Ο Δρόμος προς την Τσεχία 1949

Η αφήγηση της Ερμιόνης Μωϋσίδου-Σπάλα

Η αφήγηση της Ερμιόνης είναι χαρακτηριστική για τα πιο μεγάλα παιδιά που φτάσανε στην Τσεχοσλοβακία με την τελευταία αποστολή του 1949 από το Μπούλκες (Γιουγκοσλαβία) στην Τσεχοσλοβακία σε ηλικία 16 χρονών. Κατάγεται από το χωριό Μεταμόρφωση του Κιλκίς από γονείς Πόντιους του Καρς. Ζούσανε φτωχικά. Ο πατέρας της ήταν ο κουρέας του χωριού, αλλά όλα ήταν «βερεσέ». Ήταν πιστός στις ιδέες του, αριστερός, όπως ήταν όλη σχεδόν η Μεταμόρφωση. Και οι δύο γονείς της ήταν οργανωμένοι (ΚΚΕ). Τελευταία φορά είδε τον πατέρα της το 1945. Η Ερμιόνη ήταν και είναι δραστήριο μέλος του ελληνισμού στην Τσεχοσλοβακία/Τσεχία. Το 1981 επαναπατρίσθηκε στην Ελλάδα με τον άνδρα της πραγματοποιώντας το όνειρο της στην αναγκαστική πολιτική προσφυγιά πάνω από 30 χρόνια. Μετά από 17 χρόνια στην Ελλάδα επέστρεψε στην Τσεχία για να είναι κοντά στα παιδιά της και τα εγγόνια της. Τώρα στα 75 χρόνια της είναι ακόμα ένα από τα πιο δραστήρια μέλη της Ελληνικής Κοινότητας Πράγας.

Το μεγάλο ταξίδι από τη Βέροια…

Το 1941 νομίζω φύγαμε από τη Μεταμόρφωση και πήγαμε στο χωριό Αγ. Γεώργιο στη Βέροια, όπου είχαμε πολλούς συγγενείς από το σόι του πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν το 1912 γεννηθείς, δηλαδή ήταν 29 χρονών (στα 10 του πήγε στην Ελλάδα από το Καρς). Πρώτα ήταν στην ΟΚΝΕ και στη Βέροια δραστηριοποιήθηκε ακόμα πιο πολύ. Οι δεξιοί κατάλαβαν ότι ο πατέρας μου και η οικογένεια του ήταν αριστερή. Και έτσι άρχισαν οι διωγμοί. Με την ΟΥΝΡΑ έπαιρναν τα βοηθήματα, με την Κατοχή, με τις προδοσίες, τα πάντα, ως που έκαναν τη ζωή μας αβίωτη. Έτσι ο πατέρας μου έφυγε στον ΕΛΑΣ. Την νύχτα συνήθως κατέβαιναν στο χωριό. Δηλαδή, τον βλέπαμε ελάχιστα, ως που μετά δεν το είδαμε καθόλου. Εγώ τον θυμάμαι – όταν ο ΕΛΑΣ θα παρέδινε τα όπλα στην πόλη Βέροια όπου όλοι του ιππικού κάνανε παρέλαση. Ήταν πάνω στα άλογα. Εγώ μικρή τότε, σαν να τον βλέπω και τώρα μπροστά μου, φωνάζω: «Μαμά, ο μπαμπάς μας!». Αυτοί όλοι στην πρώτη σειρά κοιτούσαν μπροστά όπως γίνεται σε παρελάσεις.

Από κει ξεκίνησαν τα πάντα. Πρώτα μας έδιωξαν από το χωριό του Αγ. Γεωργίου και μας επέστρεψαν στο χωριό μας, τη Μεταμόρφωση. Μετά ξεσήκωσαν και το χωριό μας, και μας πήγαν σε διάφορα άλλα χωριά, κι έτσι χαθήκαμε. Εγώ είχα μείνει στην Βέροια μαζί με τη θεία μου και την άρρωστη γιαγιά μου. Θυμάμαι η θεία μου τηγάνιζε κολοκυθάκια στην αυλή στο τζάκι, όταν ήρθε ένας κύριος και της λέει: «Η Μωυσίδου Ερμιόνη του Ιωσήφ εδώ μένει;» »Ναι, λέει η θεία μου. «Έχω γράμμα», και της δίνει το γράμμα και το διαβάζει η θεία μου κι εγώ. Το γράμμα έλεγε: »Η μαμά σου σού στέλνει αυτό το γράμμα και ειδοποίησε να σε πάρω και να σε πάω στη Θεσσαλονίκη.» Ήταν το 1947. Έφυγα από κει. Τότε ήμασταν σαν παράνομοι, ούτε ταυτότητα είχα. Για αυτό και η μαμά μου έστειλε αυτόν τον κύριο, σύντροφο, δεν ξέρω πώς να τον πω, να έρθει να με πάρει.

Κατεβήκαμε στη Θεσσαλονίκη όπου με περίμενε η μάνα μου και πήγαμε σ’ ένα σπίτι στην Άνω Τούμπα, στο οποίο ήταν σε παρανομία ο θείος μου (ο Σιδηρόπουλος Γεώργιος) και ένας άλλος σύντροφος και οι οικογένειες τους. Αυτοί οι δύο λείπανε. Όλοι ήταν παράνομοι σ’ αυτό το σπίτι. Τα παράθυρα με εφημερίδες κλειστά, σκοτάδι. Μετά από δύο μέρες, υπήρχαν διασυνδέσεις, δε θυμάμαι η μαμά μου που πήγαινε, έτρεχε από δω από κει για να βρει πως θα φύγουμε για να πάμε για την Γιουγκοσλαβία. Τότε έπρεπε να έχεις άδεια κυκλοφορίας.

Ξεκινήσαμε για τη Γιουγκοσλαβία. Εγώ, η ξαδέρφη μου Σιδηροπούλου Αρετή, πιο μεγάλη από μένα, δεν είχαμε ούτε άδεια κυκλοφορίας, ούτε τίποτα. Έτσι μπήκαμε στο τραίνο, και πάμε τώρα από τη Θεσσαλονίκη για το Κιλκίς. Περνούσε ο εισπράκτορας. Ήθελε τα εισιτήρια, τις ταυτότητες, την άδεια κυκλοφορίας. Εμείς μόνο εισιτήρια είχαμε. Τώρα τι να κάνουμε. Η μαμά μου μας σήκωνε από το ένα μέρος στο άλλο. Τάχα θέλαμε τουαλέτα. Φοβότανε πιο πολύ για την ξαδέρφη μου την Αρετή. Πέρασε κι αυτό. Για τα σύνορα με την Γιουγκοσλαβία πρώτα περάσαμε από το Κιλκίς, υπάρχει σιδηροδρομικός σταθμός. Όταν άδειασαν το χωριό μας, τους πήγαν σ’ άλλο, κοντά στο Κιλκίς, δε θυμάμαι το όνομά του. Εκεί είχαμε συγγενείς. Περάσαμε από το χωριό μας. Όλα μου φάνηκαν πολύ θλιβερά, άδειο το χωριό, δεν έβλεπες ψυχή. Μόνο ένας έτσι λίγο πολύ σχιζοφρένια είχε, ψυχολογικά προβλήματα.  Δεν ήταν ο «τρελός« του χωριού. Άλλος ήταν ο «τρελός». Αυτός δεν πείραζε κανέναν. Είχε μελαγχολία.

[nggallery id=’62’]

Περάσαμε από κει και βγήκαμε έξω, προς τα χωράφια. Φτάσαμε σ’ ένα χωράφι που σπέρναμε σουσάμι. Η μάνα μου μας είχε ντύσει με ότι είχαμε για να έχουμε μαζί μας, αντί για μπογαλάκια. Όλα τα φορούσαμε. Από πάνω είχα μια ζακέτα πλεκτή, μια φούστα, φόρεμα ήταν φούστα ήταν, δε θυμάμαι, παπούτσια και διπλά τα εσώρουχα, όλα διπλά. Φτάσαμε στο χωριό – η μάνα μου με μας, τρία παιδιά, η ξαδέρφη μου με το μικρό κοριτσάκι εννιά μηνών, η νουνά του αδερφού μου με δύο κορίτσια, η θεία μου η Μάρθα (της Αρετής η μάνα), όλοι συγγενείς και οικογένειες ήμασταν. Όταν φτάσαμε στα χωράφια, κάναμε πως δουλεύαμε. Εκεί κάπου θα ήτανε η γιάφκα. Περιμέναμε το σινιάλο για να περάσουμε τα σύνορα. Για να μη γίνουμε αντιληπτοί από τους τσοπαναραίους, καθόμασταν σ’ ένα βαθούλωμα, ένα λάκκο. Όλα παιδιά ήμασταν. Το πιο χειρότερο ήταν το κοριτσάκι, εννιά μηνών. Πεινούσε, ήθελε να φάει. Όλοι το χαϊδεύαμε για να μη κλάψει και μας προδώσει. Μόλις άρχισε να σουρουπώνει, οι γυναίκες βγάλανε τις άσπρες μαντίλες και περάσαμε τα σύνορα. Είχε ψηλά χόρτα και μείς δε φαινόμασταν από τα χόρτα. Ακούμε κάτι φωνές και μείς από τη χαρά μας φωνάζαμε αντί να σηκώσουμε τα χέρια ψηλά. Ήταν οι συνοριακοί Σέρβοι. Δεν ξέραμε, παιδιά ήμασταν, με χαρά περνάγαμε τα σύνορα. Δεν μας έκοβε πολύ. Δεν υπολογίζαμε τον κίνδυνο. Κίνδυνο δεν είχαμε συναντήσει στο δρόμο. Απλώς είχαμε πάρει συνωμοτικά μέτρα – ότι μας έλεγαν οι μάνες μας, αυτό κάναμε. Μας περίμεναν. Κάπου εκεί ήταν η γιάφκα.

Δεκατρία άτομα φτάνουν στο Γευγελή της Γιουγκοσλαβίας

Μας πήρανε, μας πήγαν στο Γευγελή με το κάρο και κάτι φανάρια με πετρέλαιο, κι από τη μυρωδιά, θυμάμαι εγώ είχα αναγούλες. Ο καιρός είχε κρυώσει, πήγαινε προς το χειμώνα. Δεν τρώγαμε τίποτα. Όταν φτάσαμε στο Γευγελή, εκεί μας έδωσαν να φάμε. Για το δρόμο οι μάνες μας είχαν πάρει ψωμί, τυρί, κάτι άλλο. Από κει μας πήγαν στη Ματέϊτσα, χωριό κοντά στο Κουμάνοβο. Η σέρβικη οργάνωση μας πήγε στην κοινότητα, σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο, ήμασταν δεκατρία άτομα. Μετά μας μοίρασαν σε σπίτια. Εμείς μείναμε και οι δεκατρείς σ’ ένα δωμάτιο. Εκεί μείναμε τρεις μήνες. Μετά πήγαμε στο Μπούλκες όπου εγώ δούλευα στην εφημερίδα του Μπούλκες και πήγαινα και σχολείο.

Όταν πρωτοπήγαμε μας δώσανε τα πάντα, του πουλιού το γάλα που λέει ο λόγος. Αμέσως μπήκα στο σχολείο (σχολαρχείο), στο γυμνάσιο, όπου μαθαίναμε ελληνικά (ο δάσκαλος μου ήταν ο Χατζητάσκος), ρωσικά (είχαμε ένα δάσκαλο πρόσφυγα από τη Ρωσία, από το 1922). Ήμασταν αετόπουλα και συνάμα με το σχολείο, πηγαίναμε στη δουλειά. Εγώ δούλευα στο τυπογραφείο έξι ώρες την ημέρα, σε τρεις βάρδιες. Κάθε πρωί η «μπάντα» έπαιζε και ξεκινούσαμε την ημέρα μας με το τραγούδι της εργατιάς: «ήρθε η ώρα να χαρούμε, ζήτω, ζήτω η εργατιά…». Τα Σαββατοκύριακα κάναμε εξορμήσεις, δουλεύαμε δωρεάν για να μαζέψουμε τη σοδιά, καλαμπόκια, κάναμε παρελάσεις. Στην εφημερίδα δεν έπρεπε να κάνουμε ούτε ένα λάθος, μας έλεγε ο Κλεοβούλος, ναυτικός από την Αργεντινή. Αυτό που μας βασάνιζε ήταν να μάθουμε ποιος ζει, μάνα, πατέρας, αδέρφια, ολόκληρες οικογένειες. Είχαμε και το σύνθημα μας «Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΕ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ!»

Μετά από το Μπούλκες, ακολουθεί το μακρινό ταξίδι προς την Τσεχοσλοβακία

Μίκουλοφ…

Εμείς δεν ξέραμε πότε και που θα φύγουμε από το Μπούλκες. Αυτά τα κανόνιζε η οργάνωση του Μπούλκες. Εμείς το μόνο που ξέραμε ήταν ότι θα φύγουμε από το Μπούλκες και με την τελευταία αποστολή το Μπούλκες θα αδειάσει.

Ανεβήκαμε στο τραίνο και ξεκινήσαμε. Δε ρωτούσαμε, όπου και να πηγαίναμε η οργάνωση μας πήγαινε. Είχαμε πλήρη εμπιστοσύνη στην οργάνωση. Τα παράθυρα τα είχαμε κλειστά. Δεν ανοίγαμε παράθυρα. Μόλις φτάσαμε στην Ουγγαρία, σταμάτησε το τραίνο και λέμε τι γίνεται. Μας είπαν μόνο τότε να ανοίξουμε τα παράθυρα κι όποιος θέλει να κατεβεί, να ξεμουδιάσουμε. Κατεβήκαμε και σε λίγο ξεκινήσαμε κι έτσι φτάσαμε στο Μίκουλοφ, κοντά στο Μίκουλοφ, σε κάτι άδειες στρατώνες.

Εκεί μας δώσανε δωμάτια, μας δώσανε να φάμε. Δε θυμάμαι τι ήταν. Πάντως νηστικοί δε μείναμε. Όλα ήταν ταχτοποιημένα, τα κρεβάτια με σεντόνια. Το πρωί σηκωνόμασταν και πηγαίναμε για πρωινό, μετά είχαμε το φαγητό μας το μεσημέρι και βράδυ. Δεν υπήρχε ποικιλία, αλλά και κανένας δε ζητούσε ποικιλία. Εκεί όλοι περάσαμε από το κλίβανο. Εμείς από το Μπούλκες δεν είχαμε ψείρες, ήμασταν μεγάλα παιδιά. Ψείρες είχαν αυτοί που ήρθαν από την Αλβανία. Αυτοί ταλαιπωρήθηκαν πιο πολύ.

Η δουλειά είχε ήδη αρχίσει να οργανώνεται με χορούς και τραγούδια. Πάντα τραγουδούσαμε επαναστατικά τραγούδια, αντάρτικα, ελληνικά (Ω, Πατρίδα μας γλυκιά, Τ’ αρνιά βελάζουν, Γκόλφω φωνάζουν…). Εκεί κάτσαμε τρεις μήνες. Εμείς ήμασταν η τελευταία αποστολή. Πηγαίναμε σε «μπριγάδες» (εθελοντική δουλειά). Το Μίκουλοφ έχει πολλά αμπέλια. Πηγαίναμε στις πατάτες, στα κοκκινογούλια. Αυτές ήταν οι απασχολήσεις μας. Δουλεύαμε. Μας έδιναν και κολατσιό δυο φέτες με σαλάμι ή λίγδα. Είχαμε τα δικά μας ρούχα από το Μπούλκες – μας τα καθάρισαν, μας τα έπλυναν και μας τα επέστρεψαν. Από κει μετά από τρεις μήνες, άρχισαν να μας στέλνουν σε διάφορα μέρη τον αδερφό μου, μικρότερος από μένα, τον στείλανε σ’ ένα παιδικό σταθμό. Εμένα με τη θεία μου και τα παιδιά της μας έστειλαν στην Κρίζοβα, ένα χωριό κοντά στο Κρνοβ. Εκεί ήταν Έλληνες και από τις άλλες αποστολές, δεν ήμασταν μόνο εμείς. Όλοι με τις οικογένειες τους. Ο δικός μου ο πατέρας είχε φύγει από το Μπούλκες το 1948 για το βουνό και σκοτώθηκε τον ίδιο χρόνο και μετά από πέντε μήνες έφυγε και η μάνα μου στο βουνό. Εγώ δεν είχα τους γονείς μου. Ο πατέρας μου πέρασε στο Μπούλκες μετά τη Βάρκιζα το 1945 και ήταν από τους πρώτους Μπουλκιώτες. Ακόμα δεν είχε εκεί γυναικόπαιδα. Και εκεί δούλευε σαν κουρέας.

Στο χωριό Κρίζοβα κοντά στην πόλη Κρνοβ

Οι νέοι φύγαμε από το Κρίζοβα και πήγαμε στο Κρνοβ. Εγώ με άλλες κοπέλες δουλεύαμε στο εργοστάσιο που έφτιαχνε κάλτσες. Θυμάμαι, δε μας έκοβε, έπρεπε να χτυπάμε κάρτα όταν πηγαίναμε στη δουλειά. Εμείς δε χαμπαριάζαμε από τέτοια, νομίζαμε δε χρειάζεται τίποτα και περνούσαμε χωρίς να χτυπάμε κάρτα. Δουλεύαμε και τραγουδούσαμε. Ερχόταν η υπεύθυνη μας, μας χτυπούσαν τον ώμο (εμείς δεν καταλαβαίναμε τη γλώσσα) για μπράβο. Εκεί δούλεψα μόνο τρεις βδομάδες. Έπρεπε να πάω στο Γέσενικ. Εγώ δεν ήθελα να φύγω διότι εκεί δεν ήξερα κανέναν. Στο Κρνοβ είχα τις ξαδέρφες μου, τις φιλενάδες μου. Αλλά πήγαμε στο Γέσενικ με τη θεία μου. Μας μετακομίζανε από τα χωριά στις πόλεις για περισσότερες ευκαιρίες για δουλειά.

Γέσενικ… στο τυπογραφείο «Αγωνιστής»

Απονομή βραβείου σε πρωτοπόρα εργάτρια (Ε. Σπάλα) 1963 - τυπογραφείο "Αγωνιστής"

Στο Γέσενικ μέναμε στην πλατεία, όπου ήταν το ελληνικό τυπογραφείο της εφημερίδας των πολιτικών προσφύγων της Τσεχοσλοβακίας «Αγωνιστής». Ήτανε ήδη το 1951. Ήμουνα από τους πρώτους και δούλεψα μέχρι το Μάιο του 1951. Μέχρι τότε ο «Αγωνιστής» έβγαινε και στα σλαβομακεδόνικα και λεγότανε «Μπόρμπα». Δούλευα και σ’ αυτό το τμήμα στοιχειοθετούσα. Έβγαινε και στα σλαβομακεδόνικα διότι υπήρχαν σλαβομακεδονόπουλα από την Ελλάδα που δεν ήξεραν ελληνικά. Ο συντάκτης ήταν Σλαβομακεδόνας, τον λέγανε Ζήση (Ντίνκοβ, δε θυμάμαι), ένας άνθρωπος με κομμένο πόδι, ήταν στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Μετά από ενάμιση μήνα έφυγα και πήγα σχολείο.

Πεντάμηνη σχολή στο Μπεχαζοβ

Τους νέους μας στέλνανε στο σχολείο. Μας διάλεγε η οργάνωση. Πρώτα μας στέλνανε σε πεντάμηνη σχολή να μάθουμε τσέχικα για να μπορούμε να συνεχίσουμε στο λύκειο. Εκεί ήμουν άριστη. Στο λύκειο είχα καλούς βαθμούς. Μετά από το λύκειο δώσαμε εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Από τους τρεις που δώσαμε εξετάσεις μόνο εγώ μπήκα στην Ανώτατη Χημική Σχολή της Πράγας. Ενδιάμεσα παντρεύτηκα. Τον άνδρα μου τον γνώρισα στο λύκειο. Ήμουνα 19-20 χρονών. Στα 21 παντρεύτηκα, ακόμα δεν είχα τελειώσει το λύκειο. Ναι, συναντιόμασταν, ερωτευόμασταν, αγαπιόμασταν, παντρευόμασταν. Δεν υπήρχαν απαγορεύσεις στον έρωτα και στην αγάπη. Εμείς εξάλλου ήμασταν μεγάλοι και υπήρχαν και πιο μεγάλοι από μένα.

Στην Πράγα

Από το λύκειο εγώ έγκυος εφτά μηνών στο πρώτο μου παιδί, ήρθαμε να σπουδάσουμε στην Πράγα. Ο άνδρας μου, ο Νίκος Σπάλας, πέρασε στην ηλεκτρονική σχολή στο Πολυτεχνείο της Πράγας. Στην αρχή ζούσαμε σε ξεχωριστές εστίες, εγώ της Χημικής Σχολής κι αυτός του Πολυτεχνείου. Μετά μας δώσανε ένα δωμάτιο που ήτανε τα πάντα – υπνοδωμάτιο, κουζίνα και είχε και μια μικρή αποθηκούλα και τουαλέτα. Μπάνιο δεν είχαμε, λουζόμασταν στο δωμάτιο με σκάφη και κουβάδες. Εκεί γεννήθηκε και ο Γιάννης. Δηλαδή σ’ αυτό γυρίσαμε μαζί με το Γιάννη διότι ήμουνα σε ίδρυμα για μάνες που δεν είχανε σπίτι. Το λέγανε για «ελεύθερες μάνες». Εγώ ήμουνα παντρεμένη, αλλά δεν είχα σπίτι και για αυτό μας έπαιρναν σ’ αυτό το ίδρυμα ως που να πάρουμε σπίτι. Ο Γιάννης έμεινε στο ίδρυμα μέχρι έξι μηνών. Εγώ έπρεπε να δουλέψω στο ελληνικό τυπογραφείο της εφημερίδας μας, «Αγωνιστής», το οποίο ήταν στην Πράγα και στεγάζονταν τώρα κάτω από την εφημερίδα «Rude Pravo» του Τσεχοσλοβάκικου Κομμουνιστικού Κόμματος. Το κράτος πλήρωνε τα έξοδα. Είχε μεταφερθεί από το Γέσενικ. Το 1954 ήρθα στην Πράγα. Τότε δεν έβγαινε πια στα σλαβομακεδόνικα.

Η ξαδέρφη μου Βαγγελίτσα Σιδηροπούλου (Καμαριέρη) ήρθε να προσέχει το παιδί μου μέχρι που να βρω θέση στο βρεφικό σταθμό. Ήρθε, τον κοίταξε ένα μήνα και μετά εγώ τον πήγαινα στον βρεφικό σταθμό. Ήρθε και το δεύτερο μου παιδί, η κόρη μου. Αρχές του ’56 ή 57 αντάλλαξα αυτό το σπίτι και πήρα ένα δυάρι, όπου μείναμε μέχρι το 1968. Αυτή τη χρονιά 1η Αυγούστου έφυγα από το τυπογραφείο και πήγα σε μια οικοδομική επιχείρηση ως προσωπάρχης. Ήμουνα πολύ ευχαριστημένη, αλλά έπρεπε να πάω στο ελληνικό τμήμα στον εκδοτικό οίκο «Προβλήματα ειρήνης και σοσιαλισμού» στα τέλη Αυγούστου 1971.

Δούλευα ως δακτυλογράφος δέκα χρόνια μέχρι το 1981, οπότε επαναπατρίσθηκα στην Ελλάδα. Το 1968 δούλευα στην καινούργια δουλειά απέναντι από το Μουσείο, στην πλατεία Βάτσλαβ. Εκείνο τον καιρό είχαν έρθει η μάνα μου, η αδερφή μου και ο αδερφός μου από την Τασκένδη για επίσκεψη. Μόλις ξυπνήσαμε από τη βουή των αεροπλάνων, ο πατριός μου, μας λέει να μείνουμε ήσυχοι, δικά μας είναι τα αεροπλάνα, ρωσικά. Κοντά στον ραδιοσταθμό ακούγονταν πυροβολισμοί, πυροβολούσανε το Μουσείο. Λέγανε ότι τάχαμου πυροβολούσαν οι Ρώσοι. Αλλά εγώ τους έβλεπα από το παράθυρο του γραφείου μας, αυτοί μόνο παρακολουθούσαν, δεν πυροβολούσαν σε κανέναν και σε τίποτα. Δεν ξέρω ποιοι πυροβολούσαν, αλλά τους Ρώσους τους έβλεπα, στέκονταν όρθιοι πάνω στα τανκς. Πάντως εμείς ζήσαμε τα γεγονότα και δεν ήταν τόσο τραγικά τα πράγματα όπως γράψανε.

Οι Έλληνες δεν εκδηλώθηκαν άσχημα. Μιλώ για τους Έλληνες στην Πράγα. Δεν πήραν μέρος ενάντια στους Ρώσους. Πηγαίναμε στις συνελεύσεις στις δουλειές μας, αλλά τους λέγαμε τους Τσέχους ότι εμάς αυτό δε μας αφορά, οπότε δεν ψηφίζαμε διότι δεν ήμασταν Τσέχοι υπήκοοι. Δεν είχαμε προβλήματα. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί πάντα τα «φορτώνουν» στους Ρώσους, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας δεν αποτελούνταν μόνο από Ρώσους. Αλλά έτσι κάνουν διότι δεν τους αγαπάν τους Ρώσους.

«Ω, Πατρίδα μας γλυκιά»… Επαναπατρισμός

Η απόφαση να φύγω  για την Ελλάδα ήταν κάτι που πάντα ζούσαμε, με το χαιρετισμό μας σε κάθε γιορτή «και του χρόνου στην Ελλάδα!». Το 1975 (μετά την πτώση της Χούντας) κάναμε την πρώτη επίσκεψη στην Ελλάδα μετά από πέντε χρόνια που περιμέναμε να εγκριθούν τα χαρτιά μας από τις ελληνικές αρχές. Πήγαμε και στο χωριό του Νίκου, το Δίλοφο, Κοζάνης. Επιστρέψαμε στην Τσεχοσλοβακία. Το 1980, πρώτος έφυγε ο γιος μου ο Γιάννης με την οικογένειά του. Ο Νίκος ήθελε πάντα να επιστρέψει στην Ελλάδα, αλλά εγώ κάπως δεν αποφάσιζα που θα πάμε, πώς, κ.λπ. Το 1981 ήδη ήμασταν και παππούδες, φύγαμε στην Αθήνα, στο γιο μας. Μείναμε μαζί ως που να έρθουν τα πράγματά μας. Μείναμε στην Καλλιθέα.

Ο Νίκος Σπάλας με τη θεία του στην πρώτη επίσκεψη στην Ελλάδα, εδώ στο Δίλοφο το 1975

Ο άνδρας μου άρχισε να δουλεύει μετά από μια βδομάδα από την άφιξή μας. Εγώ φρόντιζα και τα δύο σπίτια. Μεγάλωνα την εγγονή μου. Η νύφη μου, Τσέχα, ήταν νηπιαγωγός στην Τσεχοσλοβακία. Τώρα πήγαινε και μάθαινε ελληνικά και μετά τελείωσε και στην Ελλάδα νηπιαγωγός. Ήταν πολύ καλή. Δε δυσκολευτήκαμε στην Ελλάδα. Όλοι δουλεύαμε. Αλλά μετά από το δεύτερο παιδί του γιου μου άρχισαν να δυσκολεύουν τα πράγματα. Ο γιος μου και η νύφη μου δουλεύανε σε δυο και τρεις δουλειές. Από άποψη εκπαίδευσης, εδώ στην Τσεχοσλοβακία ήταν πολύ πιο ανώτερη, προοδευτική και άνετη η εκπαίδευση, η παιδεία και ακόμα και οικονομικά. Ο γιος μου ήθελε να φύγει, η νύφη μου δεν ήθελε, αλλά στο τέλος επιστρέψανε στην Τσεχοσλοβακία το 1993. Έπιασαν δουλειά, αγόρασαν σπίτι, ταχτοποιήθηκαν, ξεκουράστηκαν λιγάκι διότι είχαν δουλέψει σκληρά στην Ελλάδα. Φέρανε και τα παιδιά τους, τα οποία γρήγορα προσαρμόστηκαν και μάθανε τσέχικα. Εγώ δεν μπορούσα χωρίς τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου. Μόνο ο Νίκος δούλευε και δε μπορούσαμε να ερχόμαστε στην Τσεχία κάθε χρόνο. Και η ζωή στην Ελλάδα γινότανε όλο και πιο δύσκολη. Ο άνδρας μου δεν ήθελε να επιστρέψουμε. Εγώ του έλεγα: »Τα χρόνια μας περνάνε, Νίκο, έτσι όπως το πάμε, εσύ πρέπει να δουλεύεις μέχρι τα 80 σου. Εγώ δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τα παιδιά μου και το πηγαινέλα κάθε χρόνο…».

Αποφασίσαμε, πιέσαμε και τον άνδρα μου να πάρει μειωμένη σύνταξη στα 62 και το 1998 φύγαμε κι εμείς και επιστρέψαμε. Την Ελλάδα την αγαπώ, εκεί είναι τ’ αδέρφια μου, η μάνα μου, εκεί είναι η πατρίδα μου, εκεί έζησα τα παιδικά μου χρόνια, εκεί γεννήθηκα, εκεί είναι τα μέρη που πάντα νοσταλγούσα. Εκεί γυρίσαμε κι όλα τα νησιά που εγώ δεν ήξερα τι θα πει νησί. Αλλά να έχεις δύο παιδιά και τέσσερα εγγόνια και να ζούμε μόνοι μας εμείς στην Ελλάδα, αυτό δεν το μπορούσα…

Και πάλι στην Τσεχία…

Έτσι πουλήσαμε το σπίτι μας στην Αθήνα, αγοράσαμε εδώ αυτό το διαμέρισμα και συνεχίσαμε να ζούμε με τις συντάξεις μας.

Μετά από 17 χρόνια στην Ελλάδα, όταν γύρισα στην Τσεχία είδα έναν κόσμο αλλιώτικο, μια απότομη αλλαγή προς το αντίθετο από αυτό που περίμενα. Αυτό κάπως δε μ’ άρεσε. Σα να μη μου έφταναν οι άστεγοι της Ελλάδας, όταν είδα τους τόσους άστεγους εδώ πέρα είχε άσχημο αντίκτυπο. Εγώ είχα αφήσει μια Τσεχοσλοβακία χωρίς άστεγους, όλοι δουλεύανε, με μια ηρεμία και γνώρισα ανθρώπους με άλλες αντιλήψεις. Τώρα τα πράγματα έχουν πάρει άλλη κατηφόρα, δηλαδή αντί προς το καλύτερα, για την πλειοψηφία είναι προς το χειρότερο. Βλέπω τώρα αυτά τα ίδια που περνούσαμε εμείς στην Ελλάδα – να μη σε διώξουν από τη δουλειά, ότι ώρα ήθελαν σε έπαιρναν στη δουλειά και ότι ώρα ήθελαν σε έδιωχναν. Δηλαδή, χάσανε αυτά που είχανε, γι’ αυτά που αγωνιστήκαμε. Πάνε όλα…

Όσο για τον ελληνισμό μας εδώ, υπάρχουν προβλήματα. Για να είναι αυτός που ήτανε, δραστήριος, κ.λπ. Νομίζω ότι εξαρτάται από τους γονείς. Οι περισσότεροι τώρα εδώ αποτελούν τα μεικτά ανδρόγυνα. Οι Έλληνες έγιναν αδιάφοροι. Τους ενδιαφέρει το σήμερα κι όχι το αύριο. Πήρανε μια νοοτροπία που θα έλεγα δεν είναι καλή. Γίνανε ατομιστές, ο εαυτούλης μου και παραπέρα δε με νοιάζει. Χάνουν πια την ελληνικότητά τους. Χάνουν το αίσθημα της ευθύνης τους. Εμείς που ήρθαμε εδώ το 1949 με την Ελλάδα στο στόμα ζούσαμε και με την Ελλάδα θα πεθάνουμε. Αυτή η γενιά τώρα δεν ξέρω τι οράματα έχει. Οι γονείς και οι γιαγιάδες και οι παππούδες πρέπει να συσπειρωθούν γύρω από την Ελληνική Κοινότητα. Αυτοί που είχαν και έχουν την ελληνικότητα μέσα τους και πολλοί νέοι ακόμα, αυτοί είναι μέσα στα δρώμενα της ελληνικής κοινότητας. Δυστυχώς, όμως, είναι και πολλά άλλα παιδιά, και είναι πολλά, που οι γονείς τους δεν τους δίνουν σημασία. Πρέπει όλοι μας να πάρουμε την ευθύνη μας για να μη χάσουμε τον ελληνισμό στην Τσεχία.

________________________________________________

Εξώφυλλο βιβλίου "Ο Ελληνισμός της Τσεχίας"

Το απόσπασμα πιο πάνω αποτελεί μέρος του βιβλίου «Ο Ελληνισμός της Τσεχίας», της Τασούλας Ζησάκη-Healey, ΑΡ.ΙΣΤΟ.Σ-ΓΣΕΕ, ΑΘΗΝΑ 2009

Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει 40 προφορικές μαρτυρίες και αρχειακό υλικό (φωτογραφίες, επιστολές, προσωπικά γράμματα, κ.α.) των πολιτικών προσφύγων και των παιδιών τους, οι οποίοι ζήσανε στην αναγκαστική πολιτική προσφυγιά πάνω από 30 χρόνια στην Τσεχοσλοβακία και σε άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Οι αφηγητές για πρώτη φορά μίλησαν εκτεταμένα για τα πιο σημαντικά βιώματά τους σε μια περίοδο της ζωής τους στην Ελλάδα της Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Μίλησαν για τις πρώτες εμπειρίες και τα αισθήματα που διέδωσαν όταν φτάσανε στην Τσεχοσλοβακία, για τις πρώτες δυσκολίες με την άφιξη τους στην Τσεχοσλοβακία. Μίλησαν για τη νοσταλγία και την αγάπη για την πατρίδα μας την Ελλάδα. Αφηγήθηκαν τις εμπειρίες τους όταν ξαναπάτησαν στο πάτριο χώμα.

Είναι απλοί άνθρωποι που συνήθως δε μιλούν, δε γράφουν, που δεν αφήνουν τίποτα πίσω τους για να μη ξεχαστούν. Είναι οι μικροί ήρωες που δεν έχουν συνειδητοποιήσει τον ηρωισμό που δείξανε στην πορεία των γεγονότων για μια διαφορετική Ελλάδα, πιο δίκαιη, πιο ελεύθερη, πιο ανθρώπινη, μετά την Απελευθέρωση από τους καταχτητές, για μια Ελλάδα σοσιαλιστική. Είναι άνθρωποι που κάνανε μικρά όνειρα – να μάθουν γράμματα, να ζουν ειρηνικά με μια ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Είναι οι βουνίσιοι Έλληνες και Ελληνίδες που δεν έσκυψαν το κεφάλι σε κανέναν καταχτητή, που δε συνεργάστηκαν μαζί τους, που δε βολεύτηκαν, αλλά βρήκαν τη θέση τους στις γραμμές του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και στο ΔΣΕ ως αντάρτες και αντάρτισσες. Ήταν παιδιά αετόπουλα σύνδεσμοι και βοηθοί. Ήταν γυναίκες τραυματιοφορείς και «μάνες».

Τασούλα Ζησάκη-Healey
Πρόεδρος Ελληνικής Κοινότητας – Τσεχία


Author: Μνήμες