Οι Ένοχοι – επίλογος

Κωνσταντινούπολη

ΗΠΙΚΡΗΑΛΗΘΕΙΑ

1480 μ.Χ. – Αναταραχή επικρατεί τις μέρες αυτές στη μεγάλη ελληνιστική σχολή της Φλωρεντίας. Πριν λίγες μέρες, ο στρατός του Μωάμεθ, με αρχιστράτηγο τον Κεδίκ πασά, έκανε απόβαση στο Οτράντο της Ιταλίας και κυρίεψε τον Τάραντα. Λεηλάτησε την πόλη κι έσφαξε δώδεκα χιλιάδες κατοίκους της. Το διοικητή και τον επίσκοπο της πόλης τους κομμάτιασε ζωντανούς με πριόνι για να τρομοκρατήσει τους Ιταλούς.

Μεγάλο σάλο και πανικό προξένησαν στην Ιταλία και σ’ ολόκληρη τη Δύση οι τρομερές ειδήσεις της τουρκικής εισβολής στον Τάραντα.

Η μεγάλη αίθουσα της σχολής είναι σήμερα γεμάτη από Έλληνες και ξένους ελληνομαθείς σπουδαστές κάθε ηλικίας. Το να κατέχει κανείς τις μέρες αυτές την ελληνική γλώσσα και την ελληνική μόρφωση, θεωρείται ανώτατο επίτευγμα και μεγάλο αγαθό στη Δύση. Γι’ αυτό κι όλοι οι άνθρωποι των γραμμάτων και των επιστημών της Ιταλίας και των άλλων χωρών της Εσπερίας, για να ολοκληρώσουν τις γνώσεις τους και να λεπτύνουν περισσότερο το πνεύμα τους, μελετούν συστηματικά την ελληνική φιλοσοφία και διαβάζουν τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς.

Όλες οι ελληνικές σχολές στη Ρώμη, στη Βενετία, στην Πίζα, στη Φλωρεντία, στη Γένουα κι αλλού ανθούν την εποχή αυτή. Πλούσια σκορπούν τα φώτα του ελληνικού πνεύματος στην Ιταλία και σ’ όλον τον κόσμο οι ακούραστοι Έλληνες δάσκαλοι που κατέφυγαν στα μέρη αυτά μετά τη μεγάλη καταστροφή του 1453.

Στην ηλεκτρισμένη απ’ τα πρόσφατα συνταρακτικά γεγονότα της τουρκικής απόβασης μεγάλη αίθουσα της σχολής, την κατάμεστη από ελληνόφωνους μαθητές, μπαίνουν οι διακεκριμένοι δάσκαλοι και παλιοί πολεμιστές στην Κωνσταντινούπολη κατά τον καιρό της άλωσης Νικηφόρος και Ανδρόνικος. Στο αντίκρισμα των δύο σεβάσμιων γερόντων, όλοι σηκώνονται όρθιοι και αυθόρμητα τους χειροκροτούν ασταμάτητα και τους υποδέχονται με ζωηρές επευφημίες. Οι δυο παλαίμαχοι δάσκαλοι, με τα άσπρα μαλλιά και τα κατάλευκα γένια, υποκλίνονται ελαφρά προς όλες τις κατευθύνσεις της αίθουσας, ευχαριστούν τους μαθητές τους για την τόσο θερμή και εγκάρδια υποδοχή και με φανερή συγκίνηση προχωρούν προς το βήμα και κάθονται στα δυο ξεχωριστά καθίσματα που είναι τοποθετημένα γι’ αυτούς στο πιο διακεκριμένο σημείο της εξέδρας.

Οι όψεις τους είναι φωτεινές και γαλήνιες, όπως πάντοτε. Στα μάτια τους, όμως, αστράφτει σήμερα μια δυνατή και παράξενη λάμψη. Απ’ τις θέσεις τους, αφήνουν το δυνατό τους βλέμμα να πλανηθεί μέσα στη μεγάλη αίθουσα και να γυρίσει με ζεστασιά ανάμεσα στους ενθουσιώδεις μαθητές τους. Ενώ, όμως, ατενίζουν με θέρμη το ζωηρό ακροατήριό τους, οι σκέψεις τους τρέχουν με βιασύνη την ώρα αυτή της έξαρσης στις ακτές του Οτράντο και στους δρόμους του Τάραντα. Βλέπουν τις πρόσφατες καταστροφές και το χαλασμό που σκόρπισε το τουρκικό γιαταγάνι και βιαστικές εγκαταλείπουν το ρημαγμένο ιταλικό χώρο, περνούν γρήγορα την Αδριατική κι ακράτητες πετούν πέρα στις δαντελωτές ακρογιαλιές της νύφης του Βοσπόρου. Φθάνουν και σταματούν στις γαλάζιες ακτές και στους βαθυπράσινους λόφους της άγιας Κωνσταντινούπολης.

Οι γέρικες σκέψεις, με την πλούσια μνήμη και το τρικυμισμένο παρελθόν, θέλουν να συλάβουν και να ζυγίσουν τη νέα τουρκική θηριωδία. Να δουν με τη φαντασία τους και να αναμετρήσουν στο νου τους τις νέες σφαγές και τις πρόσφατες καταστροφές των χριστιανών της Ιταλίας. Να τις συγκρίνουν μ’ εκείνες που γνώρισαν οι χριστιανοί της Κωνσταντινούπολης πριν από 27 περίπου χρόνια και που και οι ίδιοι είδαν κι έζησαν τις φοβερές μέρες του Μάη του 1453. Η θύμηση της φρίκης εκείνης αλλοιώνει την έκφρασή τους και διώχνει τη γαλήνη απ’ το βλέμμα τους. Θλίψη πλημμυρίζει την καρδιά τους κι έντονος εκδηλώνεται ο πόνος στα πρόσωπά τους.

Οι μαθητές, μέσα στις ζητωκραυγές και στους παραληρισμούς τους, βλέπουν τα λαμπερά μάτια των πολυδοκιμασμένων δασκάλων τους να βουρκώνουν. Διακρίνουν την ήρεμη και γλυκιά ζωντάνια των προσώπων των αγαπημένων τους γερόντων να αλλοιώνεται και να τραχαίνει και τα καλοκάγαθα βλέμματά τους να σκληραίνουν και μια θλίψη διαπερνά το είναι τους. Αισθάνονται την τρικυμία που δέρνει τις στιγμές αυτές τις ψυχές των δασκάλων τους και νιώθουν κι αυτοί κάποιον πόνο να σφίγγει τις καρδιές τους. Σταματούν τα χειροκροτήματα και τις θορυβώδεις εκδηλώσεις και κάθονται σιωπηλοί στις θέσεις τους. Νιώθουν το μεγάλο πόνο των παλαίμαχων αγωνιστών της Πόλης, που ξαναζωντανεύει στις ψυχές τους η πρόσφατη τουρκική θηριωδία και συμμερίζονται κι αυτοί τη θλίψη τους. Λυπούνται όλοι ειλικρινά για τον άδικο και βάρβαρο χαλασμό τόσων αθώων θυμάτων, τόσων απλοϊκών Ιταλών. Τι διαφορά κάνει, αν σφάζονται καθολικοί ή ορθόδοξοι; Για τους γέρους δασκάλους και τους μαθητές τους, δεν υπάρχουν ξεχωριστές ομάδες ανθρώπων και διαφορετικές κατηγορίες πιστών. Υπάρχουν μόνο χριστιανοί. Υπάρχουν αθώοι άνθρωποι, που ουσιαστικά δεν έβλαψαν ποτέ κανένα σε τίποτα.

Η συγκίνηση και ο πόνος, που άφθονος ξεχύνεται απ’ τα υγρά βλέμματα των σεβάσμιων γερόντων, επηρέασε βαθιά τους ζωηρούς ως τώρα μαθητές. Τους συνέφερε. Τους έκανε να δουν με τα μάτια της ψυχής τους πιο χειροπιαστή και πιο ζωντανή την τουρκική πραγματικότητα. Όλοι σιωπηλοί αναλογίζονται την οθωμανική απειλή κι όλοι προσπαθούν να συλάβουν στο νου τους τις νέες περιπέτειες και τους μεγάλους κινδύνους που εγκυμονεί η απροσδόκητη και θρασύτατη εισβολή των γενιτσάρων του Μωάμεθ στο κατώφλι της Δύσης.

Τη λιγόλεπτη ησυχία της αίθουσας ανατάραξαν τα βήματα μιας ομάδας δασκάλων, οι οποίοι μπήκαν απ’ την πλαϊνή μεγάλη πόρτα και κατευθύνθηκαν προς το χώρο της εξέδρας. Οι μαθητές, χωρίς περιττές και θορυβώδεις εκδηλώσεις, σηκώθηκαν με ταπεινότητα όρθιοι σε ένδειξη σεβασμού και ξανακάθισαν αμέσως ήσυχα στις θέσεις τους, ενώ οι δάσκαλοί τους έπαιρναν θέσεις και κάθονταν δίπλα στους δυο γέρους συναδέλφους τους. Σχεδόν αμέσως, με ένα νεύμα του Ανδρόνικου, ένας νεαρός δάσκαλος, ο Κωνσταντίνος, ως τριάντα χρονών, με καστανόξανθα μαλλιά και μέτριο ανάστημα, με μακρύ σκούρο χιτώνα, διακριτικό γνώρισμα των διδακτόρων κι ένα μάτσο χαρτιά στα χέρια του, προχώρησε στην εξέδρα και πήρε θέση στο βήμα.

Ο Κωνσταντίνος βρίσκεται από χρόνια στην Ιταλία. Με τη βοήθεια του Νικηφόρου και του Ανδρόνικου ήρθε απ’ τη Χίο πολύ μικρός με τη μητέρα του και τ’ άλλα τρία μεγαλύτερα αδέλφια του στη Φλωρεντία, λίγο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Όταν μεγάλωσε, μπήκε με τη φροντίδα των δύο δασκάλων στην ελληνική σχολή της πόλης, όπου και διέπρεψε. Γι’ αυτό και τελειώνοντας τις σπουδές του διορίστηκε δάσκαλος της σχολής κι από τότε διδάσκει ελληνική Φιλοσοφία και Ιστορία. Και δεν είναι και μικρό πράγμα να είναι κανείς δάσκαλος στην ελληνική σχολή της Φλωρεντίας, στην πιο φημισμένη σ’ ολόκληρη την Ιταλία. Η σχολή αυτή είναι ξακουστή, γιατί, εκτός απ’ την άρτια κατάρτιση των δασκάλων της, ιδρύθηκε απ’ τον ονομαστό και μεγάλο φιλόσοφο της Κωνσταντινούπολης, το Μανουήλ Χρυσολωρά το 1366[1].

Τα μάτια του νεαρού Κωνσταντίνου σπινθηροβολούν παράξενα πάνω απ’ το βήμα και το πρόσωπό του είναι κατακόκκινο. Αν δίδασκε σήμερα, ακολουθώντας το κανονικό πρόγραμμα διδασκαλίας, θα έκανε ανάλυση και σύγκριση των θεωριών του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Η φωτιά, όμως, που άναψε στην ψυχή του η τουρκική επιδρομή στην Ιταλία, συντάραξε τη σκέψη του και δεν του επιτρέπει ν’ ασχοληθεί με φιλοσοφικές θεωρίες και πνευματικές λεπτολογίες. Η καρδιά του χτυπά δυνατά στο στήθος του και το μίσος του για τους άσπονδους εχθρούς της φυλής του ξεχειλίζει στην ψυχή του. Μισεί τους εχθρούς της πατρίδας του, τους καταστροφείς της χριστιανικής Ανατολής. Στέκεται πάνω στην έδρα βλοσυρός και οργισμένος. Σαν αστραπή έρχεται στη σκέψη του η εικόνα του δύστυχου πατέρα του. Λίγο θυμάται τη μορφή του.

Ήταν μικρός ο Κωνσταντίνος, όταν έφυγε ο πατέρας του για την Κωνσταντινούπολη να πολεμήσει για τη σωτηρία της και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Πιάστηκε αιχμάλωτος απ’ τους Τούρκους και πουλήθηκε σκλάβος στην Καλλίπολη. Εκεί πέθανε απ’ τις ταλαιπωρίες και τις κακουχίες της σκλαβιάς. Ο χαμός του πατέρα του και το κατοπινό δράμα της ακέφαλης οικογένειάς του, που έντονο έζησε κι ο ίδιος, του ξεσχίζουν περισσότερο τις στιγμές αυτές την καρδιά. Προσπαθεί να συγκρατηθεί, να ηρεμήσει. Θέλει να κρύψει το μίσος του για τους καταστροφείς της Πόλης και την αγανάκτή του για κείνους που συνέβαλαν στον τρομαχτικό χαλασμό.

Όλοι στην αίθουσα αγωνιούν. Αδημονούν και με συγκρατημένη την ανάσα περιμένουν ανυπόμονοι ν’ ακούσουν το μεγάλο δάσκαλό τους.

Για μια στιγμή, ο νεαρός Κωνσταντίνος υψώνει θαρρετά το κεφάλι του και καρφώνει το βλέμμα του προς την Ανατολή. Με καθαρό τόνο κι ολόθερμο παλμό στη φωνή του απαγγέλει τον ψαλμό του Ιερεμία.

«Ιδού Εγώ μετατρέψω τα όπλα τα πολεμικά και εισάξω τον βασιλέα Βαβυλώνος εις το μέσον της πόλεως. Και πολεμήσω Εγώ υμάς εν χειρί εκτεταμένη μετά θυμού και οργής και παροξυσμού μεγάλου. Και πατάξω τους κατοικούντας εν τη πόλη ταύτη θανάτω μεγάλω και αποθανούνται. Ου φείσομαι επ’ αυτοίς και ουκ οικτείρω αυτούς.»

Τελειώνοντας τα λόγια του ψαλμού ο Κωνσταντίνος, έφερε ένα γύρο το ανήσυχο βλέμμα του μέσα στην αίθουσα, αντικρίζοντας κατάματα όλους τους παρευρισκομένους και, με περισσότερη δύναμη κι οργή στη φωνή του, συνέχισε.

-Η βάρβαρη επίθεση των Τούρκων στην Ιταλία κι οι ανελέητες σφαγές των κατοίκων του Τάραντα τις μέρες αυτές του 1480, μας αναγκάζουν να γυρίσουμε πίσω 27 χρόνια και να ξαναφέρουμε στο νου μας τις φοβερές μέρες του 1453. Την εποχή εκείνη, με τα λόγια αυτά του Ιερεμία που ακούσατε, δικαιολόγησαν οι τότε ορθόδοξοι ιεράρχες της Κωνσταντινούπολης την προδοτική τους στάση στον αγώνα της σωτηρίας της άγιας πόλης και με τα ίδια λόγια δικαιολόγησαν και οι καθολικοί ιεράρχες της Δύσης τη δολοφονική τους αδιαφορία για τον χριστιανισμό της Ανατολής. Ήταν θέλημα Θεού, είπαν οι μοιρολάτρες καλόγεροι και ήταν βουή Κυρίου επανέλαβαν οι καιροσκόποι κληρικοί, να χαθεί η Κωνσταντινούπολη. Έτσι ανάπαυσαν οι ασυνείδητοι τις συνειδήσεις τους. «Και πατάξω τους κατοικούντας εν τη πόλη θανάτω . . . και ουκ οικτείρω αυτούς», φώναζε και η Δύση από μακριά.

Γιατί όμως, σήμερα που η Ιταλία ένιωσε πια την κρυάδα του τουρκικού γιαταγανιού στο λαιμό της ταράσσεται κι ανησυχεί; Μήπως τα παραπάνω λόγια του Ιερεμία δεν μεταχειρίστηκαν και οι Λατίνοι ιεράρχες της Δύσης, για να καλύψουν τις ευθύνες τους για τη δολοφονία της Πόλης; Πίσω απ’ τα λόγια αυτά δεν οχυρώθηκαν οι μεγαλόσχημοι καρδινάλιοι και ο προκαθήμενός τους πάπας και μ’ αυτά δεν προσπάθησαν να δικαιολογήσουν στις συνειδήσεις των ποιμνίων τους την ενοχή τους για τη μεγάλη καταστροφή της Ανατολής; Γιατί, λοιπόν, σήμερα θορυβούνται και ταράσσονται; Μήπως η παραπάνω προφητεία, με την εξήγηση που της έδωσαν τα τότε ιερατεία, δεν καλύπτει και τις σημερινές σφαγές του Τάραντα;

Ας το σκεφτούν αυτό οι Πιλάτοι της Δύσης. Αυτοί που πίστευαν πως η οθωμανική καταιγίδα, σαρώνοντας την Ανατολή, θα ξαστέρωνε το δικό τους ουρανό. Αυτοί που, με ελαφριά καρδιά και χωρίς συνείδηση, ένυψαν τας χείρας των και χωρίς καμιά απολύτως τύψη καταδίκασαν ένα λαό ομόθρησκό τους σε αφανισμό και παρέδωσαν στην καταστροφή τη βασιλίδα των πόλεων.

Αυτό έκαναν οι μεγαλόσχημοι εκείνοι τότε. Εμείς, όμως, οι απλοί σήμερα όπως κάθε ευσυνείδητος άνθρωπος και πολύ περισσότερο όπως κάθε άνθρωπος του Χριστού, καταδικάζουμε τις βαρβαρότητες των Τούρκων, υψώνουμε φωνή διαμαρτυρίας σ’ ολόκληρο τον κόσμο για τις απάνθρωπες ωμότητες των γενιτσάρων του Μωάμεθ και συμπαραστεκόμαστε, έστω και νοερά, δίπλα στους άγρια δοκιμαζόμενους κατοίκους των παραλίων της ιταλικής Αδριατικής.

Οι βάρβαρες κι ανελέητες σφαγές του Οτράντο ξαναφέρνουν σήμερα φριχτή στη μνήμη μας την ανείπωτη καταστροφή του 1453. Το αθώο αίμα των καθολικών θυμάτων του Τάραντα, που χύνεται σήμερα άφθονο στα ακρογιάλια της Αδριατικής, ενώνεται την ώρα αυτή με το εξίσου αθώο αίμα των ορθοδόξων θυμάτων της Κωνσταντινούπολης του 1453, για να κηλιδώσει ανεξίτηλα στους αιώνες τις ψυχές και τα ονόματα εκείνων των ποιμεναρχών και των αρχόντων, που, με τις ύπουλες ενέργειές τους ή την εγκληματική τους αδιαφορία, έγιναν αίτιοι της μεγάλης συμφοράς της χριστιανοσύνης και πρωτεργάτες του μεγάλου αίσχους της πολιτισμένης ανθρωπότητας.

Οι θρήνοι του Οτράντο μας κάνουν να ξανακούσουμε τις οιμωγές και τους θρήνους που ράγισαν το στερέωμα της Επτάλοφης και τράνταξαν τις όμορφες ακτές του Βοσπόρου και τις ήσυχες ακρογιαλιές του Μαρμαρά εκείνο το τραγικό πρωί της 29ης Μαΐου.

Ο Κωνσταντίνος με δυσκολία συγκρατούσε τη συγκίνησή του. Με φωτιά στο βλέμμα και δύναμη στην ψυχή συνέχισε.

-Το ξημέρωμα της φοβερής εκείνης Τρίτης σ’ ολόκληρη την άγια Πόλη αντήχησε απ’ τα στόματα των απλών ανθρώπων, των ανθρώπων του Χριστού και της πατρίδας, η απεγνωσμένη κραυγή: «Βοηθήσατε εις τα τείχη.»

Σύγκορμη ρίγησε η γέρικη πρωτεύουσα του κόσμου, ακούγοντας τον αντίλαλο της φωνής των άσημων αλλά γενναίων παιδιών της. Των ανθρώπων εκείνων που σηκώνουν πάντα μόνοι τους το σταυρό του μαρτυρίου και στην ειρήνη και στον πόλεμο. Των παραμερισμένων και περιφρονημένων εκείνων πολιτών, που, μ’ όλη τους την αγραμματοσύνη, κλείνουν στο βάθος της καρδιάς τους ζεστό κι ολόκληρο το νόημα των σοφών λόγων των αρχαίων προγόνων τους: «Αρετή δε, καν θάνη τις ουκ απόλλυται», διότι γνωρίζουν ότι η αξία της ζωής δεν μετριέται με το μήκος των ημερών της, αλλά με τη βαρύτητα του περιεχομένου της. ‘’Τα σήμαντρα επατάγουν εκκωφαντικώς’’, μας λέγει ο χρονογράφος των τραγικών εκείνων ημερών ‘’και γυναίκες, γέροντες και παίδες και πάντες εκ του λαού, όσοι δεν έκειντο γονυπετείς εις τους ναούς, έσπευδαν ίνα κομίσωσι πολεμικά εφόδια εις τους προμαχομένους’’.

Έτσι έγραψαν οι ιστορικοί, έτσι μας είπαν όσοι επέζησαν τις φοβερές εκείνες μέρες της κόλασης, πολεμώντας στα τείχη κι έτσι διηγούνται και βεβαιώνουν όσοι είχαν την τύχη να επιζήσουν και να βγουν ζωντανοί μέσα απ’ τη λαίλαπα εκείνη του θανάτου.

Ο Κωνσταντίνος, καθώς πρόφερε τα τελευταία αυτά λόγια, γύρισε με σεβασμό κι εκτίμηση το θερμό του βλέμμα προς τους δυο σεβάσμιους γέροντες, παλιούς δασκάλους και προστάτες του και τώρα συναδέλφους του, το Νικηφόρο και τον Ανδρόνικο, που κάθονταν περήφανοι και συγκινημένοι δίπλα του, θέλοντας έτσι να τους τιμήσει κι άλλη μια φορά για τους μεγάλους τους αγώνες στα τείχη της άγιας Πόλης.

Οι δυο γέροι, με το όπλο στο χέρι, πολέμησαν τότε ως την τελευταία στιγμή για τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης. Αλλά και μετά την καταστροφή κι αφού αποτίναξαν τα δεσμά της σκλαβιάς τους, αγωνίστηκαν ακούραστα με το βιβλίο και την πένα και αγωνίζονται ως τώρα στην ξενιτιά με παλμό και θέληση για τη διάσωση και τη διάδοση του ελληνικού πνεύματος και του ελληνικού πολιτισμού. Παλεύουν για την πάταξη της βαρβαρότητας. Πιστεύουν στην εξαφάνιση της βίας απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχεται αυτή. Αγωνίζονται για την υπερίσχυση του πνεύματος και την επικράτηση της λευτεριάς και της αλήθειας.

Ξανάστρεψε τα σπινθηροβόλα μάτια του προς το κέντρο της μεγάλης αίθουσας ο Κωνσταντίνος, αγκάλιασε ολόκληρο το πυκνό ακροατήριό του με το θερμό βλέμμα του και, κυριευμένος από κάποιον βαθύ πόνο, συνέχισε.

-Το λυκαυγές είχε αρχίσει να ροδίζει τον ορίζοντα και το ξημέρωμα διέλυε κι αραίωνε πια το αχνοσκόταδο της καλοκαιρινής εκείνης νύχτας του Μαΐου. Σαν τραυματισμένο θηρίο πετάχτηκε ο Μωάμεθ έξω απ’ τη σκηνή του, κεντρισμένος φαρμακερά απ’ τους αβάσταχτους πόνους των τραυμάτων της ταπεινωμένης του περηφάνιας.

Μέσα στη σιγαλιά και στη γλύκα της χαραυγής, τρομακτικές και φρικώδεις αντήχησαν στο στερέωμα της πολυδοκιμασμένης Πόλης οι φοβερές καυγές του βάρβαρου κι αιμοβόρου σουλτάνου:

«Αλλάχ Ιλαλλάχ Μωχαμέτ Ρεσούλ Αλλάχ.»

Πενηνταδύο μέρες πολιόρκησε την Πόλη. Τόσες και τόσες εφόδους έκανε ως τώρα ο πολυάριθμος στρατός του κι όλες απέτυχαν. Οι αναλογισμοί όλων αυτών των αποτυχιών του του τρυπούσαν τυρρανικά το μυαλό και του θόλωναν τις σκέψεις του. Η μαύρη του ψυχή έβραζε απ’ την αγανάκτηση και το μίσος. Δάγκωνε τα χέρια του, σπάραζε ολόκληρος, λυσσομανούσε. Και μέσα στη λύσσα του, παίρνει απόφαση. Ορκίζεται στον Αλλάχ και στο μεγάλο Προφήτη του, πως η σημερινή έφοδος θα διαφέρει απ’ τις προηγούμενες. Θα είναι πιο δυνατή, πιο βίαιη, πιο θυελλώδης. Έφτασε πια η αποφασιστική στιγμή γι’ αυτόν. Ή θα πάρει την Πόλη και θα πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής του και τους πόθους των προκατόχων του σουλτάνων ή θα νικηθεί και θα γυρίσει ντροπιασμένος στην Αδριανούπολη. Ίσως και να εγκαταλείψει και τις ευρωπαϊκές ακτές και ταπεινωμένος να φύγει, να χαθεί στα βάθη της Ασίας, όπου έφυγαν παλιότερα κι άλλοι πρόγονοί του.

Η σκέψη της φυγής του ξεσκίζει την καρδιά. Δεν θέλει με κανένα τρόπο ν’ ακούσει τις συνετές συμβουλές του μεγάλου βεζίρη του Χαλλίλ πασά. Προτιμά να ακολουθήσει τις υποδείξεις του Αλβανού εξωμότη Ζαγανού πασά και να επιχειρήσει κι άλλη έφοδο. Δεν θέλει την ειρήνη. Προτιμά τον πόλεμο. Την Πόλη ή το θάνατο.

Γι’ αυτό, εξοργισμένος και με άγριο ύφος, εξαγριωμένος σα θεριό, στέκεται άγρυπνος μέσα στη νύχτα μπροστά στη χρυσοστόλιστη σκηνή του και με θρηνώδη και στριγκλή φωνή και μ’ όση πιο πολλή δύναμη μπορεί επικαλείται τη βοήθεια του Αλλάχ.

«Αλλάχ Ιλαλλάχ Μωχαμέτ Ρεσούλ Αλλάχ.»

Οι γοερές κραυγές του ξέσχισαν σα βρυκολακιασμένα νύχια τους νυχτερινούς ορίζοντες της Πόλης. Αντιλάλησαν πάνω στα ερειπωμένα πλευρά του Θεοδοσιανού τείχους, ξεχύθηκαν πέρα στα γαλανά νερά του Μαρμαρά κι αντήχησαν υπόκωφες σ’ όλη τη ματωβαμμένη γη, απ’ τον Κεράτιο Κόλπο ως τις απέναντι ασιατικές ακτές κι απ’ το Βόσπορο μέχρι τον Ελλήσποντο.

Τους φρικιαστικούς αυτούς αντίλαλους διαδέχτηκαν αμέσως οι στριγκλοί ήχοι των σαλπίγγων, οι υπόκωφοι κρότοι των νταουλιών και οι διαπεραστικοί ήχοι των κυμβάλων, που με μιας αντιβούησαν σ’ ολόκληρο το μήκος του απέραντου τουρκικού στρατοπέδου. Τις ανατριχιαστικές και φρικώδεις φωνές των πρωτογόνων βαρβαρικών μουσικών οργάνων ακολούθησαν δαιμονισμένες ιαρές κι αλαλαγμοί των γενιτσάρων κι ολόκληρου του ημιβάρβαρου συρφετού των Οθωμανών, που, ανεμίζοντας τα γιαταγάνια τους, έπεσαν σα σίφουνες πάνω στα μισογκρεμισμένα τείχη της γέρικης χριστιανικής πρωτεύουσας της Ανατολής και σαν αφρισμένα κι ορμητικά κύματα τα παρέσυραν και τα σάρωσαν στο διάβα τους.

Τι ειρωνεία, όμως! Μέσα στο σίφουνα ακείνο των βαρβάρων πορθητών συμπεριλαμβάνονταν και τριανταπέντε χιλιάδες χριστιανοί επιδρομείς, οι οποίοι, σα μανιασμένοι δαίμονες, πήδησαν δίπλα στους Τούρκους τα μισογκρεμισμένα τείχη και, με το σπαθί στο χέρι, ξεχύθηκαν κι εκείνοι αλαλάζοντας στους δρόμους της δύστυχης Πόλης, σκορπίζοντας παντού το θάνατο . . .

Στις 9 η ώρα το πρωΐ της 29ης Μαΐου 1453, οι μάχες είχαν τελειώσει. Κάθε αντίσταση των αμυνομένων είχε εξουδετερωθεί. Κι αυτοί ακόμη οι Κρήτες, οι τελευταίοι μαχητές της Πόλης, έριξαν τα σπαθιά τους κι εγκατέλειψαν το μάταιο αγώνα. Η Κωνσταντινούπολη ήταν πια έρμαιο στα χέρια των αιμοδιψών κατακτητών. Το καμάρι του κόσμου, η ξακουστή κι όμορφη νύφη του Βοσπόρου, έστεκε τώρα σκλάβα γυμνή κι αδύναμη μπροστά στον ανελέητο κατακτητή και σπάραζε αλυσοδεμένη και γονατιστή στα πόδια του πορθητή σουλτάνου. Το γιαταγάνι θέριζε αλύπητα την πρώτη μέρα της άλωσης. Άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας, παιδιά και γέροι, πλούσιοι και φτωχοί αδιάκριτα, πλήρωναν όλοι με τη ζωή τους την ασυνειδησία της Ανατολής και την αδιαφορία της Δύσης. Το χριστιανικό αίμα έτρεχε ποτάμι στα γκαλντερίμια και στα πέτρινα ρείθρα των δρόμων της βασιλεύουσας. Οι γοερές φωνές των σφαζόμενων χριστιανών, οι κραυγές αλλοφροσύνης των γυναικών, τα σπαρακτικά κλάματα των ορφανεμένων παιδιών, οι ατελείωτες φάλαγγες των αλυσοδεμένων σκλάβων, το αίμα των σφαγμένων και ξεκληρισμένων οικογενειών, που άχνιζε ζεστό και ίδιο στο κατώφλι του ρημαγμένου αρχοντικού ή στο παραπόρτι των έρημων πια φτωχόσπιτων, οι ορθάνοιχτες πόρτες των άλλοτε χαρούμενων σπιτιών που τώρα έχασκαν στον άνεμο του τρόμου και της φρίκης, οι σωροί των λουσμένων στο αίμα άμορφων κεφαλιών, που όλο και περισσότερο ψήλωναν και ογκώνονταν στα σταυροδρόμια, μαζί με τις μανιασμένες τερατόμορφες όψεις των ματωβαμμένων βρυκολάκων του Μωάμεθ, συμπλήρωναν πραγματικά ολόκληρη και με κάθε λεπτομέρεια την έννοια των λόγων του ανελέητου εκείνου Γαλάτη νικητή στρατηγού, που το 390 π.Χ. είπε στους νικημένους Ρωμαίους: «Ουαί τοις ηττημένοις.»

Και, όπως τα σώματα των ογδόντα νεκρών συγκλητικών περίμεναν τότε στην πλατεία της Ρώμης για να θυσιαστούν στους βωμούς των Θεών των κατακτητών και καπνός θυσίας να εξαφανιστούν στα ύψη των ουρανών, έτσι κι οι χιλιάδες των ζωντανών Κωνσταντινουπολιτών περίμεναν τώρα αλυσοδεμένοι –ράκη σωστά της συμφοράς- στα σκλαβοπάζαρα της Πόλης, για να πουληθούν δούλοι, να σκορπιστούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και να χαθούν για πάντα απ’ τον ήλιο της πατρίδας τους στα σκοτεινά βάθη της μαύρης και φρικτής σκλαβιάς.

Με το μέγεθος της φρικιαστικής εκείνης πραγματικότητας μετρήθηκε και το μέγεθος της ευθύνης των αρχόντων της Ανατολής και της Δύσης. Και με το ύψος των μακάβριων πυραμίδων που σχημάτισαν στους δρόμους της Πόλης τα κομμένα κεφάλια των χριστιανών, φρικτό τρόπαιο του θριάμβου του Ισλάμ, μετρήθηκε και το ύψος της εγκληματικής ισχυρογνωμοσύνης, της ακατονόμαστης αδιαφορίας και του άμετρου εγωισμού των αρχόντων των χριστιανικών εκκλησιών των δύο Κόσμων.

Η Κωνσταντινούπολη ηττήθηκε και σκλαβώθηκε. Ο ελληνισμός θρήνησε το χαμό της. Ο πολιτισμός απειλήθηκε απ’ τη βαρβαρότητα, κλονίστηκε, οπισθοδρόμησε κι ένιωσε πραγματικά την απώλεια της χιλιόχρονης έδρας του. Το πέσιμο της Πόλης διέλυσε την Ανατολή και τράνταξε συθέμελα τη Δύση. Η καρδιά της άσπλαχνης αδελφής ρίγησε. Είδε προς στιγμή το έγκλημά της και ταράχτηκε. Αναγνώρισε σιωπηλά, ότι η δική της αλαζονεία και η δική της ισχυρογνωμοσύνη δολοφόνησαν τη δίδυμη αδελφή και βασίλισσα της Ανατολής. Παραδέχτηκε, ότι η δική της αδιαφορία ακόνισε το τουρκικό γιαταγάνι, με το οποίο το Ισλάμ ακρωτηρίασε τη Χριστιανοσύνη. Είδε, ότι πραγματικά αυτή, με την πολέμια και υστερόβουλη τακτική της, έβαλε στο χέρι του Μωάμεθ την πυρωμένη ρομφαία, με την οποία αυτός ξερίζωσε το ένα απ’ τα δυο μάτια του χριστιανισμού. Είδε το μεγάλο σφάλμα της για μια στιγμή κι ένιωσε τη μεταμέλεια να εγγίζει την καρδιά της.

Ήταν, όμως, πολύ αργά. Το κακό είχε συντελεστεί μεγάλο κι ανεπανόρθωτο. Η Δύση φαινομενικά είχε κερδίσει. «Τα κακά κέρδη, όμως, Μαμωνάς εργάζεται.»

Για το κακό αυτό τα πλήθη των απλοϊκών πιστών του Χριστού ανά τον κόσμο ταράχθηκαν. Το ασυγκίνητο, όμως, ιερατείο έμεινε ψυχρό. Οι κούφιες κεφαλές των άσπλαχνων εκείνων ‘’πρωτοχριστιανών, που επιδίωκαν και επιδιώκουν μόνο πρωτεία και μεγαλοσχημίες, παρ’ ότι έμειναν ουσιαστικά αδιάφορες μπροστά στη μεγάλη καταστροφή, προσπάθησαν να βρουν κάποια ευλογοφανή δικαιολογία, για να καλύψουν τη δολοφονική στάση τους και να δικαιολογηθούν τυπικά τουλάχιστο στο ταραγμένο ποίμνιό τους.

Στην προσπάθειά τους αυτή, οι καθολικοί ιεράρχες θυμήθηκαν τις διακηρύξεις του πάπα Γρηγορίου του V και τα λόγια του Φλωρεντίου Πετράρχη. Ο άγιος ποντίφικας διακήρυξε το 1073 ότι: ‘’Χριστιανοί που δεν κύπτουν τον αυχένα στη Ρώμη καλύτερα να κατέχονται απ’ το Ισλάμ.’’ Και ο ανθέλληνας Πετράρχης είπε: ‘’Οι Τούρκοι είναι εχθροί, οι Έλληνες, όμως, είναι σχισματικοί και χειρότεροι απ’ τους εχθρούς.’’[2] Αυτά τα λόγια βρήκαν και χρησιμοποίησαν σαν αποκούμπι οι υπεύθυνοι άγιοι πατέρες της Δύσης και μ’ αυτά ανακούφισαν τις ένοχες συνειδήσεις τους. Μ’ αυτή τη λογική δικαιολόγησαν την καταστροφή και ξέχασαν γρήγορα τις σφαγές και το χαλασμό της Πόλης κι έτσι προσπάθησαν να θάψουν τα πάντα με βιασύνη στο περιθώριο της Ιστορίας και να τα ρίξουν, όσο πιο σύντομα γινόταν, στη λήθη του παρελθόντος.

Σήμερα που η Δύση ένιωσε πια και η ίδια στο λαιμό της την κόψη του γιαταγανιού των μαχητών του Ισλάμ, θορυβείται και διαμαρτύρεται και προσπαθεί να σωθεί απ’ την καταιγίδα και τη λαίλαπα των απίστων. Μια λαίλαπα που ενίσχυσε, έθρεψε και άνδρωσε επί τόσες εκατονταετηρίδες η δική της απερισκεψία και η δική της καιροσκοπικότητα.

Η Πόλη, που βασίλευε επί των πόλεων επί 1123 χρόνια, χάθηκε το μαγιάτικο εκείνο πρωινό και η Βυζαντινή αυτοκρατορία διαλύθηκε και έσβησε.

Γιατί όμως; Γιατί χάθηκε η Πόλη; Γιατί έσβησε μια ένδοξη και μακραίωνη αυτοκρατορία; Το ερώτημα αυτό θα απασχολεί για αιώνες τις σκέψεις των επερχόμενων γενεών. Ένα ερώτημα μεγάλο κι απόλυτα δικαιολογημένο. Όχι, όμως κι αναπάντητο.

Είναι πραγματικά τρομερό, όταν αναλογιστούμε, πώς μια εντελώς απολίτιστη φυλή-ορδή, χωρίς σεβαστό αριθμό πλήθους στο ξεκίνημά της, μπόρεσε τόσο γρήγορα να καταστρέψει τα χριστιανικά βασίλεια της Ανατολής και του Αίμου, τα οποία βρίσκονται σε ασύγκριτα ανώτερο πολιτιστικό επίπεδο και να χτίσει πάνω στα ερείπιά τους μια τόσο πετυχημένη και δυνατή αυτοκρατορία, η οποία κατόρθωσε σήμερα να πατήσει πόδι και σ’ αυτήν ακόμη την Ιταλία, να αιχμαλωτίσει τον Τάραντα και να απειλεί θανάσιμα τη Δύση κι ολόκληρο τον κόσμο.

Ήταν, άραγε, η καταστροφή της Πόλης ‘’θέλημα Θεού’’ και ‘’βουλή Κυρίου’’, όπως διακήρυτταν ο Γεννάδιος και οι τουρκόφιλοι παπάδες του ή ήταν αποτέλεσμα μιας κοινωνικής διαφθοράς και μιας αναπόφευκτης παρακμής, την οποία έσπειραν, καλλιέργησαν και έθρεψαν με βιασύνη οι ίδιοι οι κληρικοί και την οποία θέριεψε και γιγάντωσε η κοινωνική αδικία και η συστηματικά προωθούμενη απ’ τους διάφορους ρασοφόρους αρρωστημένη θρησκοληψία;

Η πλεονεξία των αρχόντων και των κατόχων της γης και ο εγωισμός κι η ισχυρογνωμοσύνη των κληρικών και των απειράριθμων καλογήρων του Βυζαντίου, διάβρωσαν με ταχύτητα την κοινωνική οντότητα και παρέλυσαν τη συνοχή μιας κάποτε ακμάζουσας φυλής, την οποία γρήγορα έφεραν στο χείλος του γκρεμού. Ώσπου, ο φανατισμός των μωαμεθανών κι η ασυγκράτητη ορμητικότητα του σουλτάνου τους απ’ τη μια και η στραβοκεφαλιά, η πλεονεξία κι η μοιρολατρία των παπάδων των δύο κόσμων απ’ την άλλη, έσπρωξαν ένα λαό κι έναν πολιτισμό στην άβυσσο.

Η Πόλη δεν χάθηκε μόνο απ’ την ορμητικότητα των Τούρκων. Βέβαια, τα κανόνια του Μωάμεθ γκρέμισαν τα εξωτερικά τείχη της. Οι κατάρες, όμως, του Γεννάδιου και τα αποθαρρυντικά κηρύγματα των καλογήρων του θρυμμάτισαν την ψυχή της. Η πλεονεξία των λίγων βαθύπλουτων αρχόντων, η σκληράδα των αλύγιστων κι ασυγκίνητων γαιοκτημόνων κι η αδηφαγία των αμέτρητων μοναστηριών, απογοήτευσαν και παρέλυσαν την καρδιά της –το λαό- και προετοίμασαν κι επιτάχυναν την καταστροφή της. Από χρόνια πριν, οι κάτοικοί της, πικραμένοι κι απογοητευμένοι απ’ την επικρατούσα κοινωνική αδικία, εγκατέλειπαν με αυξανόμενο συνεχώς ρυθμό τον τόπο των πατέρων τους κι έφευγαν γι’ άλλα μέρη, μακριά απ’ την αγαπημένη τους Κωνσταντινούπολη. Με τον τρόπο αυτό, ο πληθυσμός της Πόλης ελαττώθηκε γρήγορα και πολλές περιοχές της ερημώθηκαν κυριολεκτικά. Επίσης, τα πολλά προνόμια που κατά καιρούς, από απερισκεψία ή ανάγκη, παραχωρήθηκαν απ’ τους αυτοκράτορες στους Λατίνους των περιοχών του Βοσπόρου και η συστηματική συγκέντρωση της ναυτιλίας και του εμπορίου στα χέρια των Δυτικών, παρέλυσαν τελείως την οικονομία της αυτοκρατορίας και συνέβαλαν τα μέγιστα στο γρήγορο μαρασμό της.

Ο αείμνηστος Κωνσταντίνος, ο τελευταίος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, όταν ακόμη ήταν δεσπότης του Μυστρά, γνώριζε τους μεγάλους κινδύνους, εσωτερικούς και εξωτερικούς, που απειλούσαν την Πόλη. Γνώριζε την κατακτητική μανία των Τούρκων και ήξερε πολύ καλά και σχεδόν σ’ όλο της το μέγεθος την οικονομική, την κοινωνική και τη θρησκευτική αναρχία που επικρατούσε στη βασιλεύουσα. Έβλεπε τη μεγάλη αδυναμία του στρατού, την οικονομική εξουθένωση του δημοσίου, τη βαθιά και πολυσχεδή παραλυσία του κλήρου, τη σκληράδα και την πλεονεξία των αρχιερέων και των αρχόντων και ώρες τη νύχτα έμενε άγρυπνος και σκεφτόταν το μεγάλο κατάντημα του άλλοτε ένδοξου Βυζαντίου. Έβλεπε την τουρκική απειλή να γιγαντώνεται και τη διάβρωση και αποσύνθεση της Πόλης να επεκτείνεται ακάθεκτη προς όλες τις κατευθύνσεις και να μεταδίδεται σαν πανούκλα προς όλα τα στρώματα της αυτοκρατορίας και το αίμα του πάγωνε στις φλέβες του. Αναζητούσε να βρει και να εισηγηθεί στον αδελφό του αυτοκράτορα Ιωάννη τρόπους γρήγορης ανασυγκρότησης του κράτους και να υποδείξει δραστικά μέσα θεραπείας ή τουλάχιστο συγκράτησης του κακού. Αναλογιζόταν την επερχόμενη με ταχύτητα μεγάλη συμφορά κι ο ύπνος δεν άγγιζε τα βλέφαρά του.

Ένα βράδυ, λίγο πριν φύγει απ’ το Μυστρά για την Πόλη για ν’ ανεβεί στον αυτοκρατορικό θρόνο, κάλεσε στο δεσποτικό του παλάτι το μεγάλο σοφό Πλέθωνα και είχε, όπως συνήθιζε, πολύωρη συζήτηση μαζί του γύρω απ’ την επιβαλόμενη αναδιοργάνωση της αυτοκρατορίας.

Ο Πλέθων ζούσε από καιρό στην Πελοπόννησο, γιατί η μανία και ο φθόνος των αρχιερέων της Πόλης, για τις προοδευτικές και τολμηρές του ιδέες, είχαν αναγκάσει τον αυτοκράτορα Μανουήλ ΙΙ να τον διώξει απ’ την πρωτεύουσα και να τον εκτοπίσει στο Μυστρά. Εκεί, στη γαλήνη της εξοχής, μακριά απ’ τις δολοπλοκίες των κληρικών και τις μηχανορραφίες των αρχιερέων της Κωνσταντινούπολης, ο σοφός Πλέθων ερευνούσε μεθόδους, μελετούσε συστήματα κι αναζητούσε τρόπους συγκρότησης υγιούς και προοδευτικής κοινωνίας. Ήταν τολμηρός στις σκέψεις του και αυστηρός στις κρίσεις του. Ήταν λιγόλογος και πάντοτε σκεφτόταν δυο φορές πριν μιλήσει μία. Του άρεσε, όμως, να συζητά με τον άρχοντα Κωνσταντίνο, να του εκμυστηρεύεται τις σκέψεις του, να του αναπτύσσει τις θεωρίες του και να του αναλύει τα συστήματά του, γιατί έβλεπε ότι ο συνετός ηγεμόνας εκδήλωνε ενδιαφέρον για τα κοινωνικά προβλήματα κι έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα λεγόμενά του. Αγαπούσε την προσωπικότητα και το ήθος του ο μεγάλος Πλέθων.

Αλλά κι ο αυτοκράτορας Ιωάννης γνώριζε καλά το χαρακτήρα και τις αρχές του αδελφού του και δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνου, καθώς και τα ελαττώματα και τις μικρότητες των άλλων αδελφών του, γι’ αυτό κι από καιρό, εφόσον δεν είχε παιδιά ο ίδιος για να τον διαδεχθούν στο θρόνο, τον είχε διαλέξει για διάδοχό του.

Ο Κωνσταντίνος έβλεπε τα πολλαπλά πια και βαθιά τραύματα, που από χρόνια είχαν συσσωρευθεί κι όλο και πιο γρήγορα πλήθαιναν τον τελευταίο καιρό πάνω στο πολυδοκιμασμένο σώμα της βασιλεύουσας κι είχε πολλούς ενδοιασμούς στο θέμα της αποδοχής του αυτοκρατορικού σκήπτρου. Αν ήταν στο χέρι του, θα προτιμούσε να μην πάει στην Κωνσταντινούπολη αλλά να μείνει στο Μυστρά. Την ίδια γνώμη είχε κι ο Πλέθων. Και μάλιστα, δεν δίστασε ο σοφός δάσκαλος να του το πει καθαρά το βράδυ εκείνο της τελευταίας τους συνάντησης στο δεσποτικό παλάτι.

-Μην πας στην Κωνσταντινούπολη, του είπε. Από εδώ θα ωφελήσεις περισσότερο το Έθνος. Εδώ ο λαός είναι πιο καθαρός, πιο ψυχωμένος. Το μόνο που του χρειάζεται είναι ο αρχηγός. Εσύ είσαι γεννημένος για αρχηγός. Αυτοί είναι φτιαγμένοι για πόλεμο. Ο πατέρας σου ο Μανουήλ, όταν επισκέφτηκε το 1415-16 το Μωριά κι έχτισε μέσα σε 25 μέρες στον Ισθμό της Κορίνθου, το περίφημο ‘’Εξαμίλλιο’’, το μεγάλο εκείνο τείχος με τους 153 πύργους, ξαφνιάζοντας με τη γρηγοράδα του τους πάντες, γνώριζε καλά τους εδώ κατοίκους. Τόσο πολύ εντυπωσιάστηκε απ’ αυτούς τότε, που έγραφε στο φίλο του πατριάρχη Ευθύμιο στην Κωνσταντινούπολη: ‘’Ο λαός εδώ έχει πάντοτε εμφύλιους πολέμους. Κι όταν ακόμη δεν υπάρχει αιτία για φασαρίες, αυτοί βρίσκουν μια και πολεμούν. Αγαπούν τα όπλα και θέλουν πολύ να τα χρησιμοποιούν. Πόσο καλύτερα, όμως, θα ήταν αν τα χρησιμοποιούσαν όσο θέλουν μόνον όταν έπρεπε! . . .’’[3] Αν μείνεις εσύ εδώ θα τους κάνεις όταν θα πρέπει, να τα χρησιμοποιήσουν παραπάνω απ’ όσο θέλουν. Από εδώ θα δημιουργήσεις στρατό και θα ωφελήσεις τη φυλή μας. Εκεί αν πας, θα χαθείς μέσα στην παπαδουριά. Θα σε πνίξουν οι ραδιουργίες των ρασοφόρων που έχουν σιδερένια κυριαρχία πάνω στις συνειδήσεις των φοβισμένων Βυζαντινών[4]. Στην Κωνσταντινούπολη θα μπλέξεις στα δύχτια των καλογήρων. Θα σε πνίξουν οι δολοπλοκίες τους. Θα σε ζαλίσουν οι ακατάπαυστοι ψίθυροι και οι ανεξέλεγκτες διαδόσεις τους. Γνώριζε, πως οι ψίθυροι είναι ύπουλη τέχνη των δειλών. Μ’ αυτούς, ενώ φαινομενικά δεν λες τίποτα, ουσιαστικά δεν αφήνεις τίποτα που να μην το πεις. Οι μοχθηροί τους μεταχειρίζονται με μαεστρία. Έτσι, μπορούν να λένε πάντοτε χωρίς συστολή κι ευθύνη πολύ περισσότερα απ’ όσα θέλουν να πουν. Η κακεντρέχεια κι η ανοησία των υποτιθέμενων φίλων σου δεν έχουν όρια. Κι είναι προτιμότερο να έχεις ένα σοφό εχθρό παρά έναν ανόητο φίλο . . .

Ο Κωνσταντίνος έμεινε σκεπτικός. Δεν ήθελε κι ο ίδιος να φύγει απ’ το Μυστρά. Προτιμούσε να μείνει δεσπότης στο Μωριά παρά να γίνει αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη. Δεν μπορούσε, όμως, να μην υπακούσει στη θέληση του αδελφού του αυτοκράτορα Ιωάννη VIII. Ήταν ο μόνος ικανός απ’ όλα τα αδέλφια του για να διαδεχθεί τον αδελφό του και να γίνει αυτοκράτορας. Η αλήθεια αυτή, παρ’ ότι στενοχωρούσε τον Κωνσταντίνο, τον έσπρωχνε προς την Κωνσταντινούπολη. Αλλ’ η πραγματικότητα της επικρατούσης διαφθοράς στη βασιλεύουσα τον έκανε διστακτικό κι αναποφάσιστο. Γνώριζε ότι, αν έρθουν δύσκολες μέρες στην Πόλη, δε θα πρέπει να περιμένει καμιά βοήθεια απ’ τους αδελφούς του κι αυτό του γέμιζε λύπη και στενοχώρια την καρδιά. Ταυτόχρονα, έβλεπε ότι οι δύσκολες μέρες δεν είναι και πολύ μακριά κι έπρεπε να βιαστεί.

Για μια στιγμή, ο Κωνσταντίνος ρώτησε το μεγάλο σοφό, τι πρέπει κατά τη γνώμη του να κάνει, για να αναζωογονήσει την ψυχή της Πόλης. Ο Πλέθων απάντησε καθαρά: ‘’Διώξε τους πλούσιους άρχοντες που καταδυναστεύουν το λαό. Διώξε απ’ τα χωράφια την εκκλησία, που λησμόνησε τελείως τον ουρανό και μόνο νοιάζεται για τα επίγεια αγαθά. Γνώριζε, ότι ο διάβολος ποτέ δεν ησυχάζει μέσα στους ανθρώπους, ακόμη κι αν αυτοί φοράνε ράσα. Ξέρεις πως τα μισά υποστατικά τα άρπαξαν οι παπάδες; Αυτό το πολύτιμο κεφάλαιο, η γη, στα χέρια των μοναστηριών και των αρχόντων μένει ανεκμετάλλευτο κι αφορολόγητο. Είναι σκάνδαλο, ο λαός να φέρει όλα τα βάρη και ταυτόχρονα να μένει ακτήμονας και είναι μεγαλύτερο σκάνδαλο να σπαταλά το Κράτος τόσα πολλά για να τρέφει κηφήνες –τους καλογήρους- όταν μάλιστα δεν έχει τα στοιχειώδη χρήματα για την άμυνά του. Αν συνεχιστεί αυτή η απληστία των κληρικών και η αδιαφορία των αρχόντων, ο μαρασμός του λαού γρήγορα θα αποκορυφωθεί και το τέλος θα είναι οικτρόν. Η πίστη και η πατρίδα είναι πολύ σπουδαία πράγματα για να αφεθούν σε τέτοιους ρασοφόρους. Όλοι τους είναι προσηλωμένοι στο πείσμα τους. Παρανόησαν τα πάντα και παρεξήγησαν τη θρησκεία. Η θρησκεία δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο αντικρίζουμε ορισμένα πράγματα. Είναι ορισμένος τρόπος, ο σωστός τρόπος, με τον οποίο αντικρίζουμε όλα τα πράγματα.’’

Η αδιαφορία, όμως και η απλησία συνεχίστηκαν εντονότερες. Και την κρίσιμη ώρα του υπέρ πάντων αγώνα, οι δέκα χιλιάδες καλόγεροι της Πόλης αγνόησαν το χρέος τους προς την πατρίδα και το έθνος. Ξέχασαν την εκκλησία. Αδιαφόρησαν για την πίστη τους. Αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Αρνήθηκαν να αγωνιστούν για τον υπόλοιπο λαό στην πρώτη γραμμή. Περιορίστηκαν μόνο σε πομπώδεις λιτανείες και σε κούφιες προσευχές. Αλλά κι εδώ ακόμη οι προθέσεις τους και οι ενέργειές τους ήταν συγκεχυμένες και διαιρεμένες. Άλλοι έπεμπαν δεήσεις προς τον ουρανό και θεαματικότατα προσεύχονταν για τη σωτηρία του λαού κι άλλοι εκσφενδόνιζαν κατάρες και βλαστήμιες κατά του αυτοκράτορα, της Πόλης και των μαχητών της. Κι όλοι μαζί προέλεγαν και διαβεβαίωναν τους πάντες για τη σίγουρη καταστροφή των πάντων. Αυτή την απαίσχυντη τακτική τήρησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας οι ρασοφόροι της Πόλης.

Λίγο πριν την άλωση, την ώρα του μεγάλου κινδύνου, την ώρα της σφοδρής επίθεσης των Τούρκων, στις 22 Μαΐου, την ώρα που η ζωή της Πόλης κρέμονταν σε μια τρίχα, αντί οι καλόγεροι να αρπάξουν το σπαθί και να τρέξουν στα τείχη –κι ήσαν δέκα χιλιάδες απ’ αυτούς- πήγαν στον τάφο του Νικηφόρου Φωκά και με ψευτοκλάματα κι ακατάληπτες δεήσεις παρακαλούσαν τον αυτοκράτορα να βγει απ’ το χώμα και να σώσει την Πόλη[5]. Άλλοι πάλι, με λαϊκή πομπή κρέμασαν στο σταυρό του αγάλματος του αγίου Κωνσταντίνου ένα στοιχειωμένο κλειδί, γιατί πίστευαν πως έτσι δε θα άνοιγε ποτέ τις πύλες της Πόλης στους εχθρούς της ο προστάτης άγιος. Και πολλοί απ’ αυτούς προσπαθούσαν με διάφορους θεατρινισμούς να δείξουν στον κόσμο ότι ήταν χριστιανοί, ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούσαν με θεαματικές λιτανείες και προσευχές να κρύψουν το γεγονός ότι δεν ήταν.

Μέσα στη μάχη της τελευταίας εφόδου, πολλές φορές ξαναθυμήθηκε ο Κωνσταντίνος τα λόγια του σοφού Πλέθωνα. Η καρδιά του πλημμύρισε παράπονο, όταν ο υπασπιστής του Ράλλης του ανέφερε ότι οι αγγελιοφόροι απ’ τον πύργο του αγίου Δημητρίου και την περιοχή των Βλαχερνών, όπου πολεμούσαν ο καρδινάλιος Ισίδωρος και ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος της Χίου Λεονάρδος, ειδοποιούσαν ότι η έφοδος εκεί αποκρούστηκε και ο εχθρός υποχωρεί. Χάρηκε ο αυτοκράτορας για τα ευχάριστα νέα και για τη γενναιότητα των Λατίνων ιερωμένων. Λυπήθηκε, όμως, ταυτόχρονα βαριά για την αδιαφορία και την ασυνειδησία των ορθοδόξων κληρικών. Δεν κρατήθηκε και είπε γεμάτος πίκρα στο Ράλλη: ‘’Είναι μεγάλη λύπη να βλέπεις έναν καρδινάλιο κι έναν καθολικό αρχιεπίσκοπο να πολεμούν με ζήλο και πείσμα στα τείχη μαζί μας σαν απλοί στρατιώτες, τη στιγμή που κανένας ορθόδοξος ιεράρχης και κανένας ηγούμενος μοναστηριού δεν θέλησε να πάρει το όπλο και να προτάξει το στήθος του στον εχθρό . . . Κι απ’ τις δέκα χιλιάδες καλογήρους που τρέφει η Κωνσταντινούπολη μόνο σαρανταδύο ζώστηκαν το σπαθί και αγωνίζονται για την Πόλη και την πίστη τους . . .’’

Και το παράπονο αυτό του αυτοκράτορα αποκορυφώθηκε όταν είδε να ξεψυχά δίπλα του, λουσμένος στο αίμα του, ένας άλλος ιπασπιστής του, ο Ιωάννης Στρατηγόπουλος, απόγονος του ένδοξου στρατηγού Αλεξίου Στρατηγόπουλου, που ελευθέρωσε την Πόλη απ’ τους Λατίνους το 1261. Δάκρυσαν τα μάτια του κι αναστενάζοντας είπε με παράπονο προς τους λιγοστούς συντρόφους του που είχαν απομείνει γύρω του: ‘’Ο Δικέφαλος θρυμματίζεται, ο Σταυρός ταπεινώνεται και την κρίσιμη αυτή ώρα να μη βρεθεί ένας δικός μας μητροπολίτης να μαζέψει ένα τάγμα καλογήρων και να αγωνιστεί για την πίστη του και την πατρίδα του; Κι ήταν μεγάλη ευκαιρία γι’ αυτούς, ώστε με τη σωματική τους ευρωστία να θεραπεύσουν τα δυστυχήματα της ψυχής τους. Μόνον εκείνοι οι σαρανταδύο βρέθηκαν μέσα στις τόσες χιλιάδες των ρασοφόρων με καρδιά και συνείδηση και, παλεύοντας τώρα σα στρατιώτες πάνω στον πύργο του αγίου Ευγενίου, προσπαθούν απεγνωσμένα να μας βοηθήσουν και να σώσουν την τιμή των ράσων τους; . . . Αλλά, κάνοντας κανείς σε κρίσιμες στιγμές τίποτα είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποδείξει ότι είναι τίποτα . . .’’ Και ήσαν δέκα χιλιάδες οι ρασοφόροι. Περισσότεροι απ’ όλους μαζί τους μαχητές που διέθετε η πολιορκημένη Κωνσταντινούπολη[6].

Κάποιος απ’ τους ακολούθους του, παρασυρμένος απ’ τα λόγια του αυτοκράτορα ψιθύρισε:. ‘’Υπάρχουν περισσότεροι στα μοναστήρια και λιγότεροι στα τείχη. Υπάρχουν περισσότεροι φορεμένοι ράσα και λιγότεροι ζωσμένοι άρματα.’’ Και, συλλαμβάνοντας καλύτερα την πραγματικότητα στο νου του, πρόσθεσε φιλοσοφικά: ‘’Πολλοί οι κεκλημένοι, ολίγοι δε οι εκλεκτοί.’’ Έμεινε για λίγο σιωπηλός και μετά συνέχισε: ‘’Δεν πίστευα ποτέ στις σκιές και στα φαντάσματα . . . Αλλά τα φοβόμουνα σ’ όλη μου τη ζωή . . . Δεν τα πιστεύω και τώρα . . . Σήμερα, όμως, τα φοβούμαι περισσότερο . . .’’

Σαν αστραπή πέρασαν τις φοβερές εκείνες στιγμές απ’ το νου του δύστυχου αυτοκράτορα όλα τα δραματικά γεγονότα των ημερών της πολιορκίας. Κι απ’ όλα αυτά ξεχωρίζει και τυρρανεί τη σκέψη του η ηττοπάθεια των αρχόντων και η τουρκοφιλία των κληρικών. Σα ζοφερός αντίλαλος φθάνει στ’ αφτιά του την ώρα εκείνη του χαλασμού η φωνή του ηγούμενου του μοναστηριού της Παμμακαρίστου, όταν με θράσος πετάχτηκε και τον διέκοψε ενώ μιλούσε στο τελευταίο αυτοκρατορικό συμβούλιο και ξεδιάντροπα, χωρίς καμιά συστολή, φώναξε στον αυτοκράτορά του: ‘’Μη μας αποκαλείς Έλληνες. Λέγε μας Χριστιανούς. Μη μας μιλάς για ηρωισμούς και κατορθώματα του Λεωνίδα, του Θεμιστοκλή, των Σπαρτιατών και των Αθηναίων ειδολολατρών. Κήρυξε το λόγο του Θεού. Αναγνώρισε το θέλημά Του και παράδωσε την Πόλη στο Μωάμεθ παρά στους Λατίνους . . .’’ Αναλογίστηκε την εντύπωση που έκαναν τα πικρά εκείνα λόγια του άπατρη ηγούμενου στο συμβούλιο και με πόνο στην καρδιά παραδέχτηκε, ότι πάντοτε ένας ανόητος βρίσκει πιο ανόητους για να τον θαυμάσουν. Αλίμονο, όμως, στην κοινωνία εκείνη που εξαρτάται από τέτοιους ανθρώπους οι οποίοι στηρίζουν τις βάσεις της προβολής τους στο κενό!

Έκλεισε ο ήρωας αυτοκράτορας τα δακρυσμένα μάτια του κι είδε τη φρικτή διπλή πολιορκία της πόλης του. Απ’ έξω χτυπούσαν τα τείχη της τα κανόνια του Μωάμεθ κι από μέσα χτυπούσαν τις ψυχές των πολιορκημένων κατοίκων της οι κατάρες του Γεννάδιου κι οι απειλές των αποθρασυνθέντων ρασοφόρων. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν καλλιεργήσει μια φοβία στο λαό και του είχαν επιβάλει μια αρρωστημένη κι επικίνδυνη θρησκοληψία. Η εγωιστική επιβολή του ράσου είχε γίνει συνήθεια στην καθημερινή ζωή και στις σκέψεις των πολιτών. Κι οι αλυσίδες μιας κακής συνήθειας είναι στην αρχή μικρές κι ανάλαφρες για να τις αισθανθεί κανείς, μα, όταν τις νιώσει, είναι πλέον βαριές και πολύ αργά για να τις διαρρήξει.

Ξανάφερε στο νου του ο Κωνσταντίνος την τελευταία εκείνη νύχτα τους φανατισμένους αργόσχολους καλόγερους, που από καιρό πριν και καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας περιέτρεχαν την πόλη και συστηματικά αποθάρρυναν και πανικόβαλαν το λαό. Θυμήθηκε τους ρασοφόρους που περικύκλωναν τους αγύμναστους στρατιώτες εκείνους, που για τη σωτηρία της πατρίδας τους γυμνάζονταν για πόλεμο μέσα στον ιππόδρομο και τους προέτρεπαν επίμονα και χωρίς ντροπή να πετάξουν τα όπλα, να εγκαταλείψουν τα γυμνάσια και να αποβάλουν την ιδέα της αντίστασης στο Μωάμεθ, αν θέλουν να μην πάνε στην κόλαση σα συνεργάτες των αιρετικών Λατίνων[7].

Βούιζαν στ’ αφτιά του τα λόγια των παπάδων, που χωρίς καμιά συστολή έλεγαν στους μαχητές: ‘’Γιατί βιάζεστε και πασχίζετε άδικα; Είναι γραμμένο πως το τέλος της Κωνσταντινούπολης θά ‘ρθει εφτά χιλιάδες χρόνια μετά τη δημιουργία. Και, σύμφωνα με τις αλάνθαστες αυτές προφητείες, έτος της καταστροφής θα είναι το 1492 κι όχι το 1453. Έχετε ακόμη σαράντα χρόνια μπροστά σας. Τι βιάζεστε;[8]

Θυμήθηκε τη φορά που αναγκάστηκε να χαστουκίσει έναν από κείνους τους ξεδιάντροπους και θρασείς ρασοφόρους και λυπάται πραγματικά τώρα, που συγκρατήθηκε τότε και δεν τράβηξε το σπαθί του.

Μονολογώντας, σα να μιλούσε στο Θεό, ο λεοντόκαρδος βασιλιάς, ύψωσε μέσα στη νύχτα το υγρό βλέμμα του προς τον ουρανό και πρόφερε με παράπονο: ‘’Από πού να προστατεύσω την Πόλη Σου Κύριε;’’ Και, τραβώντας το σπαθί του ρίχτηκε στη μάχη για να σκοτωθεί.

Αλλά και μετά την άλωση, τότε που το χριστιανικό αίμα έβαφε τους δρόμους και κυλούσε ζεστό στα γκαλντερίμια, τότε που τα κεφάλια των δύστυχων Κωνσταντινουπολιτών σωριάζονταν σε πυραμίδες μέσα στις ερημωμένες πλατείες και τότε που τα ακέφαλα σώματα σκέπαζαν ολόκληρη της έκταση της Πόλης, τότε που ο κλαυθμός κι ο οδυρμός ανέβαινε σπαραχτικός ως τα μεσούρανα κι έκανε τους θόλους του ουρανού να ριγούν και να τρέμουν και τα σύννεφα να κλαίνε με ματωμένα δάκρυα, τότε ο Γεννάδιος δόξαζε τη Θεία Πρόνοια που έμπασε τους Τούρκους στην Πόλη κι έσωσε την ορθοδοξία απ’ τον πάπα.

Και όταν ο Μωάμεθ τον έχρισε πατριάρχη, εξυμνούσε χαρούμενος το κατόρθωμα των Τούρκων κι ήταν περήφανος για τη δική του επιτυχία. Χωρίς καμιά συστολή, διατυμπάνιζε ο ίδιος ότι ‘’αι θύραι της Πόλεως ηνεώχθησαν Θεόθεν.’’ Προφητεία παλιά, έλεγε ο τουρκοπρόβλητος πατριάρχης, προέλεγε την είσοδο των πορθητών απ’ την Κερκόπορτα. Η Κερκόπορτα, όμως, ήταν ένα πολύ καλά οχυρωμένο μέρος και δύσκολα θα μπορούσε να το πατήσει κανείς. Ήταν κοντά στο σημείο όπου συναντούνται σε ορθή γωνία το χερσαίο με το θαλάσσιο τείχος. Λόγω της θέσης και του σχήματος του εκεί φρουρίου, ολόκληρη η γύρω περιοχή ελέγχονταν εύκολα κι αποτελεσματικά απ’ τις επάλξεις με διασταυρούμενες βολές και δεν ήταν δυνατό να προσβληθεί εύκολα απ’ τους επιτιθέμενους. Τα τείχη στο σημείο εκείνο ήταν φαρδιά και γεροχτισμένα. Για να φθάσει κανείς ως εκεί έπρεπε να περάσει πρώτα το εξωτερικό τείχος κοντά στην πύλη του Χαρισίου, το οποίο ακόμη αντιστέκονταν αποτελεσματικά και δεν είχε παραβιαστεί. Οι σημαίες, όμως, του Μωάμεθ υψώθηκαν στην περιοχή της Κερκόπορτας προτού να πέσουν τα γύρω φρούρια και πριν ακόμη ανοιχτεί υπολογίσιμο ρήγμα στα τείχη της κοντινής πύλης.

Αρχικά, η άμυνα της περιοχής αυτής είχε ανατεθεί σε ιταλικά τμήματα. Λέγεται, όμως, ότι λίγο πριν το τέλος, ο συνοδοιπόρος του Γεννάδιου, ο φανατικός ανθενωτικός μεγαδούκας Νοταράς, αυτός που δημόσια δήλωσε μέσα στο ναό της Αγιασοφιάς, στις 12 Δεκεμβρίου του 1452, ότι προτιμά να δει σαρίκι τουρκικό μέσα στην Πόλη, παρά καθολικό ράσο, έστειλε αλλού τους Λατίνους μαχητές κι ανέθεσε την υπεράσπιση της Κερκόπορτας σε δικά του τμήματα. Αι θύραι, λοιπόν, δεν ηνεώχθησαν Θεόθεν αλλά έσωθεν[9].

Ο τουρκοπρόβλητος ιεράρχης δεν πειράχτηκε και δεν θορυβήθηκε καθόλου απ’ την αυθόρμητη κι ομαδική αλλαξοπιστία τριακοσίων οπαδών του καλογήρων, οι οποίοι έγιναν μωαμεθανοί, γιατί, όπως είπαν, είδαν και αναγνώρισαν τον ισχυρότερο Θεό. Το Θεό της δύναμης και της νίκης. Το Θεό του ξίφους και του αίματος. Το Θεό της φρίκης και της καταστροφής. Αυτόν το Θεό κήρυξαν οι τριακόσιοι ρασοφόροι του Γεννάδιου ότι ασπάζονται κι αυτόν δήλωσαν στο εξής θα λατρεύουν και θα ακολουθούν.

Και ούτε σκοτίστηκε για τις αδιάκοπες και πολυπληθείς εξισλαμίσεις των κατοίκων που ακολούθησαν. Απ’ τους λιγοστούς που έμειναν στη ζωή, πολλοί αρνήθηκαν το Χριστό κι αλλαξοπίστησαν, αμέσως μετά την άλωση ή λίγο αργότερα, είτε για να σώσουν το κεφάλι τους, είτε για να καλυτερέψουν τη ζωή τους και ν’ ανεβούν απ’ την τάξη των σκλάβων ραγιάδων στην τάξη των ελεύθερων και πλούσιων μουσουλμάνων[10].

Τα μάτια του νεαρού δασκάλου πετούσαν φωτιές πάνω απ’ το βήμα και τα λόγια του, σωστός καταπέλτης, έπεφταν πυρωμένα απ’ την αλήθεια και βαριά απ’ το αβάσταχτο παράπονο της Φυλής και κατακεραύνωναν χωρίς καμιά διάκριση τους υπεύθυνους της μεγάλης καταστροφής.

Όλοι μέσα στην αίθουσα, συνεπαρμένοι απ’ τον οίστρο του φωτισμένου δασκάλου τους, αισθάνονταν μαζί του φριχτό και ολοζώντανο το δράμα της άλωσης και τις στιγμές εκείνες ένιωθαν πως ζούσαν και οι ίδιοι τις μαύρες ώρες της καταστροφής και του αφανισμού της Πόλης.

-Αλλά κι η Δύση ας μην κρύβεται πίσω απ’ το δάχτυλό της κι ας μην προσπαθεί να αποφύγει τις μεγάλες ευθύνες της για τον τρομαχτικό εκείνο χαλασμό, συνέχισε με την ίδια ορμητικότητα ο νεαρός Κωνσταντίνος. Η αδέκαστη Ιστορία γνωρίζει την αλήθεια. Κι όσο ο καιρός θα περνά, τόσο και θα βγαίνουν στην επιφάνεια νέες τρομερές λεπτομέρειες της φρικτής πραγματικότητας, οι οποίες θα βαρύνουν όλο και περισσότερο τους πρωταίτιους του κακού. Και, όπως με το πέρασμα των χρόνων όλο και πιο αποτρόπαια κι αποκρουστικά θα κηλιδώνονται όσοι ορθόδοξοι της Ανατολής συνέβαλαν με τα έργα τους και τη στάση τους στην ανείπωτη καταστροφή, έτσι, μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότερο αίσχος θα συσσωρεύεται στους ώμους των καθολικών της Δύσης, το οποίο ανελέητα κι επιδεικτικά θα συνθλίβει το μικρό τους ανάστημα και θα υπενθυμίζει παραδειγματικά στους λαούς της αύριο τη δολοφονική αδιαφορία τους. Μισθός αρετής έπαινος, κακίας δε τρόπαιον ανάθεμα.

Καθώς κουνούσε νευρικά τα χέρια του ο Κωνσταντίνος μισάνοιξε ο σκούρος χιτώνας του και ξεπρόβαλε το αστραφτερό κούμπωμα της βαθυκόκκινης ζώνης του. Δυο ολόχρυσοι χαλκάδες, μ’ ένα αστραφτερό διαμάντι στο κούμπωμά τους, λαμπύριζαν κλεφτά κάπου-κάπου στη μέση του νεαρού δασκάλου.

Τιμή και περηφάνια, μαζί με σεβασμό και εκτίμηση ένιωθε για τη ζώνη αυτή ο Κωνσταντίνος. Άλλοτε, την στόλιζαν γύρω-γύρω πολύτιμα και άφθονα πετράδια. Τώρα λείπουν και μόνο οι τρύπες απόμειναν πάνω στο χοντρό καλοδουλεμένο πετσί της, για να μαρτυρούν την παλιότερη ύπαρξη των πολύτιμων λίθων. Όλα έχουν αφαιρεθεί κατά καιρούς κι έχουν διατεθεί για τη συντήρηση της οικογενείας του και την επέκταση και τον εμπλουτισμό της σχολής.

Ένεκα αυτής της ζώνης κι ένεκα της ευγλωτίας και του σπινθιροβόλου πνεύματός του, οι μαθητές του τον αποκαλούν δεύτερο Χρυσολωρά κι είναι γνωστός σ’ όλους σαν ‘’Κωνσταντίνος ο Χρυσολωράς ο 2ος’’.

-Είναι πλέον γνωστό κι αναμφισβήτητο, συνέχισε ο Κωνσταντίνος, ότι ένας απ’ τους σπουδαιότερους και σημαντικότερους εχθρούς της βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν ο πάπας και η Δυτική εκκλησία, μαζί με τους νεοεμφανισθέντες κατά τον 11ο αιώνα Νορμανδούς. Και, για να αντιληφθούμε καλύτερα το μέγεθος της ευθύνης της Δυτικής εκκλησίας για τη δολοφονία της χριστιανικής Ανατολής, τον ακροτηριασμό της χριστιανοσύνης και την ταπείνωση του Χριστού, ας τρέξουμε για λίγο στην Ιστορία κι ας θυμηθούμε πραγματικά γεγονότα και αδιάσειστες ιστορικές αλήθειες.

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία, εκτός απ’ τη χερσόνησο του Αίμου και τις ασιατικές της επαρχίες, περιελάμβανε παλιότερα τη Σικελία κι ένα μεγάλο μέρος της Κάτω Ιταλίας. Η εξάπλωση αυτή της Ανατολικής αυτοκρατορίας, δυσάρεστη για τη Δύση, περιόριζε τις εξουσίες του πάπα ακόμη και μέσα στον ιταλικό χώρο. Επειδή δε, η Δυτική εκκλησία προσπαθούσε από ανέκαθεν με κάθε τρόπο να επεκτείνει τις δικές της δικαιοδοσίες και τη δύναμή της σ’ ολόκληρον, αν ήταν δυνατόν, τον κόσμο, γι’ αυτό χρησιμοποίησε κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, προσπαθώντας να πραγματοποιήσει την επιθυμία της αυτή. Έτσι, οι διάφοροι πάπες δεν δίστασαν να μεταχειριστούν και το ξίφος ακόμη, για να πετύχουν ό,τι δεν μπορούσαν να κατορθώσουν με άλλα μέσα.

Η εμφάνιση των Νορμανδών κατά τον ενδέκατο αιώνα στην Κάτω Ιταλία έδωσε θάρρος στον πάπα και ενίσχυσε τα κατακτητικά του σχέδια. Αντί να τους καταπολεμήσει, σαν επιδρομείς και εισβολείς, συμμάχισε μαζί τους και ευλόγησε το έργο τους. Τους παρότρυνε να στραφούν εναντίον των επαρχιών του Βυζαντίου και με κάθε τρόπο, ηθικό και υλικό, τους βοήθησε στην πραγματοποίηση των σκοπών τους. Ευλόγησε τα ξίφη τους και τους προέτρεψε να τα στρέψουν αδίσταχτα κατά των ορθοδόξων.

Έτσι, οι Νορμανδοί από το 1017 αρχίζουν να επιτίθενται εναντίον των Βυζαντινών της Κάτω Ιταλίας. Ενισχύουν τους διαφόρους επαναστάτες κατά του αυτοκράτορα και αποσπούν μια-μια τις ιταλικές χώρες απ’ το Βυζάντιο. Με αρχηγό τους το Robert Guiscard και με τη βοήθεια των αδελφών του William και Bohemund πολεμούν συστηματικά πλέον εναντίον των Βυζαντινών στην περιοχή αυτή και το 1059 κυριεύουν την Απουλία. Το 1060 την Καλάμπρια και το 1071 το Μπάρι. Με την κατάληψη του Μπάρι διώχτηκαν τελικά και οριστικά οι Βυζαντινοί απ’ την Κάτω Ιταλία.

Οι επιτυχίες των Νορμανδών ευνοούν τα σχέδια των καθολικών και της αγίας Έδρας. Ταυτόχρονα, όμως, η δύναμη του Robert ανησυχεί τον πάπα Νικόλαο ΙΙ, γιατί οι εξουσίες του επεκτείνονται και σε παπικά εδάφη, πράγμα το οποίο δημιουργεί δυσαρέσκειες και προστριβές μεταξύ των δύο ανδρών. Με συμφωνίες, όμως και υποχωρήσεις αποκαθίστανται και πάλι οι καλές σχέσεις ανάμεσά τους και ο μεν πάπας αναγνωρίζει τις κατακτήσεις του Robert -τωρινές και μελλοντικές- και τον στέφει δούκα της Απουλίας, της Καλάμπριας και της Σικελίας, ενώ ο Robert αναγνωρίζει τη φεουδαρχική επικυριαρχία του πάπα στις χώρες αυτές. Αργότερα, ορισμένες ενέργειες του Robert στην Καμπανία και Αμβρουζία, οι οποίες έθιγαν εκκλησιαστικές γαίες, εθορύβησαν τον τότε πάπα Γρηγόριο τον VII, ο οποίος και αφόρισε το Robert το 1074. Αλλά, σύντομα και πάλι οι δυο άνδρες ήρθαν σε συνεννόηση, γιατί ο πάπας, μπροστά στη νεοεμφανισθείσα απειλή του Ερρίκου IV της Γερμανίας, αναγκάστηκε να συγχωρέσει τον Robert, αποβλέποντας σε μελλοντική εκ μέρους του βοήθεια κατά των Γερμανών.

Τέτοιες κτηματικές διαφορές μεταξύ ηγεμόνων και πάπα, δηλαδή μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, υπήρξαν πάρα πολλές και ποικίλες μέχρι σήμερα, οι οποίες δεν κολακεύουν καθόλου την εκκλησία. Σε παρένθεση, σας αναφέρω μια περίπτωση. Τον περασμένο αιώνα (14ο), ο Φίλιππος ο IV ήρθε σε ρήξη με τον πάπα Βονιφάτιο τον VIII για τη φορολογία των παπικών γαιών. Ο Φίλιππος επέμενε να φορολογήσει τα εκκλησιαστικά κτήματα, ενώ ο πάπας αντιδρούσε στις αξιώσεις του αυτές, προβάλλοντας το ευτελές δικαιολογητικό, ότι ο βασιλιάς δεν έχει το δικαίωμα να φορολογεί τα εκκλησιαστικά κτήματα και με τα καθ’ όλα ‘’χριστιανικά αυτά χρήματα’’ να εξοπλίζει στρατούς και να εκστρατεύει εναντίον άλλων χριστιανικών κρατών. Μάλλον, εδώ ο πάπας Γρηγόριος ίσως να εννοούσε εναντίον άλλων καθολικών κρατών. Γιατί, αν επρόκειτο να εκστρατεύσει εναντίον ορθοδόξων χριστιανικών κρατών, τότε το πράγμα ήταν τελείως διαφορετικό. Και, όπως αποδεικνύει η Ιστορία, μια τέτοια εκστρατεία όχι μόνο δεν πείραζε την άγια έδρα αλλά, αντίθετα, ευλογείτο και υποστηρίζονταν απ’ τον άγιο ποντίφικα. Δεν ήθελε, λοιπόν, ο πάπας να φορολογούνται τα εκκλησιαστικά κτήματα και να θίγονται τα οικονομικά συμφέροντά του. Έπρεπε, όμως, να φορολογεί ο βασιλιάς τα κτήματα των απλών χριστιανών και με τα χρήματα αυτά να εξοπλίζει στρατούς και να κάνει πολέμους εναντίον άλλων χριστιανών, αδιάκριτα αν ‘’οι εχθροί’’ ήσαν καθολικοί ή ορθόδοξοι.

Αν αναλογιστούμε τη στάση και τα έργα της εκκλησίας και τους πολέμους των παπών κατά των ορθοδόξων και γενικότερα των χριστιανικών λαών άλλων χωρών, θα δούμε αμέσως πόσο φαρισαϊσμό περιέχει και πόσο γελοίο ήταν το επιχείρημα αυτό του πάπα.

Αλλά, η τακτική πάντοτε των μεγιστάνων της εκκλησίας ήταν και είναι η ίδια. ‘’Προκειμένου να μας αφήσουν ήσυχους στα ράσα μας και στις περιουσίες μας’’, λένε οι αρχιερείς, ‘’και προκειμένου να προωθήσουμε τους σκοπούς μας’’, οι οποίοι είναι συνήθως πάντοτε άσχετοι με τη διδασκαλία του Χριστού, ‘’επικαλούμεθα τα πάντα και επιστρατεύουμε και τα πιο παράδοξα και τα πιο παράλογα επιχειρήματα’’. Το πόσο αντιβαίνουν στα έργα και στους σκοπούς τους τα όσα σαν αντιπρόσωποι του Χριστού διακηρύττουν ή υποτίθεται πως διακηρύττουν και πόσο οι πράξεις τους και το ‘’πιστεύω’’ τους αντιτίθενται προς τη διδασκαλία και το πνεύμα του χριστιανισμού, είναι και απ’ τον απλούστερο ακόμη νου κατανοητό.

Κατά γενικό κανόνα, οι ενέργειές τους και οι επιδιώξεις τους είναι τελείως άσχετες με το χριστιανισμό και τη διδασκαλία του Ευαγγελίου και στερούνται κάθε λογικής και ανθρωπισμού. Και ιδού μια μικρή απόδειξη.

Οι χριστιανοί σταυροφόροι χτυπούν και καταστρέφουν τη χριστιανική Κωνσταντινούπολη το 1204 με τη δικαιολογία ότι οι Βυζαντινοί επέτρεψαν στους μωαμεθανούς κατοίκους να έχουν τζαμί στην Πόλη. Συμμαχούν, όμως, με τους Τούρκους και χτυπούν το χριστιανό Θεόδωρο Λάσκαρη της Νίκαιας, γιατί δεν υποτάσσεται στον πάπα[11].

Ο Φρειδερίκος ο ΙΙ της Γερμανίας αφορίζεται απ’ τον πάπα Innocent IV στις 17 Ιουλίου 1245 και αναθεματίζεται απ’ τους καθολικούς ιεράρχες του συνεδρίου της Λυών, γιατί συμμάχισε με το χριστιανό Βατάση της Νίκαιας και γιατί επέτρεψε στην κόρη του Κωνσταντία να παντρευτεί ένα ‘’σχισματικό Έλληνα’’[12].

Το γεγονός αυτό, κατάλληλα προβαλλόμενο, συντάραξε την εποχή εκείνη την καθολική Ευρώπη. Το ότι, όμως, ο αρχηγός των σταυροφόρων έδωσε την ανεψιά του γυναίκα στο σουλτάνο της Κόνια, δεν πείραξε σε τίποτα κι ούτε ενόχλησε κανένα καθολικό αρχιερέα.

Ο Φρειδερίκος έγραφε τότε στο Βατάση. ‘’Οι επίσκοποι της Ρώμης δεν είναι επίσκοποι του Χριστού αλλά αρπαχτικοί λύκοι και άγρια θηρία, που καταβροχθίζουν τον λαό του Χριστού . . .’’[13].

Τον καιρό της λατινοκρατίας, στην Ανατολή (1204-1261) ο πάπας αφόριζε εκείνους που αντιδρούσαν στη λατινική κατοχή και προσπαθούσαν να απαλλάξουν την Πόλη απ’ τους σταυροφόρους κατακτητές της. Λίγο πριν απ’ το 1261, όμως, διακήρυττε ο ποντίφικας, ότι θα συγχωρεθούν επίσημα οι αμαρτίες εκείνων που θα πολεμήσουν στο πλευρό των καθολικών κατά της ορθόδοξης αυτοκρατορίας της Νίκαιας[14].

Ο δόγης της Βενετίας θέλησε να σταθεροποιήσει και να προαγάγει τις φιλικές του σχέσεις με τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ της Κωνσταντινούπολης. Ο πάπας, όμως, Γρηγόριος ο Χ απείλησε ότι θα τον αναθεματίσει αν πλησιάσει το Μιχαήλ[15]. Τον αυτοκράτορα αυτόν ο οποίος προσπαθούσε με κάθε τρόπο, ειλικρινά και με καλή θέληση και πίστη για την ένωση των εκκλησιών. Τόσος ήταν ο ζήλος του Μιχαήλ για το πλησίασμα των δύο χριστιανικών κόσμων, που καταδίωκε συστηματικά κάθε ανθιστάμενο στην προσπάθειά του αυτή. Παρασυρμένος απ’ τον διακαή αυτό πόθο της ένωσης, υπέδειξε στον πατριάρχη Ιωάννη Βέκκο, να αφορίσει όλους εκείνους που αντιδρούσαν στις προσπάθειές του. Ο πατριάρχης αφόρισε ονομαστικά όλους τους ανθενωτικούς. Λέγεται μάλιστα, ότι ο Μιχαήλ περιέφερε ο ίδιος στις φυλακές αντιπροσώπους του πάπα και έδειξε με ικανοποίηση στους καθολικούς ιερωμένους πολυάριθμους φυλακισμένους ανθενωτικούς. Ανάμεσα σ’ αυτούς υπήρχαν και αλυσοδεμένα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, που αντιδρούσαν στην ένωση των εκκλησιών.

Μήπως, όμως, το ίδιο αξίωμα και την ίδια τακτική δεν εφάρμοσαν και δεν εφαρμόζουν και οι ορθόδοξοι αρχιερείς; Λίγες φορές ήρθαν κι οι πατριάρχες σε επικίνδυνες ρήξεις με τους αυτοκράτορες, όταν αποφάσεις και ενέργειες του κράτους έθιγαν οικονομικά συμφέροντα των μεγιστάνων της εκκλησίας; Με πόσο πείσμα αντιστάθηκαν οι αρχιερείς της Κωνσταντινούπολης και όλης της Ανατολής στις διάφορες κατά καιρούς αποφάσεις των αυτοκρατόρων και πόσο συστηματικά και ακούραστα καταπολέμησαν κάθε νόμο του κράτους, που απέβλεπε στον περιορισμό των εκκλησιαστικών και μοναστηριακών κτημάτων και στην ανακούφιση των φτωχών χωρικών!

Η γαιοκτημοσύνη της εκκλησίας και η αύξηση των ακινήτων περιουσιών των μοναστηριών σε βάρος της ιδιοκτησίας των χωρικών γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση κατά την εποχή της δυναστείας των Μακεδόνων αυτοκρατόρων (867-1057). Στα τέλη του 7ου αιώνα και στις αρχές του 8ου, πριν απ’ την περίοδο των Εικονομάχων, η Ανατολική εκκλησία είχε αποκτήσει μια αξιόλογη και αρκετά υπολογίσιμη περιουσία. Οι Εικονομάχοι, όμως, αυτοκράτορες του 8ου αιώνα προσπάθησαν με κάθε τρόπο να βάλουν κάποιο φραγμό στην απληστία της εκκλησίας και να συγκρατήσουν ή και να περιορίσουν την αλματώδη και επικίνδυνη αύξηση των μοναστηριακών περιουσιών. Ανέλαβαν έναν έντονο αγώνα κατά των μοναστηριών, απ’ τα οποία πολλά κλείστηκαν και τα κτήματά τους κατασχέθηκαν απ’ το κράτος.

Η προσπάθεια αυτή των αυτοκρατόρων στην Ανατολή ήταν δυναμική και περίπου ανάλογη με τη μεταρρύθμιση του Charles Martel στη Δύση.

Η επικράτηση, όμως, της δυναστείας των Μακεδόνων, ύστερ’ απ’ την αποτυχία των Εικονομάχων, συντέλεσε στη γρήγορη αύξηση του αριθμού των μοναστηριών και στην επέκταση των ιδιοκτήτων κτημάτων τους.

Την αύξηση της εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας προσπάθησε να συγκρατήσει αρχικά ο αυτοκράτορας Ρωμανός Α’ ο Λεκαπηνός. Για το σκοπό αυτό εξέδωσε και διάφορους νόμους το 922 και το 934.

Την προσπάθεια του Λεκαπηνού θέλησε να ολοκληρώσει στην αρχή της βασιλείας του ο Νικηφόρος Φωκάς, ο οποίος και εξέδωσε ειδική Νεαρά το 964.

Πολύ χαρακτηριστικά αναφέρονται στη Νεαρά αυτή και τα εξής: ‘’. . . Εφ’ όσον η φανερή πλέον ασθένεια της απληστίας έχει διαδοθεί πολύ στα μοναστήρια και σε άλλα ιερά ιδρύματα και εφ’ όσον η ιδιοκτησία εκτεταμένων περιοχών και πολυαρίθμων οπωροφόρων δένδρων δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως Αποστολική επιταγή ή σαν μια παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας, ο αυτοκράτορας επιθυμεί να αποβάλει τη θεομίσητη φιλοδοξία και, θέλοντας να επιταχύνει αυτόν τον σκοπόν, απαγορεύει την ίδρυση νέων μοναστηριών, την ενίσχυσή τους με δωρεές και τη συντήρηση παλιών μοναστηριών, νοσοκομείων και πανδοχείων ή την παροχή δωρεών στους μητροπολίτες και επισκόπους . . .’’[16].

Το σκληρό αυτό για τους κληρικούς διάταγμα του Φωκά αναστάτωσε το ιερατείο και καταπολεμήθηκε με πείσμα απ’ τους αρχιερείς και τους μοναχούς. Η επακολουθήσασα εξέγερση του κλήρου ανάγκασε αργότερα το Βασίλειο Β’ τον Βουλγαροκτόνο να ακυρώσει τη Νεαρά του 964.

Ο Βασίλειος ακύρωσε μεν το νόμο του Φωκά αλλά, για να καταπολεμήσει τους μεγάλους γαιοκτήμονες, λαϊκούς και κληρικούς και, για να περιορίσει την περαιτέρω εξάπλωσή τους, εξέδωσε άλλο νόμο το 996, το γνωστό ‘’Αλληλέγγυον’’. Σύμφωνα με το νόμο αυτό, οι μεγάλοι γαιοκτήμονες υποχρεώνονταν να πληρώνουν τους φόρους των φτωχών γειτόνων τους, όταν εκείνοι αδυνατούσαν να τους πληρώσουν. Εάν ο νόμος αυτός έμενε σε ισχύ για πολύ καιρό, θα χαλιναγωγούσε τους μεγάλους γαιοκτήμονες και την εκκλησία. Το ‘’Αλληλέγγυον’’, όμως, ακυρώθηκε απ’ τον αυτοκράτορα Ρωμανό τον Γ’ τον Αργυρό, ο οποίος, προσπαθώντας να σταθεροποιηθεί στο θρόνο του, συμβιβάστηκε με τον ανώτερο κλήρο και τους ευγενείς και κατάργησε το μισητό απ’ την εκκλησία ‘’Αλληλέγγυον’’.

Ο Ισαάκιος ο Κομνηνός, ο οποίος βασίλεψε μόνο δύο χρόνια (1057-1059), πιστεύεται ότι έπεσε θύμα καλοσχεδιασμένης αναίμακτης συνωμοσίας του κλήρου και των ευγενών. Ο Ισαάκιος, στην προσπάθειά του να αυξήσει τα έσοδα του κράτους, εφάρμοσε δραστήρια τακτική και επιχείρησε να φορολογήσει ή και να κατασχέσει τα τεράστια κτήματα που είχαν αποκτήσει παράνομα οι μεγάλοι πλούσιοι και η εκκλησία. Η απόπειρά του, όμως, αυτή του στοίχισε το θρόνο του και τον ανάγκασε να περάσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του καλόγερος σε μοναστήρι[17].

Οι μετέπειτα αυτοκράτορες του Βυζαντίου και ιδίως κατά τον 11ο αιώνα συνέχισαν να υποστηρίζουν με περισσότερο ενδιαφέρον τα συμφέροντα των μεγάλων γαιοκτημόνων. Έτσι, η γη γρήγορα περιήλθε στα χέρια του κλήρου και λίγων ευγενών, με αποτέλεσμα να εκφυλιστεί η οικονομία, να αυξηθεί η δουλεία και να επιταχυνθεί η καταστροφή[18].

Αλλά και ο Γενάδιος κι οι άλλοι αρχιερείς δεν φώναζαν και δεν βλαστημούσαν τους πάντες και τον αυτοκράτορα ακόμη δημοσίως, όταν αποφασίστηκε η δέσμευση των κινητών περιουσιών και των τιμαλφών των εκκλησιών και των μοναστηριών της Πόλης τον καιρό της πολιορκίας, για να εξοικονομηθούν χρήματα για τις ανάγκες της άμυνας; Δεν καταριόταν τον Κωνσταντίνο και δεν τον κατηγορούσαν, ότι απογυμνώμει τα ιερά ταμεία κι αδυνατίζει τις εκκλησίες, για να τις παραδώσει ανίσχυρες στους Λατίνους;

Ο πατριάρχης Φιλόθεος κι οι αρχιερείς του δεν ευθύνονται για την μη ενίσχυση του Βυζαντινού στρατού επί αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’; Αυτοί δεν αντέδρασαν πεισματικά στην αύξηση του στρατού της Πόλης, γιατί ο στρατός εκείνος επρόκειτο να εγκατασταθεί σε εκκλησιαστικές εκτάσεις κοντά στη Σηλύμβρια;

Η εκκλησία είχε τη δυνατότητα από τότε, διαθέτοντας μόνο ένα μέρος των γαιών της, να συντηρήσει στρατό ολόκληρο και το αρνήθηκε. Παραχωρώντας μόνο λίγες εκτάσεις της, μπορούσε να ισχυροποιήσει και να αναζωογονήσει μια αυτοκρατορία. Και δεν το έκανε. Φανταστείτε, τι πλούτο διέθετε ο κλήρος και ποια υπηρεσία αρνήθηκαν στην πατρίδα τους οι άπληστοι και φιλοχρήματοι ιεράρχες. Εκείνοι που γνώριζαν την υλική τιμή των πάντων και αγνοούσαν την αξία της αρετής και της Πατρίδας. Οι δούλοι του χρυσίου δεν αντιλαμβάνονταν τους λόγους του Πλάτωνα: ‘’Πας ο της γης χρυσός αρετής ουκ αντάξιος.’’

Οι αρχιερείς, το ανώτατο αυτό τμήμα του κλήρου ζούσε πάντοτε και δυστυχώς εξακολουθεί να ζει κάτω από τέτοιες συνθήκες που δεν μπορούσε και δεν μπορεί να ακολουθήσει τη ζωή του Έθνους. Σιγά-σιγά απομακρύνονταν κι εξακολουθεί να απομακρύνεται απ’ την εθνική συνείδηση και γίνεται όλο και περισσότερο ξένον προς το πενθούν και πάσχον Έθνος[19].

Ο Κωνσταντίνος, προφέροντας τα τελευταία αυτά λόγια, χαμήλωσε τη φωνή και το βλέμμα του, αισθανόμενος ντροπή και ταπείνωση για την τακτική και τη στάση των ιεραρχών της ορθοδοξίας. Επηρεασμένος απ’ το συναίσθημα αυτό, έμεινε για λίγο σιωπηλός και περιέφερε το βλέμμα του μέσα στην αίθουσα, σα να ήθελε να διαπιστώσει τις εντυπώσεις και τις εκδηλώσεις του ακροατηρίου του. Μετά, ξαναπαίρνοντας το παλιό του ύφος, συνέχισε.

-Αλλά, ας ξαναγυρίσουμε στην τακτική του πάπα και στους Νορμανδούς.

Το 1081, οι Νορμανδοί, με τη βοήθεια της Δυτικής εκκλησίας, εκστράτευσαν από την Κάτω Ιταλία εναντίον των Βυζαντινών στα Βαλκάνια. Πέρασαν την Αδριατική και κυρίεψαν την Κέρκυρα. Και το Φεβρουάριο του 1982 κυρίεψαν το Δυρράχιο της Αλβανίας. Σπουδαίο βυζαντινό φρούριο και σημαντικός σταθμός πάνω στην ονομαστή αρχαία Εγνατία οδό. Ο τότε πάπας Γρηγόριος VII, όταν έμαθε την επιτυχία αυτή των Νορμανδών, τους οποίους ποτέ δεν είχε πάψει να ενισχύει και να υποστηρίζει, ευλόγησε τον αρχηγό τους Robert Guiscard και τον ονόμασε ‘’Άγιο Δούκα του Θεού και του Αγίου Πέτρου’’.

Ενώ, όμως, ο ‘’άγιος δούκας’’ Robert και ο ‘’πανάγιος’’ ποντίφικας Γρηγόριος προσπαθούσαν να αξιοποιήσουν την κατάκτηση του Δυρραχίου και να επεκτείνουν τις κτήσεις τους πιο πέρα απ’ τις ακτές της Αδριατικής και βαθύτερα στη χερσόνησο του Αίμου, οι Βενετοί τάχθηκαν με το μέρος των Βυζαντινών κι έστειλαν στόλο για να βοηθήσουν τον αυτοκράτορα. Ο πάπας και οι Νορμανδοί, με αρχηγό τους το μεγάλο γιο του Robert, το Bohemund (1057-1111), παρ’ ότι είχαν στρατούς εξοπλισμένους με ‘’χριστιανικά χρήματα’’, επιτέθηκαν εναντίον των ομοθρήσκων τους Βενετών, τους νίκησαν, προχώρησαν νοτιότερα και κυρίεψαν διάφορα φρούρια στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία (1082-1084).

Αργότερα, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν όλες αυτές τις κτήσεις τους, αφ’ ενός μεν γιατί πιέζονταν απ’ τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό, αφ’ ετέρου δε γιατί έπρεπε να σπεύσουν σε βοήθεια του πάπα στην Ιταλία, ο οποίος είχε δεχθεί επίθεση απ’ το βασιλιά της Γερμανίας Ερρίκο τον Δ’. Ο Ερρίκος είχε εισβάλει και προχωρούσε μέσα στην ιταλική χερσόνησο.

Μετά την παρέλευση της απειλής των Γερμανών, ο Robert, με τη βοήθεια και τις ευλογίες και πάλι του πάπα, επανήλθε στο παλιό του σχέδιο και στράφηκε για δεύτερη φορά προς τα Βαλκάνια. Κατέλαβε την Κέρκυρα και την Κεφαλληνία το 1085, όπου και πέθανε τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου.

Τις προσπάθειες του Robert εναντίον των Βυζαντινών της Ιταλίας συνέχισε ο αδελφός του Roger, ο οποίος νωρίτερα, το 1072, είχε κυριέψει το Παλέρμο. Το 1086 κυρίεψε τις Συρακούσες και συνέχισε τον πόλεμο προς όφελος της καθολικής εκκλησίας.

Για τους αγώνες του αυτούς, ο πάπας Ουρβανός ο Βος, ο εμπνευστής των σταυροφοριών, τον ονόμασε το 1099 ‘’Αποστολικό Λεγάτο της Σικελίας’’.

Είναι αλήθεια, πως ο Roger ήταν ηπιότερος και πιο ανεκτικός απ’ τον αδελφό του Robert προς τους ορθοδόξους και τους μουσουλμάνους της επικράτειάς του, γι’ αυτό και το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του αποτελείτο από μουσουλμάνους.

Οι Νοαρμανδοί, με τις συνεχείς προτροπές και ενθαρρύνσεις του πάπα, δεν έπαψαν να επιτίθενται εναντίον της Αλβανίας και των δυτικών επαρχιών της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και επί ένα περίπου αιώνα η Κωνσταντινούπολη αγωνίστηκε και αμύνθηκε εναντίον τους.

Τις αρχικές επιθέσεις των Νορμανδών οργάνωσε και συστηματοποίησε σε πανδυτικές εκστρατείες των καθολικών εναντίον της Αλατολής ο πάπας Ουρβανός ο Β’ στο Συνέδριο των Ηγεμόνων της Κλερμών της Γαλλίας το 1095, όπου επικράτησαν οι απόψεις της Δυτικής εκκλησίας και μπήκαν τα θεμέλια των ‘’Σταυροφοριών’’.

Ο πάπας ζήτησε απ’ το λαό στην Κλερμών να οπλιστεί και να εκστρατεύσει στην Ανατολή, διακηρύττοντας πως ‘’ο Θεός το θέλει’’ (Deus Lo Volt). Ταυτόχρονα, υποσχέθηκε άφεση των αμαρτιών, διαγραφή των χρεών και προστασία των ιδιωτικών περιουσιών εκείνων που θα ακολουθούσαν τους ‘’Σταυροφόρους’’. Αφορισμό, όμως, για όσους θα λιποτακτούσαν[20].

Ο πάπας ήλπιζε ότι, οργανώνοντας μια εκστρατεία κατά της Ανατολής και προβάλλοντας σα σκοπό της την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων απ’ τους μωαμεθανούς, η χριστιανική Ανατολή και πιο συγκεκριμένα η Βυζαντινή αυτοκρατορία κι αν ακόμη δεν έπαιρνε μέρος κι η ίδια στην εκστρατεία αυτή, δε θα έφερνε αντίρρηση στις προθέσεις των καθολικών και θα επέτρεπε τουλάχιστον τη διέλευση των στρατιών των δυτικών απελευθερωτών μέσα απ’ τα εδάφη της. Έτσι, ο πάπας, με το πρόσχημα της απελευθέρωσης των Αγίων Τόπων απ’ τους μωαμεθανούς, θα εξασφάλιζε ανεμπόδιστα την είσοδο του στρατού του στην Ορθόδοξη Ανατολή και ίσως και σ’ αυτήν την Κωνσταντινούπολη. Οπότε, όταν ο στρατός του θα ήταν απλωμένος σ’ όλες τις βυζαντινές επαρχίες, εύκολα θα μπορούσε να επιβάλει τις θελήσεις του στον αυτοκράτορα και να αναγκάσει την Ανατολική εκκλησία να υποκύψει στη Δυτική. Τη στγμή μάλιστα που θα είχε με το μέρος του και μπλεγμένους στους απώτερους σκοπούς του όλους τους ηγεμόνες ολόκληρου του Δυτικού Κόσμου.

Οι κρυφές αυτές προθέσεις του πάπα και οι απώτερες επιθυμίες των καθολικών γρήγορα άρχισαν να γίνονται έργα. Τις αρχικές απόπειρες των Guiscard εναντίον του Βυζαντίου διαδέχτηκαν οι συστηματικές επιθέσεις του Βοημούνδου (1107) και του βασιλιά της Σικελίας Roger (1146) και ακολούθησαν οι μεγάλες εισβολές στο βαλκανικό χώρο του Tancred (1185). Ο Tancred, επί Ανδρόνικου, όχι μόνο πήρε το Δυρράχιο και τη Θεσσαλονίκη αλλά κατέλαβε και ολόκληρη την Ελλάδα, την οποία και λεηλάτησε συστηματικά. Μετά, μπήκε στη Θράκη και προχώρησε και προς την Κωνσταντινούπολη.

Οι εισβολές αυτές των Δυτικών στην Ανατολή είναι γνωστές στην Ιστορία με το όνομα ‘’Σταυροφορίες’’. Η Ιστορία αναφέρει τουλάχιστον οχτώ τέτοιες εκστρατείες απ’ τις οποίες σπουδαιότερες είναι η πρώτη, επί Αλεξίου Κομνηνού το 1096, η δεύτερη επί Μανουήλ Κομνηνού το 1147, η τρίτη επί Ισαακίου Αγγέλου το 1189 και η τέταρτη επί Αλεξίου Γ’ Αγγέλου το 1204, η οποία και κατέληξε στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και σήμανε την προσωρινή διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας[21].

Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης απ’ τους παπικούς κράτησε ως γνωστόν από το 1204 ως το 1261.

Οι σταυροφόροι, αντί να ελευθερώσουν τους Άγιους Τόπους απ’ τους Τούρκους, χώθηκαν σαν τσακάλια και ισοπέδωσαν και λεηλάτησαν τα πάντα. Κατατεμάχισαν τα ανατολικά τμήματα του Βυζαντίου, ιδρύοντας δικά τους κρατίδια και πριγκιπάτα στη Μ. Ασία, όπως το βασίλειο της Ιερουραλήμ, το πριγκιπάτο της Αντιόχειας και το δουκάτο της Εδέσσης[22]. Η περίοδος αυτή της λατινικής κατοχής ήταν η πιο καταστρεπτική στην ιστορία της Κωνσταντινούπολης[23]. Η λεηλασία των καθολικών και η βαρβαρότητα του στρατού του πάπα ήταν πρωτοφανής και απερίγραπτη κι έμεινε για πάντα χαραγμένη με τα μελανότερα χρώματα στις ψυχές των ορθοδόξων της Ανατολής. Επηρέασε δε ριζικά τις μετέπειτα σχέσεις των δύο χριστιανικών κόσμων και το μέλλον της Κωνσταντινούπολης.

Ο πάπας, με τους Νορμανδούς και τις διάφορες επιδρομές του, κατάφερε να ενσπείρει διασπαστικές τάσεις στους λαούς του Βυζαντίου και να καλλιεργήσει επαναστατικές ενέργειες ανάμεσα στους σερβικούς, αλβανικούς και βουλγαρικούς πληθυσμούς, οι οποίοι άρχισαν να κινούνται εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Κατάφερε να διαβρώσει την ενότητα των λαών της χριστιανικής αυτοκρατορίας και να αποδείξει σ’ αυτούς και στην Ευρώπη, ότι τα βυζαντινά όπλα δεν είναι ανίκητα. Έτσι, άρχισε να υποθάλπεται απ’ τους καθολικούς η διάλυση του Βυζαντίου, ενώ ταυτόχρονα στεραιώνονταν στη Δύση το αίσθημα, ότι η κυρίευση της Ανατολικής αυτοκρατορίας δεν είναι ακατόρθωτη.

Οι απόπειρες των Νορμανδών στην Αλβανία άρχισαν να καρποφορούν κατά το τέλος του 12ου αιώνα και να ενθαρρύνουν τις ευρύτερες προσδοκίες του πάπα, όταν οι λαοί της περιοχής αυτής και ιδιαίτερα οι Σέρβοι, με την υποκίνηση της Δύσης άρχισαν να κινούνται για να αποκοπούν απ’ τον κορμό του Βυζαντίου, πράγμα το οποίο και κατόρθωσαν επίσημα το 1335. Ο πάπας δε, παρασυρμένος απ’ τα εγκόσμια και κυριευμένος απ’ τη μάταια δόξα της πρωτοκαθεδρίας, απέβαλε κάθε πρόσχημα και, ωθούμενος απ’ την ακατάσχετη επιθυμία της απόλυτης επικράτησής του πάνω σ’ όλους τους χριστιανούς της γης, μπήκε στον πειρασμό και το πήρε απόφαση να τραβήξει το σπαθί και να επιχειρήσει να αναγκάσει με τα όπλα την Ανατολή να υποκλιθεί στη Δύση.

Επίσημες πλέον κινήσεις και ανοιχτές συνεννοήσεις γίνονται προς την κατεύθυνση αυτή. Ο ιδρυτής της σερβικής δυναστείας, πρίγκιπας Στέφαν Νεμάνιεβιτς, πλησίασε το Γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο (Βαρβαρόσα) και το 1189 τον κάλεσε στη Νίσσα, στη γενέτειρα του Μ. Κωνσταντίνου, όπου τον δέχτηκε με μεγάλες τιμές. Όπως αναφέρει σε γράμμα του ο ιστοριογράφος του Γερμανού αυτοκράτορα Ansbertus, ο Σέρβος πρίγκιπας προέτρεψε το Φρειδερίκο να επιτεθεί κατά των Βυζαντινών και να γίνει κύριος της Κωνσταντινούπολης. Του υποσχέθηκε μάλιστα και βοήθεια από μέρους των Σέρβων. Τις ίδιες προθέσεις κι επιθυμίες είχαν και οι άρχοντες της Βουλγαρίας και σύμμαχοι του Στέφαν, Πέτρος και Ιβάν Άσσεν, οι οποίοι, δια μέσου του Στέφαν, έκαναν κι αυτοί την ίδια πρόταση στο Γερμανό αυτοκράτορα. Τελικά, ο Φρειδερίκος φάνηκε συνετότερος και δεν υπέκυψε στις προτροπές του Στέφαν και των Βουλγάρων. Αργότερα, ο βασιλιάς της Νεάπολης Κάρολος ο Ι (γεννήθηκε το 1227 και πέθανε το 1285), με εκστρατεία του στα Βαλκάνια κυρίεψε την Κέρκυρα, το Δυρράχιο και την Αχαΐα. Στην αρχή αντιμετωπίστηκε στην Ήπειρο με επιτυχία απ’ τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ τον Παλαιολόγο, τον απελευθερωτή της Κωνσταντινούπολης απ’ τους Φράγκους και αναστυλωτή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Αργότερα, ξαναετοιμάστηκε με σκοπό αυτή τη φορά να βαδίσει εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Τις προσπάθειές του αυτές ευνοούσε και ενίσχυε κι ο πάπας και ολόκληρος ο καθολικισμός. Τόσο δε έντονες και εντυπωσιακές ήταν οι διπλωματικές και οι στρατιωτικές του προετοιμασίες για το σκοπό αυτό, που ο αυτοκράτορας, προσπαθώντας να αντιδράσει στα σχέδια του Καρόλου και για να εξευμενίσει τη Δύση, αναγκάστηκε να στείλει αντιπροσώπους του στη δεύτερη εκκλησιαστική σύνοδο της Λυών και να πάρει μέρος σε συζητήσεις για την ένωση των δύο εκκλησιών. Μεταξύ των αντιπροσώπων του Μιχαήλ που πήγαν στη Λυών συμπεριλαμβάνονταν και ο ονομαστός λόγιος Γεώργιος Ακροπολίτης.

Στη Λυών, με μεγάλο ενθουσιασμό αποφασίστηκε η απ’ όλους φαινομενικά ποθούμενη Ένωση[24].

Αλλά, παρ’ όλη την καλή θέληση και την προσπάθεια που έδειχνε η Κωνσταντινούπολη για την ένωση, ο πάπας Μαρτίνος ο Δ’ αφόρισε το 1281 τον αυτοκράτορα Μιχαήλ και τους Έλληνες σα σχισματικούς. Ο Μιχαήλ λυπήθηκε πραγματικά για την παράλογη αυτή ενέργεια της Δυτικής εκκλησίας και, για να αντιδράσει, παρέλειψε να μνημονεύει το όνομα του πάπα στις προσευχές του. Τον επόμενο χρόνο, ο πάπας ξανααφόρισε το Μιχαήλ και ήρθε σε συνεννόηση με το βασιλιά της Νεάπολης Κάρολο και τους Βενετούς κι ετοίμασε εκστρατεία κατά της Κωνσταντινούπολης. Ο Μιχαήλ έστειλε 30 χιλιάδες ουγγές χρυσάφι στο βασιλιά Πέτρο της Αραγωνίας, για να μεσολαβήσει ώστε να ματαιωθεί η προετοιμαζόμενη εκστρατεία[25]. Οι ενέργειες αυτές του Μιχαήλ, αν και δεν συνένωσαν τελικά τις δύο εκκλησίες, συντέλεσαν τα μέγιστα στο να ατονίσουν τα επιθετικά σχέδια του βασιλιά της Νεάπολης και του πάπα. Οι διπλωματικοί αντιπρόσωποι του αυτοκράτορα επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη ικανοποιημένοι για τη θεαματική κι εντυπωσιακή όπως φάνηκε στην αρχή επιτυχία τους. Το επίτευγμα, όμως, αυτό των διπλωματών του Μιχαήλ λύπησε αφάνταστα και εξόργισε τα μέγιστα τον ορθόδοξο κλήρο της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος με κάθε τρόπο προσπάθησε να τορπιλίσει τις αποφάσεις του συνεδρίου και να εμποδίσει κάθε προσέγγιση των δύο χριστιανικών κόσμων. Οι ιστορικοί της εποχής εκείνης μας λένε, ότι κλήρος και μερίδα του λαού της Πόλης, υποκινούμενοι απ’ τους αδιάλλακτους αρχιερείς, χλεύαζαν και κορόιδευαν δημόσια τα αποτελέσματα του εκκλησιαστικού συνεδρίου και γελούσαν με τις προθέσεις και τις επιδιώξεις του αυτοκράτορα.

Αλλά, ας θυμηθούμε για λίγο τις σχέσεις του πάπα με τους Νορμανδούς και τις ενέργειες και τους κρυφούς πόθους της Δυτικής εκκλησίας απ’ τον 11ο αιώνα και εντεύθεν. Ας θυμηθούμε το ρόλο των καθολικών στη διάλυση και στο διαμελισμό του Βυζαντίου. Η βαθμιαία και απ’ τον πάπα υποκινούμενη και επιδιωκόμενη απόσπαση των χριστιανικών λαών απ’ την Κωνσταντινούπολη, εφ’ ενός μεν εξασθένισε το Βυζάντιο, αφ’ ετέρου δε απομόνωσε τους αποσχισθέντες λαούς, οι οποίοι έγιναν εύκολη λεία των Τούρκων. Έτσι, κάτω απ’ τις ευλογίες του πάπα, άλλοι λαοί κυριεύτηκαν απ’ τους Οθωμανούς κι άλλοι έγιναν υποτελείς στο σουλτάνο και υποχρεώθηκαν να του πληρώνουν φόρους και να του αποστέλνουν στρατιωτική και άλλη βοήθεια όταν αυτός τη χρειαζόταν.

Γι’ αυτό, το 1389, ανάμεσα στους Τούρκους που κατέστρεφαν το σερβικό στρατό στη μάχη του Κόσσοβο, υπήρχε και ικανός αριθμός χριστιανών, Ελλήνων, Βουλγάρων, Αλβανών, ακόμη και Σέρβων μαχητών. Μεταξύ αυτών, ήταν κι ο δεσπότης του Μυστρά Κωνσταντίνος Δραγάσης, παππούς από μητέρα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, ο οποίος ακολούθησε το Μουράτ Ι με ικανό αριθμό βοηθητικών δυνάμεων[26].

Ο ίδιος χριστιανός άρχοντας πήρε μέρος στο πλευρό των Τούρκων και συμπολέμησε μαζί τους εναντίον των χριστιανών και στη μεγάλη μάχη της Ροβίνας το 1394. Στη μάχη επίσης αυτή πήραν μέρος σα σύμμαχοι του σουλτάνου ο χριστιανός πρίγκιπας της Σερβίας Στέφανος Λαζάροβιτς και ο επίσης χριστιανός βασιλιάς των Βλάχων Μάρκος. Μετά το θάνατο του βασιλιά Βοκάσιν, ο οποίος σκοτώθηκε απ’ τους Τούρκους στη μάχη του ποταμού Μαρίτσα το 1371, ο γιος του Μάρκος ανέβηκε στο θρόνο κι έγινε υποτελής στο σουλτάνο.

Ο ιστορικός της σερβικής αυλής Κωνσταντίνος ο Φιλόσοφος στο βιβλίο του, που έγραψε το 1427, ‘’Η ζωή του δεσπότου Στεφάνου του Ψηλού’’, αναφέρει γεγονότα δραματικά. Λέγει ότι, λίγο πριν τη μάχη, ο βασιλιάς Μάρκος γύρισε προς το συγγενή του Κωνσταντίνο Δραγάση και του είπε: ‘’Παρακαλώ το Θεό να δώσει τη νίκη στους χριστιανούς κι ας την πληρώσω εγώ με τη ζωή μου.’’

Τα λόγια αυτά του χριστιανού βασιλιά Μάρκου, του ήρωα πολλών σερβικών και βουλγαρικών δημοτικών τραγουδιών, δείχνουν καθαρά την τότε επικρατούσα ανώμαλη κατάσταση μεταξύ των χριστιανικών βασιλείων και απεικονίζουν τα αισθήματα που κατείχαν μερικούς καλλιεργημένους χριστιανούς άρχοντες την ώρα που, υπηρετώντας υποχρεωτικά στις τάξεις του τουρκικού στρατού, αναγκάζονταν να σύρουν το σπαθί τους υπέρ των μωαμεθανών και κατά των ομοθρήσκων τους.

Ο χριστιανός Μάρκος σκοτώθηκε στη μάχη της Ροβίνα στις 17 Μαΐου 1395, πολεμώντας τους ομοθρήσκους του για να νικήσουν οι Τούρκοι. Πλήρωσε με τη ζωή του την ήττα των χριστιανών κι όχι τη νίκη, όπως επιθυμούσε.

Επίσης, τον επόμενο χρόνο (1396), στη μάχη της Νικόπολης κι ενώ το πολωνικό και το ουγγαρέζικο ιππικό, με τη βοήθεια δυτικών σταυροφόρων, σφυροκοπούσαν τους γενιτσάρους του Βογιατζίτ, έτρεξε το επικουρικό σώμα του σουλτάνου, το οποίο αποτελείτο από αρκετές χιλιάδες χριστιανών Σέρβων ιππέων με αρχηγό τους το Σέρβο πρίγκιπα Στέφανο Λαζάροβιτς και άρπαξε τη σίγουρη νίκη απ’ τους χριστιανούς και τη χάρισε στους Τούρκους. Ύστερ’ απ’ τη νίκη αυτή, ο Βογιατζίτ είδε την κατάντια των χριστιανών και είπε, ότι σύντομα θα ταΐσει τα άλογά του μέσα στην εκκλησία του αγίου Πέτρου[27].

Ο Λαζάροβιτς, σα σύμμαχος του σουλτάνου, πήρε μέρος σε πολλές εκστρατείες των Τούρκων. Πολέμησε για λογαριασμό τους δίπλα στο Βογιατζίτ στη μάχη της Ροβίνα το 1395 εναντίον των Βλάχων, στη μάχη της Νικόπολης το 1396 εναντίον των Πολωνών και των Ούγγρων και στη μάχη της Αγκύρας το 1402 εναντίον του Ταμερλάνου, για να αναφέρω μόνο τις σπουδαιότερες. Στη μάχη της Αγκύρας, νικήθηκαν μεν οι Τούρκοι απ’ τους Μογγόλους κι ο Βογιατζίτ πιάστηκε αιχμάλωτος και πέθανε στην αιχμαλωσία, ο Λαζάροβιτς, όμως, γλίτωσε και γύρισε στην πατρίδα του μέσω Κωνσταντινούπολης. Εκεί, στην Πόλη του δόθηκε ο τίτλος του δεσπότη απ’ τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιωάννη VIII τον Παλαιολόγο. Πέθανε στις 19 Ιουλίου 1427 και τον διαδέχτηκε ο ανεψιός του Γεώργιος Βράκοβιτς[28].

Το Βογιατζίτ διαδέχτηκε ο ανεψιός του Μουράτ ΙΙ, ο οποίος το 1436 παντρεύτηκε την κόρη του Βογιατζίτ Μάρα και τρία χρόνια αργότερα, το 1439, εκστράτευσε εναντίον της Σερβίας, κατέλαβε την πρωτεύουσά της Σμερδένεβο και συνέλαβε τους δυο γιους του Βράκοβιτς και αδελφούς της Μάρα, τους οποίους και τύφλωσε. Ο Βράκοβιτς έφυγε στην Ουγγαρία και το φθινόπωρο του 1443, μαζί με τον Ούγγρο ήρωα Ουνυάδη και με πολυάριθμο ουγγρικό στρατό, εκστράτευσαν εναντίον των Τούρκων και έφτασαν μέχρι τη Σόφια. Με τις επιτυχίες που είχαν μέχρις εδώ οι χριστιανοί, θα έπαιρναν και την Αδριανούπολη, αν το δυνατό κρύο και η έλλειψη τροφών δεν τους ανάγκαζαν να επιστρέψουν στην Ουγγαρία, ώσπου να περάσει ο χειμώνας και αν κατόρθωναν να πάρουν και τους Βουλγάρους με το μέρος τους. Οι καθολικοί Ούγγροι κακομεταχειρίζονταν το βουλγαρικό πληθυσμό, γιατί τον θεωρούσαν αιρετικό κι αλλόθρησκο, πράγμα το οποίο απέβη τελικά σε βάρος τους. Οι Βούλγαροι, δυσαρεστημένοι απ’ τους ελευθερωτές τους, έμειναν αδρανείς στις προσπάθειες του Βράκοβιτς και του Ουνυάδη ή έκλιναν προς το μέρος των Τούρκων.

Το καλοκαίρι του 1444, ο Βράκοβιτς δεν θέλησε να συμμετάσχει στη συνέχιση της εκστρατείας αλλά ήρθε σε συνεννόηση με το Μουράτ ΙΙ κι έκανε χωριστή ειρήνη μαζί του. Ο Μουράτ τον αναγνώρισε δεσπότη της Σερβίας και τον κατέστησε φόρου υποτελή του. Ο Ουνιάδης, με το βασιλιά της Πολωνίας Βλαδισλαύο ΙΙΙ, συνέχισαν την εκστρατεία.

Οι δυο σύμμαχοι νικήθηκαν στη Βάρνα το 1444 και καταστράφηκαν κυριολεκτικά στη μάχη του Κόσσοβο στις 18 Οκτωβρίου 1448.

Η καταστροφή αυτή των χριστιανών οφείλεται κατά μέγα μέρος στην αποσκίρτηση του Βράκοβιτς απ’ το χριστιανικό στρατόπεδο και στη μεταπήδησή του στο πλευρό των Τούρκων. Η στάση του Βράκοβιτς εξυπηρέτησε άριστα τα κατοπινά σχέδια του Μωάμεθ για την τελική διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, ο κατακτητής σουλτάνος ξέχασε τις συμμαχίες με τους Σέρβους και τη βοήθεια που του παρέσχε ο Βράκοβιτς στην εκστρατεία εναντίον της Πόλης και σ’ άλλες προηγούμενες περιπτώσεις και επιτέθηκε εναντίον της Σερβίας (1454-1455). Τότε, ο Βράκοβιτς ζήτησε τη βοήθεια της Ουγγαρίας αλλά η Ουγγαρία, ύστερ’ από υπόδειξη του πάπα, αξίωσε απ’ το Βράκοβιτς, ο οποίος ήταν ορθόδοξος, να ασπασθεί τον καθολικισμό πριν του δοθεί οποιαδήποτε βοήθεια. Ο Βράκοβιτς δεν θέλησε ν’ αρνηθεί την ορθοδοξία και η βοήθεια δεν του εστάλη ποτέ. Η Σερβία υποτάχτηκε ολοκληρωτικά στους Τούρκους και ο Βράκοβιτς πέθανε ορθόδοξος την παραμονή των Χριστουγέννων του 1456.

Επίσης, αποτέλεσμα των κατακτητικών επιδιώξεων του πάπα ήταν και η εισβολή των Τούρκων στη Βοσνία το 1415. Οι κάτοικοι της περιοχής εκείνης πιέζονταν απ’ τους καθολικούς γείτονές τους να ενωθούν με την καθολική εκκλησία της Ρώμης και ο βασιλιάς της Ουγγαρίας, υποκινούμενος απ’ τον πάπα, για να τους αναγκάσει να ασπαστούν τον καθολικισμό, τους απειλούσε με εισβολή. Οι Βόσνιοι, για να αντιμετωπίσουν τις απειλές των Ούγγρων, στράφηκαν προς τους Τούρκους, οι οποίοι βρήκαν την ευκαιρία και εισέβαλαν στη χώρα.

Αλλά και στις χώρες που εισέβαλαν οι στρατοί του πάπα και των καθολικών δεν φέρονταν χριστιανικά ή έστω ανθρώπινα. Η βία, η αυθαιρεσία και η βαρβαρότητα είχαν την πρώτη θέση στους τρόπους και στη συμπεριφορά των σταυροφόρων προς τους κατεχόμενους λαούς. Φέρονταν σαν κατακτητές κι όχι σαν απελευθερωτές. Οι λίγοι άρχοντες των χωρών αυτών, μαζί με τους παπικούς αντιπροσώπους και τους ηγεμόνες των σταυροφόρων, καταδυνάστευαν και συνέθλιβαν κυριολεκτικά το λαό πολύ χειρότερα απ’ τους Τούρκους. Επιπλέον, η υποστήριξη του πάπα προς τους λαούς αυτούς ήταν πάντοτε ανάλογη προς το ποσοστό της θρησκευτικής τους υποταγής στη Ρώμη και στον καθολικισμό.

Σε γράμμα που έγραφε ο τελευταίος βασιλιάς της Βοσνίας Στέφαν Τομάσεβιτς (1461-1463) στον πάπα Πίο ΙΙ (1458-1464) βρίσκουμε τις παρακάτω ενδιαφέρουσες λέξεις: ‘’Οι Τούρκοι υπόσχονται σ’ όλους που πάνε με το μέρος τους ελευθερία και ο τραχύς νους των χωρικών δεν αντιλαμβάνεται την απατηλότητα μιας τέτοιας υπόσχεσης και πιστεύει ότι η ελευθερία αυτή θα διαρκέσει για πάντα. Κι επομένως, φοβάμαι πως είναι δυνατόν ο ξεγελασμένος απλός λαός να με εγκαταλείψει, εκτός και δει καθαρά ότι υποστηρίζομαι από σένα . . .’’

Κι όταν ο κατακτητής Μωάμεθ εισέβαλε στη Βοσνία το 1463, ο τυραννισμένος απ’ τους άπληστους άρχοντές του λαός δεν ήθελε να στραφεί εναντίον του, λέγοντας ότι: ‘’δεν είναι δική μας δουλειά να υπερασπιστούμε το βασιλιά. Ας τον υπερασπιστούν οι άρχοντες και οι ευγενείς.’’[29]

Πραγματικά. Δεν μπορούμε να περιμένουμε κάτι από κείνους στους οποίους δεν δώσαμε ποτέ τίποτα.

Πολλές φορές, την αδιαφορία του λαού και την εγκατάλειψη των αρχόντων του υποκινούσε αυτή η ίδια η καθολική εκκλησία και ενίσχυαν οι δυτικοί ηγεμόνες.

Υπάρχει γράμμα του Albricus Maletta, γραμμένο στις 8 Δεκεμβρίου 1455 στη Νεάπολη, στο οποίο αναφέρεται συζήτηση μεταξύ του αντιπροσώπου του δούκα του Μιλάνου και του βασιλιά Αλφόνσου της Νεάπολης, η οποία έγινε κατά το Δεκέμβριο του 1455, στο οποίο αναγράφεται ότι, οι Αλβανοί χωρικοί προτιμούν να κυβερνούνται απ’ τους Τούρκους παρά απ’ τους δικούς τους άρχοντες. Ο βασιλιάς Αλφόνσος προτιμούσε να εγκαταλείψουν οι Αλβανοί τους άρχοντές τους και να παραδοθούν στους Τούρκους, γιατί ‘’Il Homeni De Quello Paese Sono Molto Affeti Al Turcho El Quale Glifa Una Bona E Humana Signoria[30]. Αυτές είναι οι λέξεις του ίδιου του βασιλιά.

Αναρίθμητες είναι οι δολοπλοκίες και οι συνεννοήσεις των καθολικών με τους Τούρκους εναντίον των διαφόρων χωρών και κυρίως του Βυζαντίου. Αμέτρητες φορές άμεσα ή έμμεσα υπέθαλψε ή υποκίνησε ο πάπας τη μανία των Οθωμανών εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Το σβήσιμο της ορθοδοξίας και η υποταγή της Κωνσταντινούπολης στη Ρώμη είχε γίνει ο μοναδικός σκοπός του καθολικισμού και η μόνη επιδίωξη και φροντίδα του κάθε ποντίφικα.

Τα λόγια του πάπα Γρηγορίου V προς τον Ebouly De Rossi (1073) και οι σκέψεις και τα αισθήματα του Πετράρχη (1304-1374) για τους ορθοδόξους, αποτέλεσαν νόμο και καθόρισαν τη στάση και την πορεία του καθολικισμού.

Η Δύση διακήρυττε αδιάντροπα: ‘’Ισλάμ παρά Ορθοδοξία.’’ Και η Ανατολή βροντοφωνούσε ασυλλόγιστα: ‘’Ισλάμ παρά πάπας.’’ Και οι δυο, λοιπόν, εκκλησίες προτιμούσαν το Ισλάμ. Και τα δύο χριστιανικά ιερατεία συμμάχισαν, έστω και σιωπηρά με το μωαμεθανισμό και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να παραδώσουν την Πόλη στο Ισλάμ, πράγμα που τελικά το κατόρθωσαν.

Το πόσο έσφαλαν στο στοπό τους αυτό και πόσο άδικα, απάνθρωπα και αντιχριστιανικά ήταν τα μέσα που μεταχειρίστηκαν στις προσπάθειές τους αυτές οι κατά καιρούς καθολικοί αρχιερείς κι όλοι οι ποντίφικες και οι άρχοντες της Δύσης, όλοι τους το γνώριζαν και όλοι ένιωθαν κατά βάθος τον εαυτό τους ένοχο και τη συνείδησή τους πάντοτε βεβαρυμένη. Ο εγωισμός τους, όμως, το πείσμα τους και ο τυφλός φανατισμός τους, δεν τους άφηναν να το παραδεχτούν ανοιχτά και να αλλάξουν τακτική.

Το ίδιο ακριβώς πιστεύω πως θα ένιωθαν και νιώθουν και οι ορθόδοξοι ισχυρογνώμονες απ’ την άλλη μεριά. Είμαι βέβαιος, πως θα έρχονταν στιγμές, που οι άνθρωποι εκείνοι, αναλογιζόμενοι τη μεγάλη συμφορά στην οποία με την τακτική τους οδήγησαν τους λαούς, θα αισθάνονταν τύψεις αβάσταχτες να τους τυραννούν. Θα έβλεπαν, οπωσδήποτε, το μέγεθος της δολιότητας και της απάτης τους και θα έφρυτταν ενδόμυχα και οι ίδιοι. Η απάτη ίσως φέρνει θριάμβους. Οι θρίαμβοι, όμως, της απάτης είναι πρόσκαιροι και παρέρχονται την επόμενη κιόλας μέρα. Η θέση τους τότε παραχωρείται με βιασύνη σε εφιάλτες παντοτεινούς. Και η Ιστορία είναι για πολλούς ένας αιώνιος εφιάλτης.

Θα έρχονταν στιγμές, που οι ηγέτες εκείνοι θα μετανοούσαν πικρά, γιατί δεν άκουσαν όταν έπρεπε τη φωνή της συνείδησής τους. Του αμερόληπτου αυτού συμπαραστάτη μας, που μας ειδοποιεί πάντοτε σαν φίλος πριν μας τιμωρήσει σαν δικαστής.

Μεταξύ των άλλων ιεραρχών και ιερωμένων της Δύσης που παραδέχτηκαν το σφάλμα τους για την άδικη, ύπουλη κι εγωιστική αντιχριστιανική στάση τους απέναντι στην Κωνσταντινούπολη διακρίνεται ο ελληνιστής και προϊστάμενος της βιβλιοθήκης της Φλωρεντίας πάπας Νικόλαος ο πέμπτος. Ο ιεράρχης που κατείχε το ανώτατο αξίωμα στη Ρώμη τις μέρες της πολιορκίας και της πτώσης της Κωνσταντινούπολης κι απέφυγε ή αδράνησε τότε να εκτελέσει το χριστιανικό του καθήκον. Να βοηθήσει έγκαιρα τον θανάσιμα κινδυνεύοντα χριστιανισμό της Ανατολής.

Ο πάπας Νικόλαος ο V, λοιπόν, τις τελευταίες ώρες της ζωής του εξομολογήθηκε στους καρδιναλίους του που τον περιστοίχιζαν ετοιμοθάνατο στο κρεβάτι του και τους είπε: ‘’Τρέμω τη Θεία Δίκη τώρα που πρόκειται να παρουσιαστώ μπροστά στο Μεγάλο Κριτή, γιατί δεν βοήθησα όσο έπρεπε την Κωνσταντινούπολη.’’

Στο γράμμα του, όμως, που έστειλε το Νοέμβριο του 1452 στην Κωνσταντινούπολη με τον καρδινάλιο Ισίδωρο έγραφε ότι: ‘’Το Βυζάντιον απ’ τα πολλά του αμαρτήματα κατέστη πάντων εθνών κακοδαιμονέστατον . . .’’[31]

Τις τελευταίες ώρες θυμόταν ο πάπας τα λόγια του αυτοκράτορα της Γερμανίας Φρειδερίκου ΙΙΙ και με δέος ξανάφερνε στη μνήμη του τις ανατριχιαστικές περιγραφές της τρομερής καταστροφής της Κωνσταντινούπολης. Έβλεπε τώρα, πόσο δίκιο είχε ο Γερμανός αυτοκράτορας, όταν το 1453 χαρακτήριζε στα γράμματά του προς την Άγια Έδρα την Κωνσταντινούπολη σαν ‘’πρωτεύουσα της Ανατολικής αυτοκρατορίας, κεφαλή της Ελλάδος και κατοικία της επιστήμης και των τεχνών’’[32].

Αναγνώριζε ο ετοιμοθάνατος ιεράρχης, ότι συντέλεσε κι ο ίδιος στον ακροτηριασμό του πολιτισμού και στον εμπρησμό και στην καταστροφή ‘’της κατοικίας της επιστήμης και των τεχνών’’ και η ψυχή του έτρεμε περισσότερο. Διαισθανόταν πλέον καθαρά, ότι ο ελληνιστής αυτός και θαυμαστής του ελληνικού πνεύματος δεν κατόρθωσε να υπερασπιστεί όταν και όσο έπρεπε ό,τι θαύμαζε στη ζωή του και να σώσει ό,τι έλεγε πως αγαπούσε πραγματικά.

Και ο Πετράρχης, ο φοβερός αυτός διώκτης των Ελλήνων, ήταν θαυμαστής του ελληνικού πνεύματος και μελετητής των αρχαίων Ελλήνων σοφών και φιλοσόφων. Σαν καθολικός, μισούσε τους Έλληνες. Σαν άνθρωπος του πνεύματος, θαύμαζε τη σοφία των Ελλήνων. Μεγάλη κι απερίγραπτη ήταν η χαρά του, όταν του δώρισε ο επίσης μελετητής των αρχαίων Ελλήνων σοφών φίλος του Βοκάκκιος το 1366 στη Βενετία μια καλοδεμένη λατινική μετάφραση των ποιημάτων του Ομήρου. ‘’Η απόκτηση ενός τέτοιου βιβλίου’’, είπε, ‘’΄ήταν μια μακρόχρονη και διακαής επιθυμία μου’’[33].

Σε πολλά γράμματά του ο Φλωρέντιος λόγιος μιλάει για την ελληνική γλώσσα, το ελληνικό πνεύμα και την ελληνική φιλολογία. Σ’ ένα απ’ αυτά γράφει: ‘’Πάντοτε ανυπομονούσα να μελετήσω την ελληνική φιλολογία και αν η τύχη δεν φθονούσε στην αρχή που έκανα και δε με στερούσε από έναν εξαιρετικό δάσκαλο, τώρα θα ήταν δυνατόν να είμαι κάτι περισσότερο από έναν στοιχειώδη ελληνιστή’’[34].

Με το ίδιο περίπου πνεύμα εκφράζεται για τους Έλληνες και τον πολιτισμό τους και ο Βοκάκκιος.

Τα καλλιεργημένα πνεύματα της Δύσης τιμούσαν και θαύμαζαν την υπέροχη ανωτερότητα του ελληνικού πνεύματος. Ο φανατισμένος, όμως, καθολικισμός, μισούσε τους δημιουργούς του.

Δυστυχώς, σήμερα η Ιταλία, με την επίθεση του Κεδίκ πασά και τις σφαγές του Τάραντα, πληρώνει τις παλιές της ανομίες και, όπως φαίνεται, θα πληρώνει για αρκετά χρόνια την υπουλότητα των ιεραρχών της και τη δολιότητα των καθολικών ιερωμένων και αρχόντων της.

Οι νέες αυτές θηριωδίες των Τούρκων προσθέτουν ακόμη ένα λιθάρι αναθέματος στο όνομα του βάρβαρου κι απάνθρωπου Μωάμεθ.

Όλα τα μέχρι σήμερα έργα του χριστιανομάχου σουλτάνου φέρνουν χτυπητά τα σημάδια της βαρβαρότητας κι είναι όλα βαμμένα με αθώο αίμα. Καθένα χωριστά κι όλα μαζί δίνουν στο όνομα και στη φυσιογνωμία του την όψη ενός πρωτοφανούς ανθρωπόμορφου τέρατος. Πολλές φορές, για να ικανοποιεί τα αιμοβόρα ένστικτά του επέβαλε στα θύματά του το θάνατο για το τίποτα. Όταν π.χ. παραδόθηκε το Καστρί, διέταξε να θανατωθούν όλοι οι στρατιώτες της φρουράς που πιάστηκαν αιχμάλωτοι κι όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός να πουληθεί στα σκλαβοπάζαρα. Το ίδιο έκανε όταν κυρίεψε και το Γαρδίκι. Λέγεται, ότι κάποτε δεκατέσσερις νεαροί άρπαξαν μερικά αγγούρια από μια γυναίκα. Ο Μωάμεθ διέταξε να ανοιχτούν οι κοιλιές και των δεκατεσσάρων νεαρών για να διαπιστωθεί, αν αυτοί πραγματικά έφαγαν τα αγγούρια και ποιοι απ’ αυτούς τα έφαγαν.

Κάποτε, το θηρίο αυτό αγαπούσε πολύ μια γυναίκα, την Ειρήνη, η οποία εθεωρείτο η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Άλλοι λένε, πως η Ειρήνη ήταν σκλάβα, την οποία είχαν πουλήσει τρεις έμποροι στο Μωάμεθ όταν βρισκόταν σε εκστρατεία στην Ασία. Επίσης, λέγεται ότι οι γενίτσαροί του τον κατηγόρησαν για την προσήλωσή του στην Ειρήνη, γιατί, κλεισμένος μερόνυχτα στη σκηνή του με την όμορφη σκλάβα, αδιαφορούσε για την πορεία της εκστρατείας. Για να αποδείξει, όμως, στο στρατό του ότι δεν επηρεάζεται από τίποτα και ότι πάντοτε είναι κύριος στον εαυτό του διέταξε να τεμαχιστεί η Ειρήνη μπροστά στους γενιτσάρους. Η διαταγή εκτελέστηκε.

Διέταξε την εκτέλεση της φρουράς και της βασιλικής οικογένειας της Τραπεζούντας και τον αποκεφαλισμό του βασιλιά της Βοσνίας. Διέταξε να κοπούν στη μέση με πριόνι πεντακόσιοι αιχμάλωτοι της φρουράς της Αχαΐας, όταν εισέβαλε στην περιοχή. Όποιος αντιστέκονταν στις διαταγές του ή στις επιθυμίες του τιμωρούνταν με θάνατο. Τις περισσότερες φορές, σκότωνε τα θύματά του με τα ίδια του τα χέρια. Βασάνισε και σκότωσε τον άλλοτε δάσκαλό του και μεγάλο βεζίρη του και μεγάλο βεζίρη του πατέρα του Χαλλίλ πασά, γιατί τον υποπτεύονταν ότι είχε φιλικές σχέσεις με τους χριστιανούς. Αποκεφάλισε το μεγάλο βεζίρη του Μαχμούτ πασά. Αυτόν που πολέμησε για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και υποστήριξε σθεναρά μαζί με το Ζαγανό πασά την άμεση επίθεση κατά της Πόλης. Αυτόν που κυρίεψε τη Βοσνία και που αργότερα εκστράτευσε κατά του επαναστάτη εμίρη τη Καραμανίας Ουζούν χασάν. Τον θανάτωσε, γιατί ήταν φιλελεύθερος και εξέφραζε ανοιχτά τις γνώμες του.

Στραγγάλισε το ίδιο του το παιδί, γιατί του είπαν ότι επιτέθηκε στη γυναίκα κάποιου άλλου.

Ήταν πιο βάρβαρος και πιο αιμοβόρος κι απ’ το Νέρωνα και ένιωθε ιδιαίτερη ευχαρίστηση όταν έβλεπε να τρέχει αίμα[35].

Ίσως δε θα βρεθεί ούτε ένας ιστοριογράφος που να μη μεταχειρίζεται τους ίδιους χαρακτηρισμούς και την ίδια αυστηρή γλώσσα για το Μωάμεθ. Πολλές δε απ’ τις βάρβαρες ενέργειές του δεν είχαν ούτε ελάχιστη σκιά δικαιολογίας. Τη ζωή την υπολόγιζε μόνο με καθαρά στρατιωτικά κριτήρια κι ο άνθρωπος δεν είχε γι’ αυτόν καμιά αξία αν δεν πρόσφερε τίποτα στο στρατό.

Μακάρι η Δύση να συνετισθεί το συντομότερο και να μεταβάλει το ταχύτερο τακτική απέναντι των Τούρκων. Μετά λύπης μου διαπιστώνω, όμως, ότι η σύνεση εξέλειπε όπως φαίνεται απ’ τη χώρα αυτή κι ίσως να είναι πλέον η σειρά της να τιμωρηθεί και να πληρώσει ακριβά τις απερισκεψίες που διέπραξε στο παρελθόν και που εξακολουθεί να διαπράττει ακόμη και σήμερα. Γιατί, πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τη σημερινή ενέργεια του Φλωρεντίνου άρχοντα Λορέντζου ντε Μεντίτσι;

Είναι πλέον γνωστό, ότι ο χριστιανός άρχοντας Μεντίτσι, ο σημερινός απόγονος της οικογένειας Μεντίτσι, που βοήθησε τόσο πολύ ηθικά και ιδίως υλικά τον πάπα Ευγένιο να μεταφέρει το 1438 την εκκλησιαστική σύνοδο απ’ τη Φερράρα στη Φλωρεντία, έκανε σήμερα σπουδαίο χρυσό μετάλλιο και το πρόσφερε δώρο στο βάρβαρο κι αντίχριστο Μωάμεθ. Και χαρακτηρίζω το μετάλλιο σπουδαίο, όχι για τη χρηματική του αξία, η οποία φυσικά δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη, αλλά για το συμβολισμό και την πολιτική του σημασία. Το περιβόητο αυτό μετάλλιο, στη μια όψη του απεικονίζει τη μορφή του πορθητή σουλτάνου και φέρει κυκλικά χαραγμένες τις λέξεις: ‘’Μωάμεθ αυτοκράτωρ της Ασίας, της Τραπεζούντας και της Μεγάλης Ελλάδος’’ και στην άλλη όψη του έχει σκαλισμένες τρεις αλυσοδεμένες πριγκίπισσες. Οι τρεις κόρες παριστάνουν την Ελλάδα, την Τραπεζούντα και την Ασία[36].

Η όψη του Κωνσταντίνου είχε αλλοιωθεί παράξενα. Το βλέμμα του ήταν υγρό. Τα χαρακτηριστικά του είχαν σκληρύνει και ο θυμός και η οργή του είχαν κυριέψει το είναι του. Η ενέργεια αυτή του Μεντίτσι, η οποία συνέπιπτε με τις σφαγές των Τούρκων στον Τάραντα, ήταν ένα καινούριο, απροσδόκητο και συνδιασμένο ράπισμα καθολικισμού και ισλαμισμού στο πρόσωπο του πολιτισμού και της μη βάρβαρης ανθρωπότητας.

Ο σοφός δάσκαλος κοίταξε με τα λαμπερά του μάτια τους γέρους δασκάλους του, το Νικηφόρο και τον Ανδρόνικο και τους άλλους συναδέλφους του που καθόταν γύρω του και περιέφερε το υγρό του βλέμμα μέσα στην αίθουσα. Όλοι κρατούσαν τις ανάσες τους. Όλοι πάλλονταν στο δικό του παλμό. Κι όλων οι καρδιές παρακολουθούσαν τους χτύπους της δικής του καρδιάς. Το παράπονο της φυλής, η έξαρση κι η αγανάκτηση των ζωντανών συνειδήσεων γέμιζαν ασφικτικά τον ευρύ χώρο του διδακτηρίου.

Χιλιάδες φωνές αθώων θυμάτων του Τάραντα και της Κωνσταντινούπολης αντιβούιζαν τώρα στ’ αφτιά του Κωνσταντίνου. Γόοι και οδυρμοί χιλιάδων σκλάβων, προερχόμενοι απ’ τα αχανή πέρατα της γης, αντηχούσαν τώρα στις σκέψεις του. Ήταν βαρύς κι αβάσταχτος ο πόνος που πίεζε την καρδιά του. Ένιωθε τα πόδια του να λυγίζουν πάνω στην έδρα και για μια στιγμή νόμισε πως η αίθουσα άρχισε να ταλαντεύεται. Συγκρατήθηκε. Τέντωσε τα γόνατά του. Έσφιξε την καρδιά του και τα νεύρα του και προσπάθησε να απαλύνει κάπως τις σκέψεις του. Οι στιγμές του φάνηκαν αιώνες. Ύψωσε το ιδρωμένο μέτωπό του και με δύναμη στη φωνή του συνέχισε.

-Αναλογισθείτε και κρίνετε οι ίδιοι την ενέργεια του άρχοντα Μεντίτσι. Αναλύσατε μόνοι σας το συμβολισμό των παραστάσεων του μεταλλίου και δέστε το μέγεθος της νέας ταπείνωσης των χριστιανών και τον πρόσφατο ακατονόμαστο εξευτελισμό της πολιτισμένης Δύσης.

Ας έχει υπόψη του ο άρχοντας Μεντίτσι και οι όμοιοί του, ότι όσοι, κρυμμένοι πίσω από ευτελή προσχήματα, συμβιβάστηκαν με τους εχθρούς της χριστιανοσύνης ότι ‘’έστι δίκης οφθαλμός ος τα πάνθ’ ορά’’.

Ο χρόνος δε άγει εις φως την αλήθειαν.

Κάθε πράξη και κάθε ενέργεια κάθε ανθρώπου στη ζωή του, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη σπουδαιότητά της, εγγίζει και μια χορδή της Ιστορίας, της μεγάλης αυτής μνήμης των λαών, η οποία αντηχεί μέσα στα πλάτη του χρόνου χαμηλόφωνα ή έντονα, μελωδικά η αποτρόπαια, προσωρινά ή αιώνια. Και όσον αφορά τις πράξεις και τις ενέργειες της συντριπτικής πλειονότητας των αρχιερέων, των ηγεμόνων και όλων των υπευθύνων για το χαμό της Πόλης και τη γιγάντωση των Οθωμανών, οι χορδές αυτές της Ιστορίας θα ηχούν θλιβερά στους αιώνες και θα συνθέτουν το πιο πένθιμο και το πιο σπαραξικάρδιο κι ατελεύτητο μοιρολόγι.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
“ΟΙ Ένοχοι”
Μελβούρνη 1980

Στο τέλος του βιβλίου “Οι Ένοχοι” υπάρχει ο πιο κάτω χειροποίητος χάρτης (σε διαστάσεις Α3) του Α. Αγγελίδη και της Κωνσταντινούπολης κατά το 1453. Ο Χάρτης αυτός για πρώτη φορά παρουσιάζεται στο κοινό κι ευχαριστούμε την κυρία Δ. Αγγελίδου γι’ αυτό.

Χειροποίητος χάρτης του Α. Αγγελίδη για την Κωνσταντινούπολη την περίοδο της Άλωσης

[1]  Ο Μανουήλ Χρυσολωράς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1350 και πέθανε στην Κωνστάντια της Γερμανίας στις 15 Απριλίου το 1415. Ήταν μαθητής του Γεωργίου Γεμιστού Πλέθωνα. Ίδρυσε την περίφημη Ελληνιστική Σχολή στην Φλωρεντία και πρωτοστάτησε στη μεταλαμπάδευση του ελληνικού πνεύματος στη Δύση.Ο Γάλλος ιστορικός της Αναγεννήσεως Monnier γράφει για το Χρυσολωρά: ‘’ . . . είναι ένας γνήσιος Έλλην. Προέρχεται απ’ το Βυζάντιο. Είναι πολυμαθής. Εκτός απ’ τα Ελληνικά ξέρει και Λατινικά. Είναι σοβαρός, ήπιος, θρήσκος και συνετός. Γνωρίζει και την πιο τελευταία λέξη της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Είναι μια αυθεντία. Αυτός είναι ο πρώτος Έλληνα καθηγητής, που ανανέωσε την κλασική παράδοση, αποκτώντας μια πανεπιστημιακή έδρα στην Ιταλία.’’Επίσης, ίδρυσε Ελληνιστική Σχολή (Πλατωνική Ακαδημία) στη Φλωρεντία και ο Γεμιστός Πλέθων. Ενώ ο Τραπεζούντιος φιλόσοφος Βησσαρίων δίδαξε στη Ρώμη. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του χάρισε τη σπουδαία συλλογή των βιβλίων του στη βιβλιοθήκη της Βενετίας. Πέθανε στη Ραβέννα της Ιταλίας το 1472.Μεταξύ των άλλων ονομαστών Ελλήνων που δίδαξαν κατόπι στην Ιταλία ήταν οι καλύτεροι μαθητές του Πλέθωνα, όπως ο Δημ. Καβάκης και ο Γεώργ. Χαριτώνυμος.Στο Παρίσι δίδαξε ο Ιερώνυμος της Σπάρτης.
[2] Vasiliev A.A. ‘’History Of The Byzant…Τόμ Ε  Σελίδα         91.
[3] Nicol D.M. ‘’The Last Centuries. . .’’                 Σελίδα             357.
[4]  Ζαλοκώστα Χρ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’.
[5]  Ζαλοκώστα Χρ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’      Σελίδα             229.
[6]  Ένας σύγχρονος ιστορικός υπολόγισε ότι κατά τον 8ο αιώνα υπήρχαν στο Βυζάντιο περίπου εκατό χιλιάδες καλόγεροι.
(Βουγιούκα Α. ‘’Ρωμαϊκή και Βυζαντινή Ιστορία’’ Αθήνα 1974).
[7]  Ζαλοκώστα Χρ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’    Σελίδα       167.
[8]  Nicol D.M. ‘’The Last Centuries . . .’’         Σελίδα           399.
[9]  Valtari V. ‘’The Black Angel’’                  Σελίδα             337-8.
       Κορδάτουτ ‘’Κοινωνική σημασ. Ελλην. Επαν. 1821’’ σελ.        66.
       Καρανικόλα Γ. ‘’Ρασοφόροι’’.
[10]  Ζαλοκώστα Χρ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’ Σελίδα             317.
[11]  Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                    Σελίδα             6-16.
[12]  Vasiliev A.A. ‘’History Of The Byz.’’ Τόμ Δ.  σελίδα                96.
[13]  Vasiliev A.A. ‘’History Of The Byz.’’ Τόμ. Δ. σελίδα            98.
[14]  Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                    Σελίδα             16.
[15]  Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                    Σελίδα             32
[16]  Vasiliev A.A. ‘’History Of The Byzant.’’   Τόμ Γ.         σελίδα   51.
[17]  Vasiliev A.A. ‘’History Of The Byzant’’        Τόμ. Γ’              σελίδα     70.
[18]  Vasiliev A.A. ‘’History Of The Byzant.’’        Τόμ. Γ’              σελίδ.      66-7.
[19]  Πιπινέλη Π. ‘’Πολιτική Ιστορία’’                          Σελίδα        38
  Καρανικόλα Γ. ‘’Ρασοφόροι’’                               Σελίδα         26.
[20] Vasiliev A.A. ‘’History Of The Byzant.’’         Τόμ Γ’ σελίδα     130.
     Brook Z.N. ‘’History Of Europe 911-1198’’                        σελίδα  235-6.
[21]  Χατζή Π. ‘’Γενική Ιστορία’’                          Σελίδα     117.
[22]  Woodhouse C.M. ‘’Modern Greece’’          Σελίδα           73
[23]  Encyclopaedia Bretannica   Τόμ. 7            Σελίδα       706.
     Woodhouse C.M. ‘’Modern Greece’’            Σελίδα                   79.
[24]  Η πρώτη Σύνοδος έγινε το 1245. Η δεύτερη το 1274. Άρχισε στις 7 Μαΐου και τελείωσε στις 17 Ιουλίου.
[25]  Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                    Σελίδες               35-36.
[26]  Mijiatovic C. ‘’The Last Emperor . . .’’
[27]   Pears E. ‘’The Destruction . . .’’              Σελίδα      111.
[28]  Encyclopaedia Bretannica   Τόμ 20                   Σελίδα      235.
[29] Mijiatovic C. ‘’The Last Emperor . . .’’           Σελίδα               8.
[30]  Mijiatovic C. ‘’The Last Emperor . . .’’          Σελίδα               9.
[31]  Ζαλοκώστα Χρ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’    Σελίδ.    159-160.
[32]  Mijiatovic C. ‘’The Last Emperor . . . Preface          Σελίδα     ΙΙΙ.
[33] Encyclopaedia Bretannica    Τόμ. 17                      σελ.        752.
[34]  Vasiliev A.A. ‘’History Of The Byzant… ‘’ Τόμ Ε    σελ.       150.
[35]  Pears E. ‘’The Destruction . . .’’                    Σελίδα             391.
Επίσης Τετάλδης.
[36]  Nicol D.M.  ‘The Last Centuries . . .’’            Σελίδα             433.

Α Ρ Θ Ρ Α - Τ Η Σ - Ι Δ Ι Α Σ - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ Ι Α Σ :
  1. ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ - Α
    Το 148 π.Χ. ο Ρωμαίος Καικίλιος Μέτελλος νίκησε τον Ανδρίσκο (Ψευδοφίλιππο) και ο ίδιος ονομάστηκε «Μακεδονικός».  Έτσι η Μακεδονία απέβη Ρωμαϊκή ε­παρχία. Οι Ρωμαίοι συνεχίζοντας το κατακτητικό τους έργο, υπέταξαν την υπόλοιπη Ελλάδα.
  2. Η «βασιλεύουσα πόλις»
    Με τον όρο "Βυζάντιος" παραδίδεται ένα εξαιρετικό ρητορικό κείμενο του Θεόδωρου Μετοχίτη, του εξαιρετικού λογίου και ανώτατου αξιωματούχου της βυζαντινής Αυλής  στο πρώτο μισό του δέκατου τέταρτου αιώνα. Τώρα έχουμε τον Βυζάντιον σε κριτική έκδοση, αλλά και σε πρόσφατη νεοελληνική μετάφραση του Ιωάννη Πολέμη από της Εκδόσεις Ζήτρος.
  3. Ο Τάφος του Μωάμεθ
    Είναι γεγονός ότι παρόμοιες με αυτήν μαρτυρίες έχουν κυκλοφορήσει κατά καιρούς στην Τουρκία, αλλά χωρίς να δοθούν για ευνόητους λόγους μεγάλη έκταση. Χαρακτηριστικό όμως είναι ότι στις 19 Δεκεμβρίου 1996, το εβδομαδιαίο περιοδικό, μεγάλης κυκλοφορίας, στην Τουρκία, «Ακτουέλ», του συγκροτήματος της γνωστής εφημερίδας, «Σαμπάχ», είχε κυκλοφορήσει με τον εξής εντυπωσιακό τίτλο: «Ο Πορθητής ήταν Χριστιανός;»
  4. Στα Ελληνικά έγραφε ο Μωάμεθ
    Η αποκάλυψη αυτή του τουρκικού περιοδικού, είχε έρθει «καπάκι» σε ένα επίσης σχετικό δημοσίευμα της ισλαμικής τουρκικής εφημερίδας, Takvim, με τον εντυπωσιακό τίτλο, «Fatih Hırıstiyan mıydı!», δηλαδή «Ο Φετίχ ήταν χριστιανός!»
  5. Μωάμεθ ο Πορθητής
    Ο Μωάμεθ, αν και Αυτοκράτορας που εθεωρείτο επίσημα Μουσουλμάνος, εκκλησιάζονταν ως Ορθόδοξος Χριστιανός, φυσικά κρυφά. Ο Κατακουζηνός Θεόδωρος Σπαντούνης, ως αυτόπτης μάρτυρας αναφέρει πως στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Μωάμεθ είχε εγκαταστήσει στα προσωπικά του διαμερίσματα Χριστιανικό εικονοστάσιο με καντήλια και κεριά.
  6. Περιοχή Πόλης
    Αυθεντικές Μαρτυρίες ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ Ο κατάλογος ανήκει στους συμμετέχοντες απογόνους των εκτοπισθέντων... [cfdb-datata
  7. Η Μεγάλη του Γένους Σχολή
    Το ότι η Κωνσταντινούπολη μετά την άλωσή της και μέχρι τα χρόνια της ανεξαρτησίας της Ελλάδος ήταν και παρέμεινε το κέντρο και η κατ’ εξοχήν πρωτεύουσα του γένους σίγουρα δεν αμφισβητείται. Με το πέρασμα όμως των χρόνων το κέντρο βάρους αρχίζει να μετατοπίζεται προς τα Επτάνησα, στο ΔυτικόΑιγαίο και σε όλες τις άλλες ακμάζουσες Ελληνικές παροικίες της Διασποράς και στη Μητροπολιτική Ελλάδα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Κωνσταντινούπολη έχασε μονομιάς την υπόστασή της.
  8. Οι Ένοχοι - κεφάλαιο 10
    Οι δυο Λατίνοι ιεράρχες κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια προετοιμάζοντας το έδαφος, ώστε το συμβούλιο που επρόκειτο να συγκληθεί να έχει την ποθούμενη επιτυχία. Παρά τις πολλές και μεγάλες αντιδράσεις των αρχόντων, των οπαδών του Γεννάδιου και ιδίως του μεγάλου δούκα και πρωτοστάτορα Λουκά Νοταρά, ο οποίος ερχόταν σε αξίωμα δεύτερος μετά τον αυτοκράτορα, αποφασίστηκε η επίσημη αναγνώριση των συμφωνιών της Φλωρεντίας από μέρους των Βυζαντινών. Καθορίστηκε δε, όπως, την ημέρα του Αγίου Σπυρίδωνα, γίνει σχετική προς τούτο τελετή στην Αγία Σοφιά.
  9. Οι Ένοχοι - κεφάλαιο 11
    Να κρατηθούν αμέσως τα πλοία αυτά και να μην επιτραπεί η αναχώρησή τους απ’ το λιμάνι. Θα μας χρειαστούν για την άμυνα της Πόλης, είπε ο αυτοκράτορας και συνέχισε απευθυνόμενος προς τον αυλικό. Να ειοδοποιηθούν αμέσως ο καρδινάλιος Ισίδωρος, ο Χίου και Μυτιλήνης Λεονάρδος, ο βαΐλος Μηνώτος και αντιπρόσωποι των Βενετών εμπόρων, ο μέγας δούκας Νοταράς και όλοι οι άρχοντες, οι εντεταλμένοι με την άμυνα της πόλης, να συγκεντρωθούν για σύσκεψη μαζί μου στο ναό της Αγίας Σοφίας. Επίσης, να παρευρεθούν οι κυβερνήτες των πλοίων και οι πλοίαρχοι Γεβριήλ Τρεβηζάνος και Ζαχαρίας Γριόνης.
  10. Οι Ένοχοι - επίλογος
    Αναταραχή επικρατεί τις μέρες αυτές στη μεγάλη ελληνιστική σχολή της Φλωρεντίας. Πριν λίγες μέρες, ο στρατός του Μωάμεθ, με αρχιστράτηγο τον Κεδίκ πασά, έκανε απόβαση στο Οτράντο της Ιταλίας και κυρίεψε τον Τάραντα. Λεηλάτησε την πόλη κι έσφαξε δώδεκα χιλιάδες κατοίκους της. Το διοικητή και τον επίσκοπο της πόλης τους κομμάτιασε ζωντανούς με πριόνι για να τρομοκρατήσει τους Ιταλούς. Μεγάλο σάλο και πανικό προξένησαν στην Ιταλία και σ’ ολόκληρη τη Δύση οι τρομερές ειδήσεις της τουρκικής εισβολής στον Τάραντα.

Author: Μνήμες