Νίκαια

Η Νίκαια βρίσκεται στη βορειοανατολική Τουρκία. Είναι πόλη της Βιθυνίας (σημ. Iznik). Ιδρύθηκε από τον Αντίγονο Α΄ (315 π.Χ.).  Ο ιστορικός Μέμνων ήθελε την πόλη να κτίζεται από μετανάστες από την πόλη Νίκαια της Λοκρίδος, πλησίον των Θερμοπυλών. Πράγματι η τελευταία καταστράφηκε κατά τον Ιερό πόλεμο και οι Φωκείς γείτονες ξερρίζωσαν τους Νικαείς από την πόλη τους. Οι άστεγοι πλέον κάτοικοι ακολούθησαν τον Μ. Αλέξανδρο μέχρι την Ινδία και κατά την επιστροφή ίδρυσαν στην Βιθυνία μια ομώνυμη πόλη σε ανάμνηση της κατεστραμμένης τους πατρίδας. Οι ιστορικοί μελετητές όμως συμφωνούν ότι η πόλη της Βιθυνίας είχε μακεδονικές καταβολές. Προτού κτιστεί η Νίκαια, υπήρχε στο μέρος εκείνο μια αρχαιότερη ελληνική αποικία (σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο) ονόματι Ολβία που κτίστηκε επί του παλαιοτέρου φρυγικού χωρίου Αγκώρη ή Ελικώρη. Κατά την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου προς ανατολάς, Μακεδόνες άποικοι από την Βοττιαία (περιοχή γύρω από την Πέλλα) εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Ολβίας και μετονόμασαν την πόλη σε Βοττίειον, όπως αναφέρουν οι ιστορικοί Δίων ο Χρυσόστομος[2] και Στέφανος ο Βυζάντιος[3]. Στην συνέχεια όταν η Μικρά Ασία περιήλθε στην κατοχή του Αντιγόνου Α΄ το 311 π.Χ. η πόλη μετονομάστηκε σε Αντιγόνεια. Το 301 π.Χ. η πρώην επικράτεια του Αντιγόνου περιήλθε στον Λυσίμαχο (που τον νίκησε στην μάχη της Ιψού), ο οποίος κληροδότησε στην πόλη την τελική της ονομασία: Νίκαια, για να τιμήσει την σύζυγό του και θυγατέρα του Αντιπάτρου.

Έγινε γνωστή, διότι εκεί συνήλθε η Πρώτη και η Έβδομη Οικουμενική Σύνοδος. Τον 11ο αι. καταλήφθηκε από τους Σελτζούκους Τούρκους για να ανακαταληφθεί στη συνέχεια από τους Σταυροφόρους της Α’ Σταυροφορίας, οι οποίοι την παρέδωσαν στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Αλέξιο Α’ Κομνηνό. Αργότερα έγινε πρωτεύουσα της Ελληνικής Αυτοκρατορίας της Νικαίας (12041259) μετά την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης. Την περίοδο εκείνη είχε μεταφερθεί στη Νίκαια και η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η Νίκαια καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1331, οι οποίοι την ονόμασαν Ιζνίκ (εις την Νίκαιαν[4]). Παρήκμασε αργότερα, όταν αναπτύχθηκε η Κωνσταντινούπολη ως πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τον 16ο αιώνα απέκτησε μεγάλη φήμη για τα πλακάκια της και την κεραμική της γενικότερα.

Προς το τέλος του 19ου αι., με τις πολεμικές προετοιμασίες της αυτοκρατορίας αλλά και τη σφαγή των Αρμενίων και το ξερίζωμα των Ελλήνων αργότερα, η πόλη παρήκμασε[5] και σήμερα είναι ένα μικρό αστικό κέντρο 15.000 κατοίκων, στο οποίο σώζονται οι ρωμαϊκοί και βυζαντινοί προμαχώνες, περιμέτρου 4,5 χιλιομέτρων.

Πηγή: Βικιπαιδεία

« Back to Glossary Index

Author: Μνήμες

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *