Βάρνα

Ρωμαϊκές θέρμες στη Βάρνα

Η Βάρνα (βουλ.: Варна) έχει πληθυσμό 357,198 κατοίκους και είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Βουλγαρίας μετά τη Σόφια και το Πλόβντιβ. Είναι πρωτεύουσα της επαρχίας της Βάρνας.

Αποτελεί σημαντικό λιμάνι στα ανατολικά της χώρας , στα παράλια της Μάυρης Θάλασσας. Είναι γνωστή και ως “Η Θαλάσσια Πρωτεύουσα” ή “Η Καλοκαιρινή Πρωτεύουσα” της Βουλγαρίας. Η πόλη πήρε το όνομα Στάλιν από το 1949 ως το 1956.

Η πόλη της Βάρνας έχει αδελφοποιηθεί με τον Πειραιά.[1]

Πολιτισμός

Η Βάρνα δείχνει και από άλλα στοιχεία, πως είχε κάνει προόδους στον τομέα του θεάτρου, αφού ανέβαζε έργα του ευρωπαϊκού αλλά και του νεοελληνικού ρεπερτορίου της εποχής.

Στο «Νεολόγο» της Κωνσταντινούπολης στις 4 Μαρτίου 1871, αριθμ. φύλου 746, δημοσιεύθηκε μια ανταπόκριση από την οποία προκύπτει, ότι το σημαντικό αυτό λιμάνι του Ευξείνου Πόντου, πρέπει να είχε αποκτήσει θέατρο, από το 1860 τουλάχιστον. Οι νέοι της πόλης συμμετείχαν εθελοντικά στο ανέβασμα των έργων και είχαν όλη την άλλη φροντίδα για την λειτουργία του. Τα έσοδα από τις παραστάσεις τα διέθεταν για την ενίσχυση των σχολείων.

Είναι εκπληκτικός, ο μεγάλος αριθμός των σημαντικών μάλιστα έργων που ανέβαζαν. Γράφει στην αξιοσημείωτη ανταπόκριση ο «Νεολόγος» ότι κατά την περίοδο εκείνη, είχαν διδαχθεί από σκηνής οι τραγωδίες «Ο οδοιπόρος» του Π. Σούτσου, «Ο Όμασις ή Ιωσήφ εν Αιγύπτω» του Λορμιάν και ο «Σαούλ» του Αλφιέρη καθώς και οι κωμωδίες «Γάμος άνευ νύμφης» του Αλεξ. Ρίζου Ραγκαβή, «Ο ακούσιος ιατρός» του Μολιέρου, «Δικηγορικά γελοία», «Κομψευόμενος υπηρέτης», «Ο θηριώδης» και η κωμικοτραγωδία «Ο Μανιώδης».

Ως αίθουσα παραστάσεων, χρησιμοποιούσαν την αίθουσα τελετών του Παρθεναγωγείου, που φωτίζονταν από πολυελαίους και λυχνίες. Στους τοίχους, ήταν αναρτημένες εικόνες διάσημων Αρχαίων Ελλήνων.

Η ορχήστρα που ήταν χωρισμένη από το κοινό με ένα κιγκλίδωμα έπαιζε στα διαλείμματα ευρωπαϊκή μουσική.

Στην αίθουσα αυτή που είχε κιονοστοιχίες, εκτός από τα υποχρεωτικά εμβλήματα του Σουλτάνου υπήρχαν και ανάγλυφες παραστάσεις του Αγίου Όρους, των ανακτόρων των Φαραώ και του βιβλικού στρατοπέδου του Ισραήλ.

Οι φιλοπρόοδοι κάτοικοι της Βάρνας, θέλησαν να μεταδώσουν τη θεατρική παιδεία και στους Οθωμανούς, αρχίζοντας από τα σχολεία, αλλά συνάντησαν πεισματική άρνηση.

Γράφει συγκεκριμένα ο άγνωστος ανταποκριτής:

«Τελευταίαν δεν δύναμαι να παρέλθω εν σιγή και πρότασιν τινά της εφορίας των ημετέρων σχολείων προς τους εν τέλει της διοικήσεως όπως ευμενώς αποδεχθώσι ούτοι παράστασιν τινά προς όφελος των Οθωμανικών σχολείων του δήμου. Αλλ’ η ευγενής εκείνη προσφορά, εν πνεύματι συμπατριωτισμού και αδελφότητος προταθείσα, εντελώς απερρίφθη».

Η Βάρνα αποδείχθηκε πρωτοπόρα και ριζοσπαστική. Στη Βάρνα στις αρχές Φεβρουαρίου 1874 όπως γράφει ο «Νεολόγος» στις 11 Φεβρουάριου 1874, στη μεγάλη αίθουσα του Παρθεναγωγείου δόθηκε παράσταση, στην οποία επαναλήφθηκε η τριλογία του Ι.Μ. Ραπτάρχη «’γγελος Τύραννος» και η μονόπρακτη κωμωδία «Η Κόρη του Παντοπώλου» του Α. Σ. Βλάχου. Οι εισπράξεις διατέθηκαν όπως συνέβαινε πάντα, υπέρ των εκπαιδευτηρίων της πόλης.

Στην ίδια πόλη λίγες μέρες αργότερα, διδάχθηκαν από σκηνής μέσα σε ένα επταήμερο, το δράμα «Η κόρη του Ραβίνου» και η κωμωδία «Φιάκας». Τις παρακολούθησαν περίπου 300 άτομα. Στην παράσταση μετείχαν οι Ασπρώτης Γεώργιος, Βάλσαμος Νικόλαος, Σεπρικός Λεονάρδος, Τουρλόπουλος Περικλής, Προδρόμου Αλέξανδρος, Γουναρόπουλος Ν., Ποιμενίδης Α., Ξάνθης Δ., Κωνσταντινίδης Γ., Κ. Αϊβάζογλους Π. Θ. Το Μάιο της ίδιας χρονιάς και επί δύο εβδομάδες δίνονταν στη Βάρνα οθωμανικές δραματικές παραστάσεις με ηθοποιούς Αρμένιους, Αρμένισες και μερικούς Τούρκους. Μεταξύ άλλων έπαιζαν και την εξάπρακτη τουρκική τραγωδία «Λεϊλά και Μετζνούν».

Στη Βάρνα επίσης τέλη Ιανουαρίου του 1875 παίχθηκαν τα προαναφερθέντα έργα «Βελισάριος» και «Η Κόρη του Παντοπώλου» από νέους της πόλης.

Οι νέοι της Βάρνας όμως, που μετείχαν στον τοπικό θίασο βρήκαν το μπελά τους, όταν η εφημερίδα «Θράκη» της Κωνσταντινούπολης στο υπ’ αριθμ. 399 φύλλο της στις αρχές του 1875, τους κατηγόρησε, ότι σφετερίσθηκαν χρήματα των παραστάσεων, που προορίζονταν για την ενίσχυση των σχολείων. Οι θιγόμενοι αντέδρασαν με επιστολή τους, που δημοσιεύεται στο «Νεολόγο» στις 11 Μαρτίου 1875, τονίζοντας:

«Το τοιούτον ουδέν άλλον ή αποκύημα αριδήλου εθελοκακίας και διαβολής, διαψεύδοντες άρδην, αποκαλούμεν τον τοιαύτα γράφοντα διαστροφέα της αλήθειας».

Την επιστολή υπέγραφαν οι Σεπρικός Λεονάρδος, Τουρλόπουλος Περικλής, Βάλσαμος Ν., Κράχτογλους Κ., Τσελεμπάκης Ε.Δ., Τουρλόπουλος Ζαφ., Αϊβάζογλους Δ. Ιατρός, Γουναρόπουλος Ρ.Ν.

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

_______________________

[1] Από την Βικιπαιδεία την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Author: Μνήμες