στρατιώτη, τριγυρισμένη απ’ τα σώματα των νεκρών στρατιωτών, που κοίτονταν εδώ κι εκεί μέσα στην αυλή. Το κεφάλι του Γκαμπριέλε είχε κυλήσει δίπλα στη μικρή αυλόπορτα που βρίσκονταν μπροστά στην είσοδο του σπιτιού κι εμπόδιζε το άνοιγμά της. Τού ‘δωσα μια κλοτσιά κι άνοιξα την πόρτα. Καθώς κύλησε μακριά, πρόβαλαν με φρίκη και σαρκασμό τα δόντια του, σα να με απειλούσαν ακόμα. Αγνόησα την απειλή και πήγα κοντά στην Άννα. Έκλεισα τα μάτια μου και τράβηξα με δύναμη απ’ την πλάτη της το λοξογερμένο ακόντιο. Το νεανικό κορμί της τραντάχτηκε για λίγο και ξανάπεσε βαρύ και άψυχο στο χώμα.

Ο Ανδρόνικος τα είχε χαμένα. Έσκυψε στη νεκρή αδελφή του και της χάιδεψε τα μαλλιά. Νομίζω πως έκλαιγε με λιγμούς. Ένιωσα όλα γύρω μου να στριφογυρίζουν μανιασμένα και να χάνονται χοροπηδώντας σε μια παράξενη θολούρα και να σβήνουν από μπροστά μου. Έσφιξα την καρδιά μου και παρακάλεσα το Θεό να μου δώσει κουράγιο. Γονάτισα δίπλα στη γυναίκα μου και την πήρα στην αγκαλιά μου. Τα δάκρυά μου έπεφταν καυτά πάνω στο κρύο πρόσωπό της. Πνιγμένος στους λιγμούς, την μετέφερα στο δωμάτιό μας. Ξάπλωσα το άψυχο κορμί της πάνω στο κρεββάτι μας και, σκίζοντας το μουσκεμένο απ’ τον ιδρώτα και τα δάκρυα πουκάμισό μου, προσπάθησα να πλύνω το πρόσωπό της. Τα μακριά μαύρα ματόκλαδα των κλεισμένων για πάντα ματιών της, μαζί με τα τοξοτά πυκνά και γραμμωτά φρύδια της, πλαισίωναν την κερένια χλομάδα πού ‘χε απλώσει στα μάγουλά της ο θάνατος. Το ήρεμο πρόσωπό της μού ‘σχιζε την καρδιά.

Ο Ανδρόνικος στεκόταν δίπλα μου κι έκλαιγε σιωπηλά, κρατώντας στα χέρια του το ματωβαμμένο ακόντιο που είχα τραβήξει μέσ’ απ’ τα σπλάχνα της αδελφής του.

Για μια στιγμή, ακούσαμε θόρυβο στο διάδρομο. Οι δυο στρατιώτες, που τόση ώρα κοίτονταν αναίσθητοι στο πάτωμα, κεραυνωμένοι απ’ το δυνατό χτύπημα που τους έδωσα νωρίτερα στα κεφάλια τους, όταν αρχικά μπήκαν στο σπίτι και ζήτησαν με το ζόρι να πάρουν την Άννα, συνήλθαν κάπως, σηκώθηκαν και τρικλίζοντας μισοζαλισμένοι, με τα σπαθιά στο χέρι, μπήκαν απειλητικοί στο δωμάτιο. Δεν ήξεραν τι είχε συμβεί και όρμησαν προς το κρεβάτι να πάρουν την Άννα, όπως τους είχε διατάξει ο Γκαμπριέλε. Μόλις τους είδε ο Ανδρόνικος, βρυχήθηκε σαν τραυματισμένο θηρίο. Όρμησε καταπάνω τους και, με το ακόντιο που κρατούσε στα χέρια του, τους ξάπλωσε νεκρούς στα πόδια του κρεββατιού, εκεί όπου κοίτονταν η άψυχη αδελφή του.

Με δάκρυα στα μάτια και σπαραγμό στην καρδιά φιλήσαμε την Άννα, σταυρώσαμε όσο πιο απαλά μπορούσαμε τα χέρια της στο ματωμένο στήθος της και τρέξαμε στο σπίτι των γονιών της. Πετάξαμε τα ματωμένα ρούχα μας και, με χίλιες προφυλάξεις, ξεγλιστρώντας απαρατήρητοι μέσα στη νύχτα, κατεβήκαμε στην παραλία. Κόψαμε τα σκοινιά της πρώτης βάρκας που βρέθηκε μπροστά μας και, χωρίς κανένα εφόδιο, ξανοιχτήκαμε στη θάλασσα. Ο αέρας, τα κύματα και η τύχη μας, μας έφεραν εδώ.

Ο Νικηφόρος σταμάτησε τη διήγησή του κι έμεινε σιωπηλός κι ακίνητος στη θέση του. Η έκφρασή του τό ‘δειχνε καθαρά. Εκείνες τις στιγμές, η σκέψη του πετούσε μακριά. Ήταν πίσω στο σπίτι του, κοντά στη νεκρή γυναίκα του. Ο Ανδρόνικος κι εγώ κλαίγαμε ασταμάτητα μέσα στην καλύβα, χωρίς να προσπαθούμε καθόλου να κρύψουμε τα δάκρυά μας. Οι λιγμοί συντάραζαν τα στήθη μας. Μπροστά μας, το ήσυχο κύμα της χιώτικης παραλίας αργοχτυπούσε τα βότσαλα, σα να θρηνούσε κι αυτό μαζί μας τον άδικο χαμό της Άννας. Ο πρωινός του φλοίσβος ράγιζε την καρδιά μας και τρυπούσε το είναι μας. Έφτανε στ’ αφτιά μας σαν απόκοσμο και μακρινό μοιρολόγι.

Ο Μανουήλ σταμάτησε τη διήγησή του στο σημείο αυτό και γύρισε τα δακρυσμένα μάτια του προς το μέρος του συναδέλφου του, που σιωπηλός τόση ώρα καθόταν δίπλα του ακουμπισμένος στα καλοστιβαγμένα  κιβώτια και τον άκουγε αμίλητος. Τον είδε να σκουπίζει κι αυτός τα δάκρυά του απ’ τα κατακόκκινα μάτια του. Ο πόνος της ψυχής των δυο αντρών εκείνη τη στιγμή καταριόταν την απανθρωπιά και την αδικία των βάρβαρων και πικρών νόμων των δυνατών.

Ο μικρόσωμος τοξότης έριξε μια ματιά πάνω στη γέφυρα κι ατένισε με περηφάνια τους δυο ‘’Ψαριανούς’’, που στέκονταν σοβαροί κι αμίλητοι, απροσπέλαστοι φρουροί μπροστά στις καμπίνες του καπετάνιου και των ιεραρχών. Χτύπησε ελαφρά στον ώμο το δακρυσμένο συνάδελφό του απ’ τη Λέσβο και, δείχνοντας με το δάχτυλό του ψηλά προς τη γέφυρα του καραβιού, είπε με στόμφο.

-Αυτοί είναι οι φίλοι μας.

Και πρόσθεσε με πεποίθηση.

Νομίζω, ότι κι ο Θεός θα τους δικαιώσει.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 1980

Author: Μνήμες