Κύπρος – Χρονολόγιο (1968 -1970)

Με την ανάδειξη του στρατιωτικού καθεστώτος στην Ελλάδα του 1967 η Κύπρος είχε αρκετά να χάσει στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό. Καθένας από τα ενδιαφέροντα μέρη είχε τα δικά του σχέδια. Από τη μια η Κύπρος προσπαθούσε να διατηρήσει και να ενισχύσει την ανεξαρτησία της, ενώ από την άλλη η Τουρκία προσπαθούσε να καταλύσει αυτήν την ανεξαρτησία. Τέλος η Ελλάδα είχε ανάγκη από ένα “θρίαμβο” που θα στήριζε τη χούντα, αλλά για να το πετύχει σκεφτόταν να βγάλει από τη μέση τον Μακάριο.

Η Αμερική και το ΝΑΤΟ ήθελαν να υποτάξουν την Κύπρο που τους ήταν χρήσιμη σαν ένα ισχυρό φυλάκιο στην περιοχή των πετρελαίων.

Στο μεταξύ συνεχίζονταν οι προσπάθειες του Ο.Η.Ε. για επίτευξη ειρηνικής λύσης του Κυπριακού ζητήματος και το 1968 σημειώθηκε μια νέα εξέλιξη: άρχισαν οι Διακοινοτικές Συνομιλίες, εκπροσώπων της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής πλευράς υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Οι συνομιλίες αυτές, που συνεχίστηκαν κατά τα επόμενα έξι χρόνια και αργότερα διευρύνθηκαν με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων από την Ελλάδα και την Τουρκία, σημείωσαν κάποια πρόοδο και αναμενόταν ότι σε πολλές από τις ζωτικές διαφορές των δυο πλευρών θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί τελική συμφωνία που θα άνοιγε το δρόμο για τη ρύθμιση του ζητήματος. Ένας νέος παράγοντας που δεν πρόβλεψε η ελληνοκυπριακή πλευρά όμως παρουσιάστηκε και εξουδετέρωσε τη θέση ισχύος της: η εμφύλια διαμάχη…

Ας δούμε όμως πώς τα γεγονότα εξελίχθηκαν σύμφωνα με τον Α. Αγγελίδη στο βιβλίο του “Κύπρος-Ημερολόγιο λεηλασιών και αγώνων…” έκδοση 1980.

1968

1968

ΙΟΥΝΙΟΣ 1968

Τον Ιούνιο του 1968 κι ύστερα από πίεση των Ηνωμένων Εθνών, αρχίζουν συνομιλίες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στη Βηρυτό, οι οποίες, λόγω του ότι γίνονται μεταξύ των δύο κοινοτήτων, ονομάζονται «διακοινωτικές». Τους Έλληνες εκπροσωπεί ο πρόεδρος της κυπριακής Βουλής, ο Γλαύκος Κληρίδης και τους Τούρκους ο Ραούφ Ντενκτάς.

Καθ’ όλη τη διάρκεια των διακοινοτικών συνομιλιών (που κράτησαν ως το 1967), οι Τούρκοι επέμεναν στη διχοτόμηση της Κύπρου, αξιώνοντας να τους παραχωρηθούν ξεχωριστές περιοχές του νησιού, οι οποίες θα ήταν αυτόνομες, θα ανήκαν σ’ αυτούς ολοκληρωτικά και θα αποτελούσαν μαζί με τις υπόλοιπες, που ήδη κατείχαν, ομοσπονδιακό κράτος, ενώ οι Έλληνες υποστήριζαν τη διατήρηση ενός ενιαίου κυπριακού κράτους, με ταυτόχρονη παροχή εγγυήσεων στην τουρκοκυπριακή μεινότητα.

Οι αρχηγοί των αντιπροσωπειών, Κληρίδης και Ντενκτάς, επισκέφτηκαν πολλές φορές την Αθήνα και την Άγκυρα, για να κατατοπίσουν τις αντίστοιχες κυβερνήσεις σχετικά με τα συζητούμενα και να τις ενημερώσουν για τις προόδους των εργασιών τους.

Την εποχή αυτή, η τουρκική κυβέρνηση υποστηρίζει σθεναρά τις απόψεις του Ντενκτάς, που στην ουσία είναι δικές της αξιώσεις και, για να ενισχύσει περισσότερο ηθικά και υλικά τους Τουρκοκυπρίους, τους παρέχει οικονομική βοήθεια, για να δημιουργήσουν δική τους ανεξάρτητη οικονομία στο νησί.

Η χούντα των Αθηνών δεν αντιδρά καθόλου στις τουρκικές αυτές χειρονομίες. Οι «θεόπεμπτοι» κατά το Μελέτιο και οι φωτεινοί αστέρες κατά το Δωρόθεο, μεγαλόσχημοι δικτάτορες ασχολούνται με άλλα θέματα.

Στο τέλος του Ιούλη επισκέπτεται την Αθήνα και ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Βενέδικτος.

13 Αυγούστου

Συλλαμβάνεται από τη Χούντα ο Αλέξανδρος Παναγούλης...
Συλλαμβάνεται από τη Χούντα ο Αλέξανδρος Παναγούλης…

Περιφρονώντας όλα αυτά ο ελληνικός λαός, μέσα κι έξω από την Ελλάδα, τάσσεται με το μέρος των αγωνιζόμενων Κυπρίων και αντιτάσσεται και πολεμά με κάθε τρόπο τους δικτάτορες. Στις 13 Αυγούστου, στην Αθήνα γίνεται από τον Αλέξανδρο Παναγούλη απόπειρα κατά της ζωής του δικτάτορα Παπαδόπουλου.

Η απόπειρα αποτυγχάνει και ο Παναγούλης συλλαμβάνεται από τους χουντικούς, υποβάλλεται σε απάνθρωπα και φριχτά βασανιστήρια και καταδικάζεται από στρατοδικείο σε θάνατο.

 —

 

29 Σεπτεμβρίου

Η χούντα στις 29 Σεπτεμβρίου κάνει δημοψήφισμα, για να αποφανθεί ο λαός για το νέο «σύνταγμα» των δικτατόρων. Κάτω από τη βία και την απειλή των όπλων και της εξορίας, το «σύνταγμα» παίρνει 4.638.543 «Ναι» και 391.923 «Όχι».

 

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1968

Την εποχή αυτή, οι σχέσεις Αθηνών – Λευκωσίας είναι τεταμένες. Αφ’ ενός γιατί ο Μακάριος δεν δέχεται ασυζητητί τις λύσεις που επιδιώκει για το κυπριακό η δικτατορική κυβέρνηση της Ελλάδας και αφ’ ετέρου γιατί η χούντα κατηγορεί τον υπουργό των Εξωτερικών και Άμυνας της Κύπρου, τον Πολύκαρπο Γεωρκάτζη, ότι είναι ανακατεμένος στην απόπειρα του Παναγούλη κατά της ζωής του Παπαδόπουλου.

Πολύκαρπος Γιωρκάτζης
Πολύκαρπος Γιωρκάτζης

Ο τύπος των Αθηνών γράφει πως η Ελλάδα θα αποσύρει όλες τις δυνάμεις της από την Κύπρο, αν ο Μακάριος δεν επιληφθεί της υπόθεσης Γεωρκάτζη και δεν τον αποβάλει από την κυβέρνηση. Ο Γεωρκάτζης υποβάλει την παραίτησή του και ο Μακάριος, κάτω από το βάρος των περιστάσεων, αναγκάζεται να την αποδεχτεί.

Οι σπουδαστές στη Λευκωσία οργανώνουν διαδηλώσεις και διαμαρτύρονται για την επέμβαση της χούντας.

Τον Οκτώβριο του 1968, γίνεται γνωστό πως ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Ου-Θαντ αποφασίζει να μειώσει κατά το 1/4 τη σταθμεύουσα στην Κύπρο ειρηνευτική δύναμη των Ηνωμένων Εθνών, η οποία αριθμεί 4.250 άντρες. Κι αυτό, γιατί καθίσταται προβληματική η συντήρησή της, γιατί τα κράτη-μέλη καθυστερούν την καταβολή των συνεισφορών τους προς τον ΟΗΕ.

Οι Άγγλοι συνειδητοποιούν πια ότι σύντομα οι Κύπριοι θα αξιώσουν την απομάκρυνση των βρετανικών βάσεων από το έδαφός τους (παρ’ ότι η παραμονή των βρετανικών στρατευμάτων στην Κύπρο συμβάλλει στην κυπριακή οικονομία με δεκαπέντε περίπου εκατομμύρια λίρες Αγγλίας). Γι’ αυτό και αρχίζουν να σκέφτονται στα σοβαρά την περίπτωση μεταβίβασης των κατεχόμενων περιοχών των βάσεων στο κυπριακό κράτος και την ταυτόχρονη ενοικίασή τους από αυτό.

3 Νοεμβρίου

Στις 3 Νοεμβρίου, έγινε η κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου. Του «Γέρου», όπως τον αποκαλούσαν τελευταία. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες της εποχής εκείνης, περίπου 300.000 λαού παρακολούθησαν την κηδεία του στους δρόμους της Αθήνας. Η Αθήνα σείστηκε από τα συνθήματα, που δονούσαν την ατμόσφαιρα: «Κάτω η τυραννία». «Θέλουμε ελευθερία». «Πού είναι το ΟΧΙ μας;». «Μπερδέψατε τα νούμερα», εννοώντας το φιάσκο του δημοψηφίσματος της 29ης Σεπτεμβρίου.

Την άλλη μέρα, οι «Τάιμς» της Ν. Υόρκης έγραψαν: «Η κηδεία του Παπανδρέου μετατράπηκε σε έντονη διαμαρτυρία».

24 Νοεμβρίου

Στις 24 Νοεμβρίου, η «Ντειλυ Τέλεγκραφ» δημοσιεύει αποκαλυπτικό σχόλιο, το οποίο μιλά ξεκάθαρα για την εισβολή και διχοτόμηση, καθώς και για το φιλοτουρκικό ρόλο της τότε ελληνικής κυβέρνησης: «Ίσως μια γρήγορη επιχείρηση (από μέρους της Τουρκίας) με την ελάχιστη δυνατή αιματοχυσία, είναι ο μόνος τρόπος, για να λυθεί το χρόνιο αυτό πρόβλημα, προς όφελος όλων, πλην, βέβαια, του αρχιεπισκόπου Μακαρίου και των Ρώσων, πουν θέλουν να κρατήσουν την Κύπρο σα Μήλο της Έριδος μέσα στο ΝΑΤΟ. Τα πράγματα, ίσως, σύντομα διευθετηθούν με κάπποια συμφωνία διχοτόμησης. Η ελληνική κυβέρνηση είναι εξοργισμένη με το Μακάριο και ανυπομονεί να καταλήξει η συμφωνία με την Τουρκία . . »[1. Α. Παπανδρέου: «Η Δημοκρατία στο Απόσπασμα», σελ. 348.].

Την περίοδο του 1968, το αντιαμερικανικό ρεύμα ογκώνεται στην Τουρκία[2. Όπως και το 1969.] και ιδίως ανάμεσα στις προοδευτικές ομάδες. Οι αντιαμερικανικές εκδηλώσεις των φοιτητών διαδέχονται η μία την άλλη στις μεγαλουπόλεις της Τουρκίας. Οι διαδηλωτές ζητούν πολιτικές μεταρρυθμίσεις, έξοδο από το ΝΑΤΟ και κατάργηση των αμερικανικών βάσεων που βρίσκονται στο τουρκικό έδαφος. Η Αμερική στέλνει νέο πρεσβευτή στην Άγκυρα και ο Έκτος Στόλος επισκέπτεται τουρκικά λιμάνια.

1969

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1969

Τον Ιανουάριο του 1969, το Συμβούλιο της Ευρώπης ασχολείται με την κατάσταση στην Ελλάδα και ο Βαν-ντε-Στουλ καταδικάζει τη χούντα και την κατηγορεί για το σφετερισμό της εξουσίας, για τις βιαιότητές της σε βάρος των πολιτών, για το στραγγαλισμό της λαϊκής ετυμηγορίας κατά το σκηνοθετημένο δημοψήφισμα κλπ..

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1969

Το Νοέμβριο, ο πρόεδρος της τουρκικής Δημοκρατίας Σουνάι επισκέπτεται τη Μόσχα. Προς στιγμή, οι Έλληνες της Κύπρου φοβούνται αλλαγή της σοβιετικής πολιτικής, αλλά τελικά η Ρωσία δεν αλλάζει καθόλου τη στάση της στο κυπριακό και συνεχίζει να πιστεύει στην ύπαρξη ανεξάρτητης και ενιαίας Κύπρου. Υπογράφει, όμως, συμφωνίες για την αποστολή εξακοσίων σοβιετικών τεχνικών στην Τουρκία για την ανέγερση εργοστασίου χαλυβουργίας στην Αλεξανδρέττα. Επίσης, η Σοβιετική Ένωση θα χορηγεί στην Τουρκία τριακόσια εξήντα εκατομμύρια δολλάρια για την ανέγερση εργοστασίου αλουμίνας, διυλιστηρίου πετρελαίου και άλλων βιομηχανικών μονάδων.

12 Δεκεμβρίου

Tο Συμβούλιο της Ευρώπης, ύστερα από τρίτη κατά σειρά δυσμενή έκθεση εξεταστικής επιτροπής, απέβαλε την Ελλάδα των συνταγματαρχών από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Ο δημοκρατικός λαός της Ελλάδας και της Κύπρου στενοχωρέθηκε αφ’ ενός για την ταπείνωση της χώρας, πανηγύρισε, όμως, αυτήν την καταδίκη της χούντας.

1970

1970

Το έτος 1970 ήταν δραματικό για την Κύπρο, γιατί την εποχή αυτή εντάθηκαν οι αντιθέσεις μεταξύ Γρίβα και ελληνικής χούντας αφ’ ενός και Γρίβα και Μακαρίου αφ’ ετέρου. Ο Γρίβας, υποστηριζόμενος από τους δικτάτορες της Αθήνας, επέμενε στην άμεση ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Μακάριος επιθυμούσε βέβαια κι αυτός την ένωση, αλλά όχι αμέσως. Εκτιμώντας τη διεθνή κατάσταση, τις έντονες αντιδράσεις της Τουρκίας και τις προθέσεις των Αμερικανών για την εγκατάσταση πυραύλων στο νησί, ο εθνάρχης άφηνε την ένωση για άλλον ευθετότερο χρόνο.

Οι απόψεις, όμως, αυτές του Μακαρίου έρχονταν σε άμεση αντίθεση με τις προϋποθέσεις και τις βλέψεις του στρατιωτικού καθεστώτος της Αθήνας. Οι δικτάτορες και οι Αμερικανοί έβλεπαν το Μακάριο σαν ένα μεγάλο εμπόδιο στα σχέδιά τους. Γι’ αυτό και αποφάσισαν την εξόντωσή του.

Έτσι, με πρωτοβουλία φανατικών χουντικών, συγκροτήθηκε στην Κύπρο μια συνωμοτική και τρομοκρατική οργάνωση, το Εθνικό Μέτωπο (Ε.Μ.), που έθεσε σα σκοπό της τον αφανισμό του Μακαρίου.

Χωρίς να κοινολογήσουν οι ιθύνοντες του Ε.Μ. τους πραγματικούς σκοπούς τους, συγκέντρωσαν μερικές εκατοντάδες αγωνιστών, από αυτούς που ως τώρα αγωνίζονταν για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού, τους όρκισαν και τους οργάνωσαν σε ένοπλες ομάδες. Η πρώτη αντιμακαριακή δράση των ομάδων αυτών εκδηλώθηκε την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1970. Τότε, επέδραμαν κατά των μεταλλείων Καλαβάσου και Λεμεσού και αφαίρεσαν διάφορες ποσότητες εκρηκτικών υλών. Μετά, ομάδες της μυστικής αυτής οργάνωσης του Ε.Μ., κατέλαβαν το ορεινό χωριό Όμοδος και συγκέντρωσαν τα υπάρχοντα εκεί όπλα. Οι άντρες των ομάδων αυτών συνέλαβαν και ξυλοκόπησαν χωρικούς, οπαδούς του Μακαρίου, για να υπογραμμίσουν την παρουσία τους, να δείξουν έτσι την ισχύ τους και να αποδείξουν ότι δεν παραδέχονται και δεν υπακούουν στο κράτος της Κύπρου.

9 Ιανουαρίου

Την εποχή εκείνη, ο Μακάριος απουσίαζε στη Ζάμπια και προεδρεύων της Δημοκρατίας ήταν ο Γλαύκος Κληρίδης. Και ενώ ο Κληρίδης και η κυβέρνηση προσπαθούσαν να επιβληθούν και να ελέγξουν την κατάσταση, οι  αναρχικοί, καθοδηγούμενοι μυστικά από την ΚΥΠ των δικτατόρων της Αθήνας, κατάστρωναν στις 9 Ιανουαρίου 1970 σχέδιο κατάληψης των κυβερνητικών κτιρίων σε διάφορες πόλεις της Κύπρου. Το σχέδιο, όμως, διέρρευσε και, με τα έκτακτα προληπτικά μέτρα που πήρε η κυβέρνηση, ατόνισε και έμεινε απραγματοποίητο.

 

17 Ιανουαρίου

Στις 17 Ιανουαρίου, έφτασε στην Αθήνα για συνομιλίες ο Μακάριος, επιστρέφοντας από το Ναϊρόμπι. Όσο κρατούσαν οι συζητήσεις μεταξύ Μακαρίου και των στρατιωτικών στην Αθήνα, οι εκρήξεις και οι ταραχές δονούσαν την Κύπρο. Τώρα, το κύριο αντικείμενο της δράσης των ενόπλων του Ε.Μ. στο νησί δεν ήταν πια οι Άγγλοι ή οι Τούρκοι. Ήταν οι μακαριακοί και ο άμεσος σκοπός δεν ήταν η απελευθέρωση και η ανεξαρτησία της Κύπρου. Ήταν η εξόντωση του Μακαρίου.

Παρ’ ότι φαινομενικά οι συζητήσεις των Αθηνών πήγαιναν καλά, η ατμόσφαιρα φαινόταν ψυχρή κι ο Μακάριος ένιωθε το αόρατο κρύο χέρι των συνωμοτών να κινείται ανήσυχο και δολοφονικό γύρω του.

 

18 Ιανουαρίου

Έχουν διαρρεύσει πληροφορίες, πως οργανώνεται εντατικά άμεση δολοφονική απόπειρα εναντίον του και πως θα εκδηλωθεί αμέσως, μόλις πατήσει το πόδι του στο νησί, επιστρέφοντας από την Αθήνα. Γι’ αυτό και πάρθηκαν από την κυπριακή κυβέρνηση δρακόντια μέτρα ασφαλείας, όταν στις 18 Ιανουαρίου έφτασε στην Κύπρο ο εθνάρχης. Δυνάμεις ασφαλείας, πιστές στον αρχιεπίσκοπο, φρουρούσαν και έλεγχαν απόλυτα το αεροδρόμιο της Λευκωσίας, καθώς και όλους τους δρόμους ως το προεδρικό μέγαρο. Οι συνωμότες δεν κινήθηκαν, γιατί είδαν πως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Δυσαρεστημένοι από την απώλεια μιας τέτοιας ευκαιρίας, διακήρυτταν πως λίγη μόνο πίστωση χρόνου έδιναν στο Μακάριο και πως σύντομα «ο παπάς» θα αντίκρυζε το εκτελεστικό απόσπασμα.

Παράλληλα, οι εκρήξεις βομβών, οι ανατινάξεις και οι καταστροφές συνεχίζονταν, με μοναδικό αποτέλεσμα την πρόκληση ρηγμάτων στην αμυντική θωράκιση της Κύπρου.

Την εποχή αυτή, οι ένοπλες κυπριακές δυνάμεις, αλλά και οι ελληνικές που βρίσκονταν στην Κύπρο, ελέγχονταν απόλυτα από τη χούντα των Αθηνών. Όλες οι μονάδες διοικούνταν από διαλεγμένους χουντικούς αξιωματικούς. Τότε, διοικητής καταδρομών στην Κύπρο ήταν ο Δ. Παπαποστόλου, τον οποίο θα συναντήσουμε και παρακάτω.

Επίσης, την εποχή αυτή, συναντήθηκε στη Ρώμη ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος με τον εξόριστο τότε βασιλιά Κωνσταντίνο. Λέγεται, πως ο Μακάριος προσφέρθηκε τότε να μεσολαβήσει για την αποκατάσταση των σχέσεων βασιλιά και δικτατόρων.

Παρόμοια συνάντηση επαναλήφθηκε στη Ρώμη και το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου και απέβλεπε στην επαναφορά του βασιλιά και του Καραμανλή στην εξουσία, όπως αποκαλύπτεται από επιστολή του βουλευτή Αμμοχώστου Ηρακλή Χατζηηρακλέους, που δημοσιεύτηκε αργότερα στο «Βήμα» των Αθηνών.

 

29 Ιανουαρίου

Μπροστά στην αποχαλίνωση των ακροδεξιών ένοπλων ομάδων και για να συγκρατηθεί η κατάσταση, η κυπριακή Βουλή ψήφισε στις 29 Ιανουαρίου ειδικό νόμο, που έδινε ευρύτερες εξουσίες στην αστυνομία. Με βάση το νόμο αυτό, η αστυνομία προσπαθούσε να συγκεντρώσει όλα τα όπλα των ιδιωτών, προκειμένου να αποδυναμώσει τους παράνομους ακροδεξιούς, τους οποίους και είχε κηρύξει εκτός νόμου. Επιπλέον, ο νόμος αυτός έδινε την εξουσία στην αστυνομία να συλλαμβάνει και να περιορίζει μέχρι τρεις μήνες χωρίς δίκη, οποιονδήποτε θεωρούσε ύποπτο παρανομίας.

Το πλήθος των μακαριακών και ο κυπριακός τύπος κατηγορούσαν τη χούντα των Αθηνών ότι υπέθαλπε, όπλιζε και συντηρούσε τις αντικυβερνητικές αυτές ένοπλες δυνάμεις.

 

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1970

Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, πιεζόμενος από τα πράγματα και για να αποφύγει ευρύτερη διεθνή δυσμένεια, δηλώνει πως δεν έχει καμιά σχέση με τους αντικυβερνητικούς της Κύπρου και πως δεν τους παρέχει καμιά απολύτως υποστήριξη.

 

8 Μαρτίου

Η δραστηριότητα, όμως και η μανία των αντιμακαριακών εντάθηκε και οι συνωμότες δεν έπαψαν να καιροφυλακτούν. Ήξεραν ότι ο Μακάριος θα έπαιρνε στις 8 Μαρτίου μέρος στην τελετή του μνημοσύνου του ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου στη μονή Μαχαιρά, όπου και σκοτώθηκε ο νεαρός αγωνιστής από τους Άγγλους στις 2 Μαρτίου 1957. Γι’ αυτό και προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία και του έστησαν ενέδρα, για να τον δολοφονήσουν. Τοποθέτησαν πολυβόλο πάνω στην ταράτσα της βιβλιοθήκης του γυμνασίου που βρίσκεται απέναντι από την αρχιεπισκοπή. Μόλις το ελικόπτερο του αρχιεπισκόπου απογειώθηκε και έφτασε σε απόσταση 200 περίπου μέτρων από το γυμνάσιο, το πολυβόλο άρχισε να βάζει εναντίον του. Ταυτόχρονα, έβαζαν και δύο άλλοι τυφεκιοφόροι. Οι ριπές δεν έπληξαν το Μακάριο. Τραυμάτισαν, όμως, θανάσιμα τον πιλότο του ελικοπτέρου, ο οποίος αιμόφυρτος και πριν ξεψυχήσει κατάφερε και προσγείωσε σώο το σκάφος. Έτσι κι αυτή η απόπειρα δολοφονίας του προέδρου της Κύπρου απέτυχε. Συνελήφθησαν τέσσερις Ελληνοκύπριοι σαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση. Η οργάνωση της δολοφονικής αυτής απόπειρας, έργο του Ε.Μ., αποδόθηκε στον Πολύκαρπο Γεωρκάτζη. Ο Γεωρκάτζης ήταν παλιότερα, όπως είδαμε, υπουργός Άμυνας της Κύπρου, αλλά το 1968 αναγκάστηκε να παραιτηθεί, γιατί το όνομά του είχε αναμειχθεί στην υπόθεση Παναγούλη.

Για την ανάμειξή του στην απόπειρα κατά του Μακαρίου ο Γεωρκάτζης, φυσικά, αρνήθηκε επίμονα κάθε συμμετοχή, αλλά σε έρευνες που έγιναν στο σπίτι του βρέθηκαν όπλα, τα οποία τον ανοχοποιούσαν. Για την παράνομη κατοχή αυτών των όπλων του επιβλήθηκε πρόστιμο και του απαγορεύτηκε η έξοδος από την Κύπρο.

 

15 Μαρτίου

Λίγες μέρες αργότερα, στις 15 Μαρτίου, ο Γεωρκάτζης βρέθηκε δολοφονημένος μέσα στο αυτοκίνητό του. Στη δολοφονία αυτή αναμείχθηκε και το όνομα του Δ. Παπαποστόλου.

Αμέσως μετά την αποτυχία της απόπειρας κατά του Μακαρίου και τη δολοφονία του Γεωρκάτζη, ο διοικητής καταδρομών της ΕΔΛΗΚ Παπαποστόλου ζήτησε από την Αθήνα να τον ανακαλέσει από την Κύπρο.

Ο Παπαποστόλου το 1967 ήταν λοχαγός καταδρομών. Την εποχή του πραξικοπήματος ανήκε στην ομάδα πραξικοπηματιών του Ασλανίδη. Τον Αύγουστο του 1967 ήταν μέλος του έκτακτου στρατοδικείου Αθηνών, που δίκασε τον Ε. Αβέρωφ.

Ο Αβέρωφ συνελήφθη από τη χούντα και παραπέμφθηκε στο στρατοδικείο με την κατηγορία ότι στο σπίτι του είχαν συγκεντρωθεί ορισμένοι Έλληνες πολιτικοί (οι συγκεντρώσεις ήταν απαγορευμένες από τη χούντα), με σκοπό να οργανώσουν αντιδικτατορικό κίνημα στο ναυτικό.

Τότε, με εντολή του Παπαδόπουλου, ο Ασλανίδης και ο Παττακός πλησίασαν τον Παπαποστόλου και του μήνυσαν, ότι η κυβέρνηση αποφάσισε να καταδικάσει μεν τον Αβέρωφ, αλλά με αναστολή. Ο σκληρός, όμως, Παπαποστόλου απάντησε πως δεν αναγνώριζε αξιώσεις της κυβέρνησης και πως αυτός έπαιρνε εντολές μόνο από το επαναστατικό συμβούλιο.

Η επιστροφή του Παπαποστόλου στην Ελλάδα ανησύχησε το δικτάτορα Παπαδόπουλο, ο οποίος ήθελε να τον απομακρύνει και πάλι από την πρωτεύουσα. Μεσολάβησε ο Αγγελής και του πρότεινε να πάει στρατιωτικός ακόλουθος στην πρεσβεία στο Βουκουρέστι. Ο Παπαποστόλου εκνευρίστηκε και είπε στον Αγγελή να πει στον Παπαδόπουλο να στείλει τον αδελφό του εκεί. Τελικά στάλθηκε στρατιωτικός ακόλουθος.

 

ΜΑΪΟΣ 1970

Στο μεταξύ, παρά την επαγρύπνηση και τα αυστηρά μέτρα της κυπριακής αστυνομίας, οι ένοπλες αντιμαραριακές ομάδες, με σύνθημά τους την «Ένωση», συνεχίζουν τη δράση τους. Το Μάιο, μασκοφόροι χτυπούν αστυνομικούς σταθμούς στη Λεμεσό και συλλαμβάνουν περί τα εξήντα άτομα, τα περισσότερα από τα οποία είναι αστυνομικοί.

 

5 Ιουλίου

Στις 5 Ιουλίου, γίνονται στην Κύπρο βουλευτικές εκλογές. Από τις 35 έδρες, που σύμφωνα με το σύνταγμα ανήκουν στους Ελληνοκυπρίους, τις 15 πήρε το Ενωτικό Κόμμα του Γλαύκου Κληρίδη, τις 9 το ΑΚΕΛ, τις 2 η Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου και τις 2 οι ανεξάρτητοι. Τις 15 τουρκοκυπριακές τις πήρε ο Ραούφ Ντενκτάς.

Το γεγονός ότι το ΑΚΕΛ (Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού), το κομμουνιστικό κόμμα Κύπρου έχει πάρει το 30% των ψήφων ανησυχεί τους δικτάτοτες στην Αθήνα. Το ότι δε το ΑΚΕΛ συμβαδίζει με το Μακάριο τους ενοχλεί τόσο πολύ, ώστε γίνεται κι αυτό ένας λόγος έντασης των ενεργειών τους για την ανατροπή και την απομάκρυνση του εθνάρχη.

 

17 Αυγούστου

Ύστερα από τις εκλογές, άρχισε ο τρίτος γύρος των διακοινοτικών συνομιλιών μεταξύ Κληρίδη και Ντενκτάς, ο οποίος έκλεισε στις 17 Αυγούστου, χωρίς να σημειωθεί καμία απολύτως σύμπτωση απόψεων των δύο μερών.

 


Κύπρος – Χρονολόγιο (1959-1967)

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και τα επακόλουθα

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, που υπογράφηκαν το 1959 μεταξύ Μεγάλης ΒρετανίαςΕλλάδαςΤουρκίαςελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας, ήταν οι Συνθήκες με τις οποίες τερματίστηκε η βρετανική κυριαρχία επί της Κύπρου και ιδρύθηκε ανεξάρτητο Κυπριακό κράτος. Η συμφωνία της Ζυρίχης υπογράφηκε στις 11 Φεβρουαρίου 1959 από τους τότε πρωθυπουργούς της Ελλάδας Καραμανλή και της Τουρκίας Μεντερές. Η συνθήκη επικυρώθηκε μια βδομάδα αργότερα, στις 19 Φεβρουαρίου 1959 στο Λονδίνο, όπου και υπογράφηκε η Συμφωνία του Λονδίνου από τους πρωθυπουργούς και υπουργούς εξωτερικών Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας, τον εκπρόσωπο της ελληνοκυπριακής κοινότητας Μακάριο και τον εκπρόσωπο της τουρκοκυπριακής κοινότητας Φαζίλ Κιουτσούκ. Η συνθήκη κατοχύρωνε την ανεξαρτησία της Κύπρου, καθόριζε το Σύνταγμα του νέου κράτους και τα δικαιώματα κάθε εθνοτικής κοινότητας όσον αφορά το κράτος και τη διακυβέρνηση. Η πολιτειακή οργάνωση του νεοσύστατου κράτους ήταν πολύπλοκη και απαιτούσε ομοφωνία και των δύο κοινοτήτων σε μια σειρά από θέματα. Ο Πρόεδρος θα ήταν Ελληνοκύπριος και ο Αντιπρόεδρος Τουρκοκύπριος.

Στις συμφωνίες περιλαμβανόταν “Συνθήκη Εγγυήσεων” μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας, Βρετανίας και Κύπρου με την οποία, σε περίπτωση διασάλευσης της συνταγματικής τάξης, μια από τις τρεις πρώτες «εγγυήτριες δυνάμεις» θα μπορούσε να προβεί σε μονομερή δράση, αφού προηγουμένως είχαν εξαντληθεί τα περιθώρια διαπραγματεύσεων με τις άλλες δυο.

Λίγες μέρες μετά την υπογραφή των συνθηκών απολύθηκαν οι πολιτικοί κρατούμενοι και δόθηκε αμνηστία στους καταζητούμενους. Τα ένοπλα τμήματα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων κήρυξαν κατάπαυση πυρός και στις 16 Αυγούστου 1960 η Κύπρος έγινε ανεξάρτητο κράτος.

Η Συμφωνία της Ζυρίχης ουσιαστικά κατέρρευσε το 1963, μετά από αλλαγές που επιχείρησε να κάνει ο Μακάριος στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας (τα «13 Σημεία») και τις σφοδρές ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που ακολούθησαν το 1963-64. Παρόλα αυτά, το Σύνταγμα που προέβλεπαν οι Συμφωνίες εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα στην Κύπρο[1], τροποποιημένο αρχικά λόγω της απόσυρσης των Τουρκοκυπρίων από την πολιτική ζωή σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα «13 Σημεία» του Μακάριου και στη συνέχεια λόγω της εισβολής. Οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου χρησιμοποιήθηκαν σαν δικαιολογία για την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974 μετά το υποκινηθέν από τη Χούντα των Συνταγματαρχών πραξικόπημα Σαμψών που επιχείρησε να ανατρέψει τον Μακάριο[2], παρά το γεγονός ότι η Συνθήκη Εγγυήσεων δεν της έδινε το δικαίωμα είτε για στρατιωτική δράση χωρίς προηγούμενες διαβουλεύσεις, είτε για παραμονή των στρατευμάτων της στο νησί μετά την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης.

Πηγή Βικιπαιδεία


Χρονολόγιο του Αλέκου Αγγελίδη
από το βιβλίο “Κύπρος-Ημερολόγιο λεηλασιών και αγώνων…

1959

5 Φεβρουαρίου 1959

Στις 5 Φεβρουαρίου, η ελληνική κυβέρνηση ανακοινώνει, πως οι πρωθυπουργοί και οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας, σύμφωνα με τις τελευταίες αποφάσεις του ΟΗΕ και του Συμφώνου του ΝΑΤΟ στο Παρίσι, θα συναντηθούν στη Ζυρίχη της Ελβετίας, για να συζητήσουν το κυπριακό.

 

6 Φεβρουαρίου

Την επόμενη, 6 Φεβρουαρίου, αρχίζουν στη Ζυρίχη οι διμερείς ελληνοτουρκικές συζητήσεις. Από μέρους της Ελλάδας παίρνουν μέρος ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο τότε υπουργός των Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ. Από μέρους της Τουρκίας, ο πρωθυπουργός Αντνάν Μεντερές και ο υπουργός των Εξωτερικών Φαντίν Ροστού Ζορλού.

Ο Μεντερές ήταν τότε εξήντα ετών. Έγινε πρωθυπουργός της Τουρκίας στις 25/5/50 και στις 6 Φεβρουαρίου συμπλήρωνε στην πρωθυπουργική έδρα 8 χρόνια, 8 μήνες και 11 μέρες. Γεννήθηκε το 1899 στο Αϊδίνι της Τουρκίας από γονείς, των οποίων η καταγωγή ήταν από τη Ρούμελη. Οι γονείς του πέθαναν από φυματίωση και έμεινε ορφανός από πολύ μικρός. Ο πατέρας του, όμως, του άφησε μια τεράστια περιουσία, που το κύριο μέρος της το αποτελούσαν σαράντα χιλιάδες στρέμματα. Όταν μεγάλωσε ο Αντνάν, πήγε στη Νομική σχολή. Στη συνέχεια έγινε αξιωματικός του ιππικού και το 1930 μπήκε στην πολιτική, σαν πρόεδρος του τμήματος ΑΪδινίου του Φιλελεύθερου Κόμματος, που ίδρυσε ο Φετζή Ογκιάρ, συνεργάτης του Κεμάλ. Το 1931, μεταπήδησε στο Ρεπουμπλικανικό Εθνικό Κόμμα και βγήκε βουλευτής. Τον διέγραψαν, όμως, από αυτό και το 1945 συνεργάστηκε με το Τζελάλ Μπαγιάρ και μαζί ίδρυσαν το Δημοκρατικό Κόμμα. Το κόμμα τους κέρδισε τις εκλογές το 1950 και ο Μεντερές έγινε πρωθυπουργός.

Ο Ζορλού ήταν διπλωμάτης καριέρας και ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών της Άγκυρας το 1954.

Και οι δυο τους εκτελέστηκαν με απαγχονισμό από το στρατιωτικό κίνημα, που ξέσπασε στην Τουρκία στις 27 Μαΐου 1960.

Ο Ζορλού κρεμάστηκε στις 16/9/61 και ο Μεντερές μια μέρα αργότερα, στις 17/9/61. Ο πρώτος ήταν γνωστός σαν ο κύριος του «δέκα τοις εκατό» από το ποσοστό των πομηθειών που έβαζε στο χέρι από διάφορες συμβάσεις και ο δεύτερος χαρακτηρίστηκε από τους αντιπάλλους του σαν ψυχοπαθής. Ήταν προληπτικός, φιλόδοξος και μεγαλομανής. Και οι δυο ήταν διάσημοι για τις εξωσυζυγικές τους σχέσεις και πολλές φορές είχαν δημιουργήσει σκάνδαλα και είχαν απασχολήσει τη δικαιοσύνη. Επιπλέον, αυτοί ήταν και οι οργανωτές των ταραχών και των ωμοτήτων, στις οποίες ξέσπασε ο τουρκικός όχλος της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης το 1955 σε βάρος των Ελλήνων.

Μ’ αυτούς, λοιπόν, παρακάθησαν στο τραπέζι των συζητήσεων στις 6 Φεβρουαρίου στη Ζυρίχη ο Καραμανλής και ο Αβέρωφ για την ιστορική συμφωνία και το ποιόν των οποίων άλλοι θα πουν αργότερα.

 

11 Φεβρουαρίου

Ύστερα από σύσκεψη πέντε ημερών, υπέγραψαν στις 11 του ίδιου μήνα την περίφημη «Συμφωνία της Ζυρίχης» και στη συνέχεια τσούγκρισαν τα ποτήρια τους επιδεικτικά μπροστά στους φακούς των φωτογραφικών μηχανών και στις κάμερες της τηλεόρασης και ήπιαν σαμπάνια, μάλλον στην υγεία τους κι όχι στη γρήγορη και σωστή λύση του κυπριακού. Και τα δυο μέρη θα πρέπει να γνώριζαν από τότε ακόμη, πως η Ζυρίχη δεν ήταν το τέλος ενός προβλήματος, αλλά η αρχή της περιπλοκής του. Η συμφωνία περιλάμβανε τους παρακάτω βασικούς όρους:

  1. Η αγγλική επικυριαρχία θα διατηρηθεί στις δυο βάσεις της Δεκελείας και του Ακρωτηρίου. Σε μια έκταση 99 τ. χλμ..
  2. Η Αγγλία, η Ελλάδα και η Τουρκία θα εγγυηθούν την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα του νέου κυπριακού κράτους.
  3. Η Ελλάδα και η Τουρκία υπόσχονται να σεβαστούν την ακεραιότητα των περιοχών, που παραμένουν κάτω από τη βρετανική επικυριαρχία, ήτοι των στρατιωτικών βάσεων, που τώρα μπαίνουν κάτω από τη διοίκηση του βρετανικού υπουργείου αεροπορίας.
  4. Το νέο κράτος δε θα συμβληθεί για καμιά πολιτική ή οικονομική ένωση με κανένα άλλο κράτος αλλά, ούτε και θα αποβλέπει σε κάποιο παρόμοιο στόχο.
  5. Η εκτελεστική εξουσία θα ασκείται από έναν Ελληνοκύπριο πρόεδρο και έναν Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο, οι οποίοι θα πλαισιωθούν από συμβούλιο υπουργών.

Στις 11 Φεβρουαρίου, οι υπουργοί των Εξωτερικών Αβέρωφ και Ζορλού πήγαν στο Λονδίνο, για να συνεχίσουν τις συζητήσεις με τη συμμετοχή και του Άγγλου υπουργού των Εξωτερικών Σέλγουϊν Λόυντ.

 

17 Φεβρουαρίου

Στις 17 του μηνός, στο Λάγκαστερ Χάουζ του Λονδίνου, αρχίζει τις εργασίες της η πενταμελής διάσκεψη από τους Λόυντ, Αβέρωφ, Ζορλού, Μακάριο και Κιουτσούκ. Αργότερα, παίρνουν μέρος και οι πρωθυπουργοί Μακμίλλαν, Καραμανλής και Μεντερές.

Κατά την περίοδο από 13 ως 19 Φεβρουαρίου, η οποία είναι κρισιμότατη για την Κύπρο, ο Μακάριος έχει συνεχείς συσκέψεις με συνεργάτες του, τους αντιπροσώπους διαφόρων φορέων της Κύπρου, που έχουν κληθεί από αυτόν και έχουν έρθει εσπευσμένα στην Αγγλία. Οι εικοσιτρείς Κύπριοι παράγοντες έχουν κληθεί από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο να μεταβούν στο Λονδίνο και να αποτελέσουν το συμβουλευτικό σώμα των αντιπροσώπων. Ο Γρίβας, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος και όπως αποδεικνύει με διάφορα έγγραφα που δημοσιεύει στα απομνημονεύματά του, δεν ειδοποιήθηκε σχετικά και ούτε του ζητήθηκε να στείλει αντιπροσώπους του, για να εκφράσουν και τις απόψεις της ΕΟΚΑ. Ο Αβέρωφ, όμως, δεν διστάζει καθόλου να δηλώσει στην ελληνική Βουλή, στις 25/2/59, ότι η ΕΟΚΑ αντιπροσωπεύτηκε στο Λονδίνο, ότι πήρε μέρος στα συζητούμενα τότε εκεί και ότι συμφώνησε με τις αποφάσεις που πάρθηκαν στο Λονδίνο. Οι δηλώσεις αυτές εξόργισαν κυριολεκτικά το Γρίβα.

Κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων στο Λονδίνο, ο Καραμανλής και ο Αβέρωφ κατέβαλαν κάθε προσπάθεια και εξάσκησαν κάθε πίεση, για να πείσουν τους Κύπριους εκπροσώπους να δεχτούν τις συμφωνίες της Ζυρίχης και να τους κάνουν να αναγκάσουν κι αυτοί το Μακάριο να τις αποδεχτεί και να υπογράψει κι αυτός τα σχετικά πρακτικά. Μάλιστα, ο Έλληνας πρωθυπουργός και ο υπουργός των Εξωτερικών δήλωσαν τηλεσιγραφικά στους Κυπρίους ότι, αν η κυπριακή αντιπροσωπεία δεν συμβάλει θετικά ώστε να επιτευχθεί τώρα συμφωνία, η ελληνική κυβέρνηση θα παύσει του λοιπού να ενδιαφέρεται για την Κύπρο.

Απειλές εξαπέλυσε και ο Άγγλος εκπρόσωπος Φουτ κατά του Μακαρίου και των Κυπρίων αντιπροσώπων. Ο Φουτ, μάλιστα, μίλησε για «νέες κακουχίες και δάκρυα», αν ο Μακάριος δεν μεταβάλει στάση. Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση, διασπείροντας κατάλληλα διάφορα ψεύδη, προσπάθησε να επηρεάσει ανάλογα και την κυπριακή κοινή γνώμη, ώστε να προωθήσει οπωσδήποτε σε ευρύτερο χώρο τις απόψεις της. Γι’ αυτό και ενέτεινε περισσότερο και προς πάσα κατεύθυνση τις πιέσεις της.

Όπως προκύπτει από γράμμα προς το Γρίβα του Τάσου Παπαδόπουλου, που μετείχε στην κυπριακή αντιπροσωπεία, η ελληνική πρεσβεία του Λονδίνου, ύστερα από υπόδειξη του Καραμανλή και του Αβέρωφ, προσπάθησε με κάθε τρόπο να διχάσει τους Κυπρίους αντιπροσώπους και να διαβρώσει το φρόνημα και τις απόψεις τους. Ελληνικοί παράγοντες άρχισαν να καλούν στην ελληνική πρεσβεία και να απομονώνουν ένα-ένα τα μέλη της αντιπροσωπείας και με καλοπιάσματα, κολακείες και ταξίματα ξέχωρα στον καθένα, να προσπαθούν να λυγίσουν την επιμονή τους, να ανατρέψουν τις πεποιθήσεις τους και να αποσπάσουν την πολύτιμη υπογραφή τους στα απαράδεχτα κείμενα των συμφωνιών.

Στο Χρυσαφίδη υποσχέθηκε ο Αβέρωφ το υπουργείο Δικαιοσύνης, στον Αιμιλιανίδη μια θέση στη συντακτική επιτροπή για τον καταρτισμό του κυπριακού συντάγματος και το Δέρβη, τον Κληρίδη, τον Ιωάννου και άλλους κολάκεψε ποικιλότροπα, εξαίροντας τα ιδιαίτερα χαρίσματά τους, τη σπάνια προσωπικότητά τους κλπ..

Επιπλέον, ο Αβέρωφ απομόνωσε την κυπριακή αντιπροσωπεία από το Μακάριο και την απείλησε ανοιχτά, λέγοντας ότι, αν απορριφθεί το σχέδιό του αυτό, η Ελλάδα θα πάψει πλέον κάθε υποστήριξη προς την Κύπρο. Τόνισε, μάλιστα, ιδιαίτερα την εξής φράση: «Το αίμα της Κύπρου επί των χειρών σας. Ως ελληνική κυβέρνησις σας δηλώνω ότι αυτό αποτελεί το άκρον άωτον των προσπαθειών μας. Ως εδώ και μη παρέκει». Τότε ο Τάσος Παπαδόπουλος του απάντησε με τα εξής χαρακτηριστικά:

«Εσείς, εξοχώτατε, ως κυβέρνησις πιθανόν να μας εγκατελείψετε. Ο ελληνικός λαός, όμως, πιστεύω πως δε θα μας εγκαταλείψει».

Με την τακτική τους αυτή, ο Καραμανλής και ο Αβέρωφ κατάφεραν να διαβρώσουν τη συνοχή της κυπριακής αντιπροσωπείας και να τη στρέψουν κατά του Μακαρίου, ο οποίος επιμένοντας στις απόψεις του, αντιδρούσε κατά των απόψεων της ελληνικής κυβέρνησης και αρνιόταν να υπογράψει τις συμφωνίες. Τελικά, όμως, ευρισκόμενος μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα, ενέδωσε και οι Κύπριοι αντιπρόσωποι ανέθεσαν στον αρχιεπίσκοπό τους τον εν λευκώ χειρισμό του κυπριακού, όπως έγραψε τότε και ο τύπος.

Οι ραδιουργίες, όμως, του Καραμανλή και του Αβέρωφ δεν σταμάτησαν μόνο στο Μακάριο και στην κυπριακή αντιπροσωπεία του Λονδίνου. Επεκτάθηκαν και στην ελληνική Βουλή. Υπογράφοντας τη συμφωνία της Ζυρίχης, χωρίς να συζητήσουν προηγουμένως το θέμα στη Βουλή, όπως είχαν υποσχεθεί νωρίτερα ότι θα έκαναν, εξαπάτησαν και την εθνική αντιπροσωπεία. Η κυβέρνηση είχε δεσμευτεί επί του προκειμένου με δήλωση του πρωθυπουργού της χώρας στη Βουλή, στις 24/6/58, με την οποία διαβεβαίωσε το σώμα ότι θα θέσει υπόψη του και θα συζητήσει μαζί του τους όρους οποιασδήποτε συμφωνίας για το κυπριακό. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η Βουλή, για άγνωστους γι’ αυτή λόγους, αφέθηκε στο περιθώριο, αγνοήθηκε τελείως και βρέθηκε τελικά και η ίδια προ τετελεσμένων γεγονότων, όπως φαίνεται κι από τα επίσημα πρακτικά του σώματος της 28ης Φεβρουαρίου 1959.

 

19 Φεβρουαρίου

Στις 19 του μηνός, τερματίστηκαν οι εργασίες της «πενταμερούς» με την υπογραφή συμφωνίας, η οποία προέβλεπε την ίδρυση Ανεξάρτητης Δημοκρατίας στην Κύπρο, με εγγυήτριες δυνάμεις την Αγγλία, την Ελλάδα και την Τουρκία. Στο Λονδίνο συμφωνήθηκαν επιπλέον και τα εξής:

α) Οι αποφάσεις της κυπριακής κυβέρνησης, που θα αφορούν θέματα εθνικής ασφάλειας, εθνικής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής, θα υπόκεινται στο βέτο του προέδρου ή του αντιπροέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.

β) Η συγκρότηση βουλευτικού σώματος, το οποίο θα αποτελείται από πενήντα βουλευτές. Το 70% των βουλευτών θα εκλέγονται από την ελληνοτουρκική κοινότητα και το 30% από την τουρκοκυπριακή. Η θητεία των βουλευτών θα ήταν πενταετής.

γ) Η πρόσληψη δημοσίων υπαλλήνων για τη συγκρότηση της διοίκησης θα γίνεται με βάση την παραπάνω αναλογία (70% και 30%).

δ) Η συγκρότηση Ελληνοτουρκικού Επιτελείου Στρατού, για την εκγύμναση και τη συγκρότηση νέου κυπριακού στρατού.

19 Φεβρουαρίου 1959
19 Φεβρουαρίου 1959

Το επιτελείο αυτό θα ήταν πρόσκαιρο και θα λειτουργούσε έως ότου ενταχθεί η Κύπρος στο ΝΑΤΟ, οπότε και οι στρατιωτικές της δυνάμεις θα υπάγονταν σ’ αυτό και θα δικαιούνταν πιθανώς από το νατοϊκό Στρατηγείο της Σμύρνης.

Ο Καραμανλής, επιστρέφοντας από τη Ζυρίχη στην Αθήνα, δήλωσε ότι ήταν ικανοποιημένος και περήφανος για τις συμφωνίες και ότι η ημέρα αυτή ήταν η ευτυχέστερη της ζωής του και ότι θα αποτελούσε σταθμό στην ιστορία της Κύπρου. Πραγματικά αποτέλεσε σταθμό, αλλά μελανό, κατάμαυρο στη σύγχρονη ιστορία του μαρτυρικού νησιού.

Αργότερα, στις 28 Οκτωβρίου 1964, ο αρχηγός τότε της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλος σε δηλώσεις του σε ελβετική εφημερίδα θα χαρακτηρίσει τη συμφωνία της Ζυρίχης σαν καθεστώς, που κατά βάθος αντιτίθεται στη λογική.

Ο Μακάριος, αμέσως μετά την υπογραφή των συμφωνιών, δήλωσε στο Λονδίνο ότι δέχτηκε να υπογράψει τις συμφωνίες, γιατί το αντίθετο θα προκαλούσε χάος στην Κύπρο και θα δημιουργούσε σοβαρό κλονισμό στην Ελλάδα.

Ο Γρίβας δεν φαινόταν καθόλου ικανοποιημένος από τους όρους της συμφωνίας και ιδιαίτερα δεν συμφωνούσε καθόλου με τη συγκατάθεση της Ελλάδας για την παρουσία και εγκατάσταση τουρκικών δυνάμεων στο νησί. Τις αντιρρήσεις του αυτές τόνισε χαρακτηριστικά με γράμμα του στον Αβέρωφ, που το έστειλε στις 13/2/59. Μ’ αυτό διαμαρτυρόταν ο στρατηγός, γιατί κρατήθηκε μακριά από τις διαβουλεύσεις και ιδίως, γιατί δεν ζητήθηκε η γνώμη του για τις βάσεις και τα άλλα στρατιωτικά θέματα των συμφωνιών.

Ο μητροπολίτης Κιτίου προσπάθησε να καθησυχάσει το Γρίβα σε ότι αφορούσε την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, λέγοντας σε γράμμα του προς αυτόν, ότι η στάθμευση μικρής τουρκικής δύναμης στο νησί ήταν αλληλένδετη με την προβλεπόμενη συμμαχία με την Τουρκία. Ο Γρίβας, όμως, εξακολουθούσε να εκφράζει την πικρία του για τη στάση του Καραμανλή και του Αβέρωφ, λέγοντας πως ήταν φανερό πια πως η ελληνική κυβέρνηση υποστήριζε τα συμφέροντα της Αγγλίας και της Τουρκίας σε βάρος των συμφερόντων του ελληνικού κυπριακού λαού. Με αγανάκτηση χαρακτήριζε τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου «ατιμωτικές» και δεν συμφωνούσε με τη στάση και την πολιτική του Μακαρίου. Αντιδρούσε έντονα για ό,τι συνέβαινε, παρ’ ότι στο βάρος γνώριζε πως και ο Μακάριος έπεσε θύμα μηχανορραφιών και ότι πραγματικά δεν γνώριζε τα τεκτενόμενα και τους όρους των συμφωνιών εκ των προτέρων, αλλά βρέθηκε κι αυτός προ τετελεσμένων γεγονότων στο Λονδίνο. Ο Γρίβας έκρινε αυστηρά τα πάντα, αλλά σιγά-σιγά και με μεγάλη απροθυμία υποχώρησε και σώπασε. Τα πράγματα τον ανάγκασαν, όμως, να βγει από το κρησφύγετό του και να επιστρέψει στη νομιμότητα. Από το λαό έγινε δεκτός σαν ήρωας.

Όπως το Γρίβα έτσι και τους μαχητές της ΕΟΚΑ, που ύστερα από τις συμφωνίες επιστρέφουν στα σπίτια τους, τους υποδέχεται ο λαός με πανηγυρισμούς και θερμότατες εκδηλώσεις στις πόλεις και στα χωριά.

Παρά την πομπώδη, όμως, εντυπωσιακή και φαινομενικά ελπιδοφόρα φρασεολογία του τελικού κοινού ελληνοκυπριακού ανακοινωθέντος, η Συμφωνία της Ζυρίχης και της Πενταμερούς του Λονδίνου, όσον αφορά την Ελλάδα, ήταν καταδικασμένη από την αρχή. Και τούτο γιατί:

  1. Δεν έδινε δικαίωμα στον κυπριακό λαό να αποφασίσει ο ίδιος ελεύθερα για τον τρόπο διακυβέρνησής του.
  2. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις, έδινε το δικαίωμα του βέτο στην τουρκική μειοψηφία, που ανέτρεπε τη θέληση της πληοψηφίας.
  3. Ένα τμήμα του νησιού, 99 τ. χλμ. έμενε κάτω από την απόλυτη βρετανική κατοχή.
  4. Απέκλειε τη μελλοντική διαμόρφωση της χώρας με βάση την αρχή της αυτοδιάθεσης.
  5. Με τις παρεμφερείς συμφωνίες, επιτρεπόταν στις εγγυήτριες δυνάμεις: Αγγλία, Ελλάδα και Τουρκία να επεμβαίνουν στα εσωτερικά της Κύπρου και να διατηρούν στρατεύματα στο έδαφός της, η Αγγλία ανεξέλεγκτα στις βάσεις της, η Ελλάδα και η Τουρκία σα συμμετέχουσες στο τριμερές με την Κυπριακή Δημοκρατία στρατηγείο.

 

23 Φεβρουαρίου

Στις 23 Φεβρουαρίου, δόθηκαν στη δημοσιότητα τα κείμενα των συμφωνιών. Οι ανελεύθερες και αντιδημοκρατικές συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου επιβλήθηκαν στον κυπριακό λαό ένεκα της αναλγησίας των ισχυρών του ΝΑΤΟ. Μ’ αυτές, καταπατήθηκαν τα δίκαια αιτήματα των Ελληνοκυπρίων περί αυτοδιάθεσης και ενισχύθηκαν οι παράλογες τουρκικές και βρετανικές αξιώσεις.

Το σύνταγμα που επέβαλαν οι παραπάνω συμφωνίες στον κυπριακό λαό ήταν ανελεύθερο και τα βασικά του άρθρα δεν ήταν δυνατό να τροποποιηθούν από την κυπριακή Βουλή. Ένα τέτοιο πράγμα ήταν αντίθετο με τις βασικές αρχές της ελευθερίας  των λαών και της Δημοκρατίας. Επίσης, η καθιέρωση του δικαιώματος της αρνησικυρίας που δινόταν στον Κιουτσούκ, ενώ αποτελούσε δικαίωμα  της πλειοψηφίας, δέσμευε και προωθούσε τις απόψεις της μειοψηφίας. Τα ποσοστά συμμετοχής των Ελλήνων και των Τούρκων του νησιού ήταν στις μεν δημόσιες υπηρεσίες 70% και 30% αντίστοιχα, στο δε στρατό 60% και 40% ενώ τα ποσοστά πληθυσμού ήταν 82% και 18%.

Με βάση τα συμφωνηθέντα, στο Τριμερές Στρατηγείο θα υπάγονταν 950 στρατιώτες από την Ελλάδα, 650 από την Τουρκία και 2000 από την Κύπρο. Στην ουσία, η Κύπρος αποχτούσε δυο κυβερνήσεις, μία της πλειοψηφίας και μία της μειοψηφίας, που λειτουργούσαν μεν μαζί, αλλά η μια υποσκέλιζε την άλλη. Όπως πολύ σωστά είπε ο Charles Foley: Η Κύπρος υπήρξε η πρώτη χώρα του κόσμου που απόχτησε σύνταγμα, το οποίο αρνιόταν στην πλειοψηφία το δικαίωμα να ασκεί εξουσία[1].

 

27 Φεβρουαρίου

Ύστερα από τη λύση που δόθηκε στο κυπριακό, ο Μακάριος αφέθηκε ελεύθερος στις 27 Φεβρουαρίου και του επιτράπηκε να επιστρέψει στην Κύπρο.

 

1 Μαρτίου

Έτσι, ύστερα από απουσία τριών χρόνων ξαναπατά το χώμα της πατρίδας του. Προερχόμενος από το Λονδίνο, φτάνει την 1η Μαρτίου στη Λευκωσία, όπου του γίνεται μεγάλη υποδοχή. Επιστρέφοντας, κάνει την παρακάτω δήλωση: «Δια πρώτην φοράν εις την τρισχιλιετή ιστορίαν μας αναλαμβάνομεν εις χείρας μας την ευθύνην του μέλλοντός μας. Δια πρώτην φορά, ύστερα από μακρούς αιώνες δουλείας, γινόμεθα ελεύθεροι».

 

17 Μαρτίου

Στις 17 Μαρτίου, έρχεται στην Αθήνα ο «Διγενής», συνοδευόμενος από Έλληνες αξιωματικούς και διπλωματικούς υπαλλήλους.

Του επιφυλάσσεται υποδοχή ήρωα. Ο βασιλιάς Παύλος τον προάγει στο βαθμό του αντιστρατήγου και τον παρασημοφορεί με ξεχωριστές διακρίσεις και ανώτερα παράσημα.

 

Ογδόη Περίοδος

Μετά τη Συμφωνία Ζυρίχης – Λονδίνου 

Ύστερα από τη συμφωνία Ζυρίχης – Λονδίνου, οι διαπραγματεύσεις και οι συζητήσεις μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών δεν σταματούν. Συνεχίζονται αδιάκοπα και προσπαθούν να προετοιμάσουν το έδαφος για την εφαρμογή των συμφωνηθέντων.

Πολλές αντιδράσεις και διαφωνίες εκδηλώνονται, αλλά όλες, φαινομενικά τουλάχιστον υποσκελίζονται, υπερπηδούνται και προς το παρόν ισοπεδώνονται από το βάρος που αποδίδουν στην επιτευχθείσα συμφωνία και από την επίμονη θέληση των επίσημων μερών για την εφαρμογή της.

 

2 Απριλίου

Στην Κύπρο καταργήθηκαν τα μέτρα έκτακτης ανάγκης και αφέθηκαν ελεύθεροι οι Κύπριοι πολιτικοί κρατούμενοι. Τον Απρίλιο του 1959, συγκροτήθηκε η πρώτη κυπριακή «κυβέρνηση», που την αποτελούσαν δέκα υπουργοί. Εφτά Έλληνες και τρεις Τούρκοι.

Ο Μακάριος υπέδειξε τους έξι Έλληνες και ο ίδιος κράτησε το έβδομο υπουργείο, το υπουργείο Εξωτερικών και ο Κιουτσούκ υπέδειξε τους τρεις Τούρκους. Οι νέοι υπουργοί αποτέλεσαν τη λεγόμενη «Μεταβατική Επιτροπή», η οποία τελούσε υπό την προεδρεία του κυβερνήτη Φουτ και είχε συμβουλευτικό μόνο χαρακτήρα.

Τα τρία ανώτατα σώματα: α) η Μεταβατική Επιτροπή (υπουργικό συμβούλιο, β) η Μεικτή Επιτροπή Λονδίνου και γ) η Συνταγματική Επιτροπή Κύπρου, προσπαθούσαν να επεξεργαστούν τις λεπτομέρειες της μετάβασης της εξουσίας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Γρήγορα, όμως, παρουσιάστηκαν διαφωνίες μεταξύ των σωμάτων και μεταξύ των μελών τους και οι εργασίες χώλαιναν και δεν προχωρούσαν. Τα κυριότερα επίμαχα σημεία ήταν: συνταγματικές λεπτομέρειες, θέματα βάσεων και ζητήματα στρατιωτικών διευκολύνσεων προς τους Άγγλους.

 

13 Δεκεμβρίου

Δέκα μέρες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Ζυρίχης, στις 13 Δεκεμβρίου, έγιναν οι πρώτες εκλογές και πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κύπρου αναδείχτηκε ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο Γ’ και αντιπρόεδρος ο Τουρκοκύπριος Φαζίλ Κιουτσούκ.

Στις εκλογές αυτες είχε θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία και ο δικηγόρος Ιωάννης Κληρίδης, ο οποίος πήρε 71.753 ψήφους έναντι 144.501 που πήρε ο Μακάριος επί συνόλου 216.254 έγκυρων ψήφων. Ο Κιουτσούκ αναδείχτηκε αντιπρόεδρος χωρίς αντίπαλο.

 

1960

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1960

Παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται για την καλή λειτουργία και την αρμονική συνεργασία των τριών ανώτατων σωμάτων, οι εργασίες δεν προχωρούν. Γι’ αυτό και συγκαλείται τον Ιανουάριο του 1960 νέα πενταμελής διάσκεψη στο Λονδίνο. Σ’ αυτήν μετέχουν οι υπουργοί των Εξωτερικών Λόυντ, Αβέρωφ και Ζορλού, καθώς και ο Μακάριος με τον Κιουτσούκ. Το κυριότερο θέμα που τους απασχολεί δεν είναι ο τρόπος γρήγορης περισυλλογής και ταχύτερης ανασυγκρότησης της Κύπρου, αλλά η έκταση και το καθεστώς των βρετανικών βάσεων. Παρά τις πιέσεις της Αγγλίας και την όσο γίνεται υποτακτικότητα των λοιπών συνέδρων, οι συζητήσεις δεν καταλήγουν σε συγκεκριμένη συμφωνία. Γι’ αυτό και οι επί μέρους εργασίες των επί μέρους επιτροπών συνεχίζονται για καιρό. Τελικά, η Συντακτική Επιτροπή ετοιμάζει το Σύνταγμα της Κύπρου, η Μεικτή Επιτροπή ρυθμίζει την έκταση και το καθεστώς των βάσεων, τις χρηματικές αποζημιώσεις που θα καταβάλει κατά καιρούς για τις βάσεις η Αγγλία στην Κύπρο, την υπηκοότητα των πολιτών της Κύπρου κλπ..

 

30 – 31 Ιουλίου

Στις 30-31 Ιουλίου, διεξάγονται γενικές εκλογές για την ανάδειξη της πρώτης κυπριακής Βουλής. Από τις 50 συνολικά έδρες, οι 35 δόθηκαν στους Ελληνοκυπρίους και οι 15 στους Τουρκοκυπρίους. Οι οπαδοί του Μακαρίου πήραν τις 30 και οι οπαδοί της ΑΚΕΛ τις υπόλοιπες. Τις 15 τουρκοκυπριακές έδρες τις πήραν οι οπαδοί του Κιουτσούκ.

 

15 – 16 Αυγούστου

Τα μεσάνυχτα της 15ης προς την 16η Αυγούστου 1960, γίνεται ειδική τελετή στο κυβερνείο της Λευκωσίας. Οι στιγμές είναι μεγάλες. Στην τελετή αυτή, ο Άγγλος κυβερνήτης Χιου Φουτ διαβάζε προκήρυξη της βασίλισσας της Αγγλίας, Ελισάβετ της Β’, με την οποία η βασίλισσα δηλώνει πως από τη στιγμή αυτή εγκαταλείπει την επικυριαρχία της στην Κύπρο. Οι στιγμές είναι ιερές. Απόλυτη ησυχία επικρατεί στην αίθουσα. Έντονη συγκίνηση κατέχει τους πάντες. Τα μάτια των χθες σκλάβων είναι υγρά. Τα σώματα ριγούν και οι καρδιές χτυπούν δυνατά. Ο κυβερνήτης Φου συνεχίζει το διάβασμα:
« . . . Εγκαταλείπει την επικυριαρχία της στην Κύπρο, εκτός από τις περιοχές τις οποίες αναφέρει η συμφωνία Ζυρίχης – Λονδίνου και στις οποίες βρίσκονται εγκαταστημένες οι αγγλικές βάσεις . . .».

Τα τελευταία λόγια του Φουτ εγγίζουν με κρύα αιχμή κάποια χορδή της ζεστής εκείνη την ώρα καρδιάς των επιτέλους ελεύθερων πολιτών. Αλλά το μεγαλείο της στιγμής καλύπτει εκείνον τον πόνο και τον κάνει ανεπαίσθητο. Τον παραμερίζει με γρηγοράδα, βάζοντάς τον παράμερα τώρα, για να τον σκεφτεί αργότερα.

Την άλλη μέρα, φεύγει από την Αμμόχωστο και ο τελευταίος Άγγλος κυβερνήτης, εγκαταλείποντας την Κύπρο. Κατεβαίνει η αγγλική σημαία από το κυβερνείο κι από όλα τα δημόσια κτίρια και υψώνεται η επίσημη σημαία της Κύπρου. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εγκαθιδρυθεί.

Μέσα στον Αύγουστο, το νεαρό κράτος της Κύπρου ιδρύει έξι πρεσβείες στο εξωτερικό. Τέσσερις με Έλληνα πρεσβευτή: Αθήνα, Λονδίνο, Ουάσιγκτον και Κάιρο και δύο με Τούρκο: Άγκυρα και Βόννη.

Στις πρεσβείες, όπου τοποθετείται Έλληνας πρεσβευτής, ο πρώτος γραμματέας είναι Τούρκος και αντίστροφα.

 

19 Σεπτεμβρίου

Στις 19 Σεπτεμβρίου, η Κύπρος γίνεται δεκτή στον ΟΗΕ ως το 99ο μέλος του. Αμέσως, η αγγλική κυβέρνηση δέχεται να χρηματοδοτήσει την κυπριακή με το ποσό των δώδεκα εκατομμυρίων λιρών, το οποίο συμφωνεί η Κύπρος να επιστρέψει μέσα σε μια πενταετία.

1961

ΜΑΡΤΙΟΣ 1961

Το Μάρτιο του 1961, η Κύπρος γίνεται μέλος της βρετανικής κοινοπολιτείας και στη συνέχεια μέλος του ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Παρ’ όλες, όμως, τις συμφωνίες, παρά τις εκλογές και τους σχηματισμούς Βουλής και κυβέρνησης, οι Τουρκοκύπριοι, ωθούμενοι αδιάκοπα από την Τουρκία, αρχίζουν από τις πρώτες κιόλας μέρες της ζωής του νεαρού κράτους να εκδηλώνουν σημεία δυσπιστίας και παρουσιάζουν τα πρώτα δείγματα κακόπιστης συνεργασίας, ενώ οι Ελληνοκύπριοι ηγέτες δηλώνουν πως το κυπριακό Σύνταγμα δεν είναι το ενδεδειγμένο. Για λόγους, όμως, ενότητας και ελπίζοντας σε μελλοντική βελτίωση της συνεργασίας τους δεν θέτουν θέμα αναθεώρησής του. Αυξάνονται, όμως, κάθε μέρα και περισσότερο οι διχογνωμίες και οι προστριβές και οι διενέξεις που παρουσιάζονται στην πορεία της διακυβέρνησης δεν είναι δυνατό να λυθούν με δημοκρατικές κατά πλειοψηφία διαδικασίες, λόγω του βέτο του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου.

Η Αγγλία και η Τουρκία βλέπουν πως το φιλελεύθερο αίσθημα των Ελληνοκυπρίων και η ενωτική τους με την Ελλάδα επιθυμία δεν δαμάζεται. Γι’ αυτό και κάθε μέρα που περνά, ρίχνουν όλο και περισσότερο λάδι στη φωτιά. Καλλιεργούν κατάλληλα τις αρχικές τους μικροδιαφορές και γρήγορα τις διογκώνουν σε μεγάλα και δύσκολα προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται και να περιπλέκονται επικίνδυνα, όταν ο Τουρκοκύπριος αντιπρόεδρος Κιουτσούκ αρχίζει να επιμένει αδιάλλακτα στις ισχυρογνωμίες του και να επιβάλει με τη νομιμοφάνεια του βέτο που του έχει χαρίσει η συμφωνία της Ζυρίχης.

Το βέτο αυτό των Τουρκοκυπρίων φάνηκε ακόμη από την αρχή πως θα γινόταν το ρόπαλο με το οποίο η Τουρκία θα μπορούσε να θρυμματίσει εύκολα, σαν σκεύη κεραμέως, ό,τι πολύκαιρες συζητήσεις και επίμονες συσκέψεις είχαν δημιουργήσει.

Βέβαια, από ελληνικής και ελληνοκυπριακής πλευράς εκδηλώθηκαν από την αρχή ακόμη επιφυλάξεις και αντιρρήσεις, όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής των συνθηκών Ζυρίχης – Λονδίνου και της ομαλής λειτουργίας του νέου καθεστώτος.

Μάλιστα, το Φεβρουάριο του 1961, οι Ελληνοκύπριοι ηγέτες διατύπωσαν συγκεκριμένες αντιρρήσεις και επισήμαναν το μη εφαρμόσιμο του Συντάγματος, αλλά δεν εξώθησαν τα πράγματα και ούτε έθεσαν θέμα αναθεώρησης και τροποποίησής του, για να μην εκληφθεί πως οι προτάσεις τους ναρκοθετούσαν μια συμφωνία, την οποία είχαν ήδη ναρκοθετήσει οι δημιουργοί της το Δεκέμβριο του 1959. Και η μεγάλη νάρκη, που καιροφυλακτούσε στα σπλάχνα του Συντάγματος και στα θεμέλια του νέου κράτους, ήταν το δικαίωμα του βέτο, που με τόση σκοπιμότητα έδωσε η συμφωνία Ζυρίχης – Λονδίνου στον Κιουτσούκ. Η νάρκη αυτή ενισχυόταν κάθε μέρα και με περισσότερο δυναμίτη από τους Αγγλοαμερικάνους του ΝΑΤΟ και την Τουρκία. Το δε άκρο του φυτιλιού της έφτανε ως την Άγκυρα, από όπου και θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πυροδοτηθεί.

Οι καθημερινές δυσκολίες του πολιτεύματος έκαναν εμφανέστερη την ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος. Και, όσο προχωρούσε η εκκόλαψη των ιδεών περί αναθεώρησης, τόσο διογκώνονταν και οι προστριβές μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων ηγετών και αρμοδίων στην Κύπρο και έξω από αυτή.

Τα πράγματα συγκρατήθηκαν με υποχωρήσεις και ελιγμούς από το Φεβρουάριο του 1961, οπότε και εκδηλώθηκαν τα πρώτα νέφη στον ορίζοντα, ως το Νοέμβριο του 1963.

Καθ’ όλο το διάστημα αυτό, ο Τουρκοκύπριος αντιπρόεδρος Κιουτσούκ, ανάλογα πάντοτε με τα απώτερα συμφέροντα της Τουρκίας και της Αγγλίας, πρόβαλε το βέτο του. Δικαίωμα που ακινητοποιούσε και νέκρωνε την εύρυθμη ζωή και τη σωστή πορεία του κυπριακού κράτους.

 

1963

30 Νοεμβρίου 1963

Στις 30 Νοεμβρίου 1963, ο πρόεδρος Μακάριος κάλεσε τον Κιουτσούκ και τους ηγέτες της τουρκικής μεινότητας, για να συζητήσουν το ζήτημα της τροποποίησης του συντάγματος, ώστε να βρεθεί κάποια λύση λειτουργίας του πολιτεύματος. Πρότεινε να γίνουν διάφορες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις.

Πρώτα-πρώτα, πρότεινε να απαλειφθεί τελείως από το σύνταγμα η διάταξη που έδινε το δικαίωμα του βέτο όχι μόνο στον αντιπρόεδρο αλλά και στον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Επιπλέον, πρότεινε να ενοποιηθεί η δικαιοσύνη, να γίνει η συμμετοχή κάθε κοινότητας στη δημόσια διοίκηση ανάλογη προς τον αριθμό των κατοίκων της, να ενοποιηθούν οι οργανισμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης, να συγχωνευτούν τα σώματα της αστυνομίας και της χωροφυλακής, να καταργηθεί η Κοινοτική Βουλή των Ελληνοκυπρίων και το μέλλον της τουρκικής να αφεθεί στην απόφαση των Τουρκοκυπρίων, να καθορίζεται η δύναμη των αξιωματικών εθνικής ασφάλειας και άμυνας από ειδικό νόμο, να καταργηθούν οι συνταγματικές διατάξεις που αποβλέπουν σε χωριστές πλειοψηφίες για τη θέσπιση ορισμένων νόμων από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, να αναπληρώνει τον πρόεδρο της Δημοκρατίας σε περιπτώσεις απουσίας του ο αντιπρόεδρος. Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος να εκλέγονται από τη Βουλή σα σύνολο και όχι ο καθένας χωριστά από τη δική του Κοινοτική Βουλή, ο αριθμός των μελών του Συμβουλίου Δημοσίων Υπηρεσιών να μειωθεί στο μισό και οι αποφάσεις του να παίρνονται με απλή πλειοψηφία κλπ..

Η Άγκυρα, μόλις πληροφορήθηκε τις προτάσεις του Μακαρίου, τις απέρριψε, πριν ακόμη εκφράσουν τη γνώμη τους οι Τουρκοκύπριοι.

Στην Ελλάδα, διεξάγονται αυτό το μήνα βουλευτικές εκλογές, τις οποίες κερδίζει με μικρή υπεροχή η «Ένωση Κέντρου» (Ε.Κ.)[2] του Γεωργίου Παπανδρέου. Έτσι, η Δεξιά, ύστερα από μια σειρά ετών διακυβέρνησης της χώρας, χάνει την εξουσία και, κακομαθημένη όπως είναι από την πολυχρόνια διακυβέρνηση του τόπου, προσπαθεί με κάθε τρόπο να επανέλθει στην αρχή και προτείνει συνεργασία με την Ε.Κ.. Ο Παπανδρέου, όμως, παρ’ ότι έχει μικρή μόνο πλειοψηφία στη Βουλή, αρνείται να συνεργαστεί με την ΕΡΕ, γι’ αυτό και δέχεται καθημερινά κι απ’ όλες τις κατευθύνσεις τις πιέσεις της.

Ο Μακάριος, παρά τις αντιδράσεις της Τουρκίας, επιμένει στις μεταρρυθμιστικές του απόψεις. Η Τουρκία απειλεί με στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο, αν ο Μακάριος θελήσει να προχωρήσει στην εφαρμογή των απόψεών του.

 

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1963

21 – 22 – 23 Δεκεμβρίου

Ο Τουρκοκύπριος Κιουτσούκ, καθοδηγούμενος από την Άγκυρα, απέρριψε, όπως ήταν επόμενο κι αυτός, τις προτάσεις του Μακαρίου και πρωτοστάτησε στη συγκρότηση διαδηλώσεων και θορυβοδών διαμαρτυριών του τουρκοκυπριακού στοιχείου κατά των απόψεων του Μακαρίου. Έτσι, στις 21 Δεκεμβρίου, οι Τουρκοκύπριοι συγκροτούν ταραχώδη διαδήλωση στη Λευκωσία, λιθοβολούν την αστυνομία, αποπειρώνται να κατεβάσουν την κυπριακή σημαία από δημόσιο κτίριο και να υψώσουν την τουρκική και, όπως είναι συγκροτημένοι σε όχλο, επιτίθενται κατά των Ελλήνων. Ο τουρκικός όχλος συνέχισε τις εχθροπραξίες του και τις δυο επόμενες μέρες 22 και 23 Δεκεμβρίου με αποτελέσματα να σκοτωθούν εννέα Τούρκοι και δύο Έλληνες και να τραυματιστούν τρεις Τούρκοι και δεκαπέντε Έλληνες.

 

24 Δεκεμβρίου

Στις 24 Δεκεμβρίου, οι Τούρκοι αποθρασύνθηκαν περισσότερο και οι εχθροπραξίες και οι βιαιότητες γενικεύτηκαν. Λιθοβόλησαν το προεδρικό μέγαρο και έστησαν πολυβολεία σε διάφορα σημεία. Οι επιθέσεις τους εξελίχτηκαν σε μάχες, οι οποίες ήταν σκληρότερες στα βόρεια προάστεια της Λευκωσίας. Σ’ αυτές, πήραν μέρος και ισχυρές τουρκοκυπριακές δυνάμεις, οι οποίες μάλιστα απείλησαν να καταλάβουν την πόλη. Τελικά, επικράτησαν οι δυνάμεις του νόμιμου κράτους.

Οι επαναστατικές αυτές ενέργειες των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι ήταν άρτια εξοπλισμένοι, ήταν καλά προσχεδιασμένες και βασίζονταν σε μελετημένο στρατιωτικό σχέδιο, γιατί με το πρώτο ξέσπασμά τους οι ταραξίες κατέλαβαν καίρια σημεία στρατηγικής σημασίας και απέκλεισαν ζωτικά καταστήματα από τα οποία ο ελληνικός πληθυσμός της Λευκωσίας εφοδιαζόταν με τρόφιμα. Την ίδια μέρα, η Τουρκία απειλούσε με επέμβαση. Τουρκικά αεροπλάνα πέταξαν πάνω από το νησί και πλοία του τουρκικού στόλου παραβίασαν τα χωρικά ύδατα της Κύπρου.

 

25 Δεκεμβρίου

Τη δε νύχτα της 25ης Δεκεμβρίου, τη νύχτα των Χριστουγέννων, τμήματα του σταθμεύοντος στην Κύπρο τουρκικού στρατού, βάσει της συμφωνίας της Ζυρίχης, χωρίς καμιά άδεια ή προειδοποίηση, βγήκαν από το στρατόπεδά τους και κατέλαβαν επίκαιρες θέσεις πάνω στην οδό Λευκωσίας – Κυρηνείας, διακόψαντα τη συγκοινωνία μεταξύ των δύο πόλεων.

 

26 Δεκεμβρίου

Την επόμενη, 26η του μηνός, ο Τουρκοκύπριος αντιπρόεδρος Κιουτσούκ δήλωσε: «Το τριμερές καθεστώς της Κύπρου πέθανε».

 

27 Δεκεμβρίου

Ο Μακάριος, μπροστά στη ραγδαία εξέλιξη των γεγονότων, προσφεύγει επειγόντως στα Ηκωμένα Έθνη. Την 27η Δεκεμβρίου, συνέρχεται το Συμβούλιο Ασφαλείας, για να εξετάσει τη δημιουργηθείσα κατάσταση στην Κύπρο. Όμως, για να προληφθεί καταδίκη της Τουρκίας, ο προεδρεύων του Συμβουλίου διακόπτει τη συνεδρίαση, ώστε να μη ληφθεί καμία απόφαση. Την  ίδια μέρα και εν αναμονή της απόφασης του ΟΗΕ, τα δυο αντιμαχόμενα μέρη στην Κύπρο συμφωνούν στην κατάπαυση του πυρός. Οι Τουρκοκύπριοι, όμως, αποσχίζονται από τότε οριστικά. Οι Τούρκοι υπουργοί δεν παίρνουν πια μέρος στις συνεδριάσεις του υπουργικού συμβουλίου. Επιπλέον, εγκαθιστούν στη Λευκωσία χωριστή αυτοδιοίκηση, ανεξάρτητη από το επίσημο κράτος. Παράλληλα, με μετακινήσεις τουρκικού πληθυσμού από την ύπαιθρο, προσπαθούν να καταλάβουν λιμάνια, συγκοινωνιακούς κόμβους και άλλες ζωτικής σημασίας περιοχές της Λεμεσού και της Αμμοχώστου.

 

1964

2 Ιανουαρίου 1964

Ο Μακάριος, ύστερα από την τακτική και τη στάση αυτή των Τουρκοκυπρίων, δηλώνει στις 2 Ιανουαρίου 1964 πως θα ζητήσει από τα Ηνωμένα Έθνη την ακύρωση των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου.

Στο μεταξύ, οι Τουρκοκύπριοι συνεχίζουν με έντονο ρυθμό τις επιθέσεις τους και βελτιώνουν διαρκώς τις θέσεις τους. Η κατάσταση επιδεινώνεται συνεχώς και η Αγγλία, σαν εγγυήτρια δύναμη, καλεί τις άλλες δυο εγγυήτριες δυνάμεις σε συνδιάσκεψη στο Λονδίνο. Η Ελλάδα και η Τουρκία δέχονται την πρόσκληση και συμφωνούν να αναλάβουν προς το παρόν την επιβολή της τάξης στο νησί οι αγγλικές δυνάμεις που βρίσκονται σ’ αυτό. Κι ενώ ο Μακάριος δέχεται τη σύγκληση της συνδιάσκεψης στο Λονδίνο για το ξεπέρασμα της κρίσης και τη λύση του συνταγματικού θέματος και την επανεξέταση των συνθηκών εγγύησης και συμμαχίας, αποκαλύπτεται στο γραφείο του Τούρκου υπουργού Γεωργίας της Κύπρου τουρκικό σχέδιο διχοτόμησης του νησιού.

 

15 Ιανουαρίου

Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, συνέρχεται στο Λονδίνο, στις 15 Ιανουαρίου 1964, η πενταμελής διάσκεψη, γιατί τώρα παίρνει μέρος και η ελληνοκυπριακή πλευρά με το Μακάριο και η τουρκοκυπριακή με τον Κιουτσούκ, για να εξετάσει το νέο σχέδιο της Αγγλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών για την επίλυση του κυπριακού.

Ένα από τα προτεινόμενα μέτρα των Αγγλοαμερικανών είναι κα η αποστολή δυνάμεων του ΝΑΤΟ στο νησί για την τήρηση της τάξης και τη φρούρηση της ανεξαρτησίας της Κύπρου. Η Τουρκία και η Ελλάδα αποδέχονται στην αρχή το μέτρο, αλλά ο Μακάριος το αποκλείει ασυζητητί και επιμένει στις απόψεις του. Αντί δε δυνάμεων του ΝΑΤΟ εισηγείται την αποστολή δυνάμεων του ΟΗΕ για την τήρηση της τάξης.

 

3 Φεβρουαρίου

Στις 3 Φεβρουαρίου 1964, η διάσκεψη απορρίπτει τις αγγλοαμερικανικές προτάσεις, γιατί περιπλέκουν περισσότερο το ζήτημα και αποδέχεται παλιότερη ελληνοκυπριακή πρόταση περί δημιουργίας ενοποιημένου και πάλι κράτους, του οποίου η διασφάλιση της ανεξαρτησίας, κάτω από τις παρούσες συνθήκες, θα γίνει με την αποστολή στην Κύπρο δυνάμεων του ΟΗΕ, όπως πρότεινε ο Μακάριος.

 

6 Φεβρουαρίου

Στην Κύπρο οι ταραχές συνεχίζονται και την 6η Φεβρουαρίου 1964 σκοτώνονται οκτώ Έλληνες και δέκα Τούρκοι και τραυματίζονται άλλοι δέκα Έλληνες και έντεκα Τούρκοι στις πολύωρες μάχες που γίνονται στα χωριά της Λευκωσίας και της Πάφου.

Την ίδια μέρα, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Ου Θαντ, αναλαμβάνει μεσολαβητική προσπάθεια και ζητά από όλα τα κράτη-μέλη να απόσχουν από κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να επιδεινώσει την κατάσταση. Παράλληλα, ζητεί τη συγκρότηση ειρηνικής δύναμης, που θα προέρχεται από τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ, η οποία και θα αποσταλεί στην Κύπρο και θα αποβλέπει στην διατήρηση της ειρήνης στο νησί και τη διαφύλαξη της διεθνούς ασφάλειας. Επίσης, υπόσχεται να πράξει κάθε τι το δυνατό για την αποτροπή επανάληψης των μαχών και ζητεί από την κυπριακή κυβέρνηση να πάρει όλα τα αναγκαία και συμπληρωματικά μέτρα, ώστε να θέσει τέρμα στη βία και την αιματοχυσία στο νησί. Συνιστά στους ηγέτες των δύο κοινοτήτων της Κύπρου: «Όπως ενεργούν μετά μεγίστης μετριοπαθείας».  Ο αριθμός των ανδρών της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ θα κανονίζεται από το γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, σε συνεννόηση με τις κυβερνήσεις της Κύπρου, Αγγλίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Ο διοικητής της δύναμης αυτής θα διοριστεί από το γενικό γραμματέα και θα είναι κατευθείαν υπόλογος σ’ αυτόν.

Η δύναμη αυτή πιστευόταν πως θα συνέβαλε στην αποκατάσταση της τάξης, στη διασφάλιση της ειρήνης και την επάνοδο της χώρας στην ομαλότητα. Οι δαπάνες για την αποστολή και τη συντήρηση της ειρηνευτικής δύναμης θα καλύπτονταν από τις κυβερνήσεις των κρατών που έπαιρναν μέρος στην αποστολή κι από την κυβέρνηση της Κύπρου και η διάρκεια της παραμονής της στην Κύπρο τα ήταν τρίμηνη.

Επιπλέον, ο γενικός γραμματέας, σε συνεννόηση με τις κυβερνήσεις Κύπρου, Αγγλίας, Ελλάδας και Τουρκίας, θα διόριζε μεσολαβητή, ο οποίος θα κατέβαλε κάθε προσπάθεια μέσα στα όρια του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ώστε, σε συνεννόηση με τις τέσσερις παραπάνω κυβερνήσεις, να βρεθεί ειρηνική λύση του όλου προβλήματος.

Η προσπάθεια αυτή του Ου Θαντ έδινε ικανοποίηση και ενίσχυε τις πεποιθήσεις του Μακαρίου για μια ειρηνική και σωστή διευθέτηση του ζητήματος. Σαν ένδειξη καλής από μέρους του θέσης, διέταξε ο εθνάρχης την απόλυση όλων των Τουρκοκυπρίων κρατουμένων, λαμβάνοντας ταυτόχρονα αυστηρότερα μέτρα ασφαλείας. Αντίθετα, οι Τουρκοκύπριοι, ωθούμενοι από την Άγκυρα, προκαλούσαν νέα απεισόδια με νέα θύματα.

 

14 Φεβρουαρίου

Στην Ελλάδα τις μέρες αυτές γίνονται βουλευτικές εκλογές, τις οποίες κερδίζει και πάλι η «Ένωση Κέντρου». Ο Γ. Παπανδρέου σχηματίζει κυβέρνηση και αναλαμβάνει την εξουσία. Η προσπάθειά του, όμως, να εξυγιάνει τον κρατικό μηχανισμό να γίνει «κράτος δικαίου», όπως έλεγε και να εφαρμόσει εθνική οικονομική πολιτική, προσέκρουσε στην ισχυρή αντίδραση της συντηρητικής δεξιάς, την οποία καθοδηγούσαν τα ανάκτορα, γεγονός το οποίο έφερε αργότερα την κρίση στέμματος – Παπανδρέου.

 

10 Μαρτίου

Στην Κύπρο, η βίαιη στάση των ενόπλων ανάγκασε τις κυπριακές ένοπλες δυνάμεις να εξορμήσουν τη 10η Μαρτίου στο «Κτήμα» και να καταστρέψουν τελείως τα εκεί τουρκικά πολυβολεία.

 

13 Μαρτίου

Ύστερα από την ενέργεια αυτή των δυνάμεων του επίσημου κράτους, η κυβέρνηση της Άγκυρας έστειλε στις 13 Μαρτίου διακοίνωση, με την οποία κατηγορούσε το Μακάριο σαν υπεύθυνο «για τα εχθρικά κατά των Τουρκοκυπρίων μέτρα» που πήρε και ζητούσε την άρση τους. Παράλληλα, με τους εκπροσώπους της και με τη βοήθεια των Άγγλων, ασκούσε κάθε πίεση στην κυπριακή κυβέρνηση και προέβαινε σε μονομερείς ενέργειες για την προστασία, δήθεν, των Τουρκοκυπρίων. Η διακοίνωση, όμως, αυτή της Άγκυρας απορρίφθηκε αμέσως από την κυπριακή κυβέρνηση και καταγγέλθηκε στα Ηνωμένα Έθνη. Το Συμβούλιο Ασφαλείας συνήλθε εκτάκτως την 13η Μαρτίου και ανακάλεσε την Τουρκία στην τάξη, η οποία και υποχώρησε κάπως.

 

14 – 26 Μαρτίου

Την 14η και την 26η Μαρτίου, η ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ, με επικεφαλής το στρατηγό Γκυανί αποβιβάζεται στο νησί και αναλαμβάνει τα καθήκοντά της, απαλλάσσοντας τις αγγλικές δυνάμεις από κάθε υποχρέωση διατήρησης της τάξης.

 

27 Μαρτίου

Στις 27 Μαρτίου, κυκλοφορεί ανακοινωθέν του Ου-Θαντ, με το οποίο καλεί τα αντιμαχόμενα μέρη σε συμφιλίωση και ειρηνική συνεργασία. Οι Τουρκοκύπριοι, όμως, δεν σταματούν τις επιθέσεις τους κατά των Ελλήνων και επιμένουν στη διχοτόμηση του νησιού. Επιπλέον, ο τουρκικός στρατός, που, σύμφωνα με τη συνθήκη Ζυρίχης – Λονδίνου βρίσκεται στην Κύπρο, έχει από το Δεκέμβριο του 1963 εξέλθει από το στρατόπεδό του και αρνείται να επανέλθει σ’ αυτό και ακόμη δεν δέχεται να καταστρέψει τα οχυρωματικά έργα και τα πολυβολεία που κατασκεύασε σε διάφορα σημεία. Δεν ελευθερώνει την οδό Λευκωσίας – Κυρηνείας και ούτε εγκαταλείπει το αεροδρόμιο που κατέχει.

 

30Μαρτίου

Η κυπριακή κυβέρνηση, θεωρώντας τη στάση αυτή των Τούρκων σαν πρόκληση κατά της νόμιμης εξουσίας και σαν κίνδυνο για την παγκόσμια ειρήνη, ζητά στις 30 Μαρτίου από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις την καταστροφή όλων των τουρκικών οχυρωματικών έργων και την αποχώρηση των τουρκικών και ελληνικών στρατευμάτων από την Κύπρο.

 

2 Απριλίου

Στις 2 Απριλίου, φτάνει στην Κύπρο ο έκτακτος απεσταλμένος του Ου-Θαντ, ο Τουομιόγια, για να ενεργήσει σα μεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών. Ύστερα από την άρνηση των Τούρκων να επαναφέρουν το στρατό τους στο προκαθορισμένο στρατόπεδό του και να καταστρέψουν τα έξω από αυτό κατασκευασθέντα οχυρώματα, ο Μακάριος καταγγέλλει την παρούσα συνθήκη συμμαχίας της Κύπρου με την Τουρκία ως μη ισχύουσα. Επιπλέον, χαρακτηρίζει τις πράξεις αυτές του τουρκικού στρατού σαν πράξεις εχθρικές, οι οποίες έχουν σα σκοπό την κατακράτηση κυπριακών εδαφών από ξένη δύναμη, πράγμα το οποίο παραβιάζει τη συνθήκη συμμαχίας, τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και τις βασικές διατάξεις του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

 

7 Απριλίου

Η Τουρκία, προς εκφοβισμό, διατάσσει τον απόπλου του στόλου της από το λιμάνι της Αλεξανδρέττας και στις 7 Απριλίου 1964 αντιπροσφεύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Ταυτόχρονα, υποκινεί ταραχές στην Τουρκία, που στρέφονται κατά των Ελλήνων και διατάσσει την απέλαση Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη. Μεταξύ των απελαθέντων συμπεριλαμβάνονται και δυο μητροπολίτες του πατριαρχείου. Τουρκοκυπριακές δε τρομοκρατικές ομάδες επιτίθενται εναντίον του καναδικού κλιμακίου του ΟΗΕ στη Λευκωσία και εναντίον του ελληνικού πληθυσμού.

Στις αρχές Απριλίου, ο Μακάριος έρχεται στην Αθήνα για συνομιλίες με το Γ. Παπανδρέου. Στις συναντήσεις αυτές αποφασίζεται η μυστική αποστολή ελληνικού στρατού στην Κύπρο. Η εφαρμογή της απόφασης αυτής αρχίζει να υλοποιείται σχεδόν αμέσως. Επίλεκτα τμήματα του ελληνικού στρατού φτάνουν σαν επισκέπτες με πολιτική περιβολή σε διάφορα σημεία του νησιού και αμέσως συγκεντρώνονται στα καθορισμένα σημεία, κατατάσσονται και συγκροτούν τις μονάδες τους. Μέτρα για ισχυροποίηση του στρατού της παίρνει και η Κύπρος.

 

15 Απριλίου

Ο Τούρκος πρόεδρος Γκιουρσέλ έκανε δηλώσεις στις 15 Απριλίου και μεταξύ των άλλων είπε ότι: «Από την ελληνοτουρκική φιλία δεν απέμεινε τίποτα και είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς τι μας επιφυλάσσει το μέλλον».

 

22 Απριλίου

Η κυπριακή κυβέρνηση, για να μπορέσει να επιβληθεί και να καταπολεμήσει την απειλούμενη από τους Τούρκους διχοτόμηση του νησιού, ύστερα από διαμαρτυρίες της στον ΟΗΕ και συνεννοήσεις με την ελληνική κυβέρνηση, δηλώνει, πως για την πάταξη της παρανομίας θα δεχθεί στρατιωτική βοήθεια από οποιαδήποτε χώρα ήθελε προσφερθεί να βοηθήσει τον κυπριακό λαό σε περίπτωση επέμβασης της Τουρκίας. Στις 22 Απριλίου αποφασίζει τη δημιουργία εθνικού κυπριακού στρατού.

Η αρχηγία του εθνικού στρατού ανατίθεται στον αρχηγό της ΕΟΚΑ στρατηγό Γ. Γρίβα, ο οποίος κλήθηκε από την Αθήνα, όπου διέμενε από τότε που είχε εγκαταλείψει την Κύπρο, ύστερα από την απόφαση της συνθήκης Ζυρίχης – Λονδίου.

 

26 Απριλίου

Ο κυπριακός στρατός επεμβαίνει με τα όπλα και κατορθώνει στις 26 Απριλίου, να απαλλάξει πολλά ελληνικά χωριά της περιοχής του Πενταδακτύλου από την τουρκική τρομοκρατία και κατοχή. Η δράση των Τούρκων ενισχύεται από τους Άγγλους της Κύπρου με όπλα και παροχή πληροφοριών.

Όσο οι εχθροπραξίες συνεχίζονται, τόσο η ανάμειξη του ΝΑΤΟ στο κυπριακό γίνεται εντονότερη. Η Κύπρος κινεί τώρα και το ενδιαφέρον της Αμερικής. Γι’ αυτό και οι ΗΠΑ καλούν στην Ουάσιγκτον τους πρωθυπουργούς Ελλάδας και Τουρκίας για τριμερείς συζητήσεις. Τις μέρες αυτές, ο Ου-Θαντ προτείνει για άλλο ένα τρίμηνο την παραμονή της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στην Κύπρο, επιμένοντας στις αποφάσεις του Συμβουλίου της 4ης και της 13ης Μαρτίου, ενώ η Αγγλία και η Τουρκία προσπαθούν παρασκηνιακά ή και εκ του εμφανούς να τις τροποποιήσουν και να αλλοιώσουν τις διατάξεις τους.

 

1 Ιουνίου

Την 1η Ιουνίου 1964, η κυπριακή κυβέρνηση αποφασίζει τη στράτευση ορισμένων ηλικιών, για την επιπλέον ενίσχυση του στρατού της.

 

4 Ιουνίου

Η Τουρκία διαμαρτύρεται και απειλεί με εισβολή στο νησί και στις 4 του μηνός ειδοποιεί την ελληνική κυβέρνηση ότι, σε περίπτωση τουρκικής επέμβασης στην Κύπρο, οποιαδήποτε αντίδραση από μέρους της Ελλάδας θα οδηγήσει σε πόλεμο τις δύο χώρες.

Η ελληνική κυβέρνηση κηρύσσει τη χώρα σε κατάσταση ανάγκης και ειδοποιεί αμέσως τους πρεσβευτές Αμερικής και Αγγλίας για τον επικείμενο κίνδυνο πολέμου, ζητώντας ταυτόχρονα την επέμβασή τους. Ο υφυπουργός Εξωτερικών της Αμερικής Τζων Μπολλ έρχεται εσπευσμένα στην Αθήνα και επιμένει σε συνάντηση των πρωθυπουργών Ελλάδας και Τουρκίας, (Παπανδρέου – Ινονού), για τη λύση της διαφοράς. Για να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στην Ελλάδα και να την αναγκάσει να δεχτεί την προτεινόμενη συνάντηση με τους Τούρκους, δηλώνει ξεκάθαρα πως «η Αμερική πολλές φορές επενέβη μέχρι σήμερα, για να συγκρατήσει την κατάσταση και να αποτρέψει μια σύγκρουση. Δεν έχει πρόθεση να επέμβει άλλη φορά».

Ο Παπανδρέου αντιτίθεται στην επιμονή του Μπολλ και αρνείται να συναντηθεί με τον Ινονού, γιατί μια τέτοια συνάντηση κορυφής θα έδινε οπωσδήποτε την εντύπωση πως η Τουρκία είχε κάποια δικαιώματα στην Κύπρο και για το διακανονισμό αυτών των δικαιωμάτων η Ελλάδα δέχεται μια συζήτηση. Ο Μπολλ, παρ’ ότι επιμένει στις απόψεις του, αλλάζει τακτική και ζητά μια συνάντηση Παπανδρέου με τον πρόεδρο της Αμερικής Τζόνσον.

 

14 Ιουνίου

Στις 14 Ιουνίου, με έντονη διαμαρτυρία της η Κύπρος ζητά την άμεση αποχώρηση των παράνομα αποβιβασθέντων στην Κύπρο πολυάριθμων τουρκικών στρατευμάτων[3].

Ο Ου-Θαντ και ο ευρισκόμενος στην Κύπρο Φιλανδός απεσταλμένος του Τουομόγια συνεχίζουν τις επαφές και τις προσπάθειές τους για την εξεύρεση κάποιας λύσης. Παράλληλα, συνεχίζονται και οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες στη Γενεύη για τον ίδιο σκοπό, όχι, όμως, σε επίπεδο πρωθυπουργών. Ο υφυπουργός Μπολλ και η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθούν να πιέζουν το Γ. Παπανδρέου για μια συνάντησή του με το Τζόνσον στην Ουάσιγκτον. Ο Έλληνας πρωθυπουργός αντιδρά, γιατί αυτές τις μέρες βρίσκεται στην Αμερική και ο Τούρκος πρωθυπουργός Ινονού και δεν θέλει να συναντηθεί μαζί του σ’ αυτό το στάδιο, έστω και συμπτωματικά. Ο Τζόνσον υπόσχεται ότι δε θα προσπαθήσει κάτι τέτοιο και στέλνει το προεδρικό αεροπλάνο στην Αθήνα, για να παραλάβει τον Παπανδρέου.

 

23 Ιουνίου

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, ο υπουργός Εξωτερικών Σταύρος Κωστόπουλος και ο Ανδρέας Παπανδρέου φτάνουν στις 23 Ιουνίου με το προεδρικό αεροπλάνο στην Αμερική. Στις συζητήσεις που επακολουθούν, ο Τζόνσον και οι υπουργοί του δεν έχουν κάπιο συγκεκριμένο σχέδιο να προτείνουν. Ο Τζόνσον προτείνει την παραχώρηση στην Τουρκία ενός ελληνικού νησιού, για να παραιτηθεί και η Τουρκία από τις αξιώσεις στην Κύπρο[4].

Στην επιμονή τους να επιβάλουν τις απόψεις τους, προσπάθησαν με κάθε τρόπο να εκφοβίσουν και να εκβιάσουν τον Παπανδρέου, ώστε να συμφωνήσει για μια ελληνοτουρκική συνάντηση κορυφής. Μάλιστα, σε κάποια στιγμή ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, ο Μακναμάρα είπε, πως σε περίπτωση ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, η Τουρκία θα κατέκαιγε την Ελλάδα, γιατί διέθετε πολύ ισχυρή αεροπορία. Και ο Παπανδρέου του απάντησε με ηρεμία. «Σας ευχαριστούμε, που δώσατε τόσο ισχυρή αεροπορία στην Τουρκία. Ας θυμηθούμε, όμως, ότι η Τουρκία συνορεύει με χώρα που διαθέτει πολύ ισχυρότερη αεροπορία. Και είναι πιθανότατο πως η αεροπορία αυτή θα επέμβει σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης». Ο Μακναμάρα ξαφνιάστηκε και μη ξέροντας τι να κάνει χαμογέλασε και άλλαξε θέμα.

Την ίδια τακτική ακολούθησαν και οι Αμερικανοί επίσημοι που συναντήθηκαν με τον Έλληνα πρωθυπουργό: Ο Ντιν Ρασκ, ο Αντλάι Στήβενσον, ο Ντιν Άτσεσον, ο Τζων Μπολλ και άλλοι. Οι επαφές αυτές, κάτω από το πνεύμα από το οποίο γίνονταν, δεν απέδωσαν ουσιαστικά αποτελέσματα. Η ελληνική πλευρά δεν απέκλειε τελεσίδικα οποιαδήποτε συνάντηση των πρωθυπουργών Ελλάδας και Τουρκίας. Ήθελε, όμως, να οριστεί εκ των προτέρων το αντικείμενο μιας τέτοιας συνάντησης και να προκαθοριστεί το πλαίσιο των συζητήσεων.

Στο μεταξύ, συνεχίζονται στη Γενεύη οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες, φυσικά χωρίς καμιά πρόοδο. Και στις συζητήσεις αυτές είναι αισθητή η αμερικανική επιρροή.

 

1 Ιουλίου

Μάλιστα, στη συνάντηση της 1ης Ιουλίου, στην οποία παρευρισκόταν και ο μεσολαβητής του ΟΗΕ στην Κύπρο Τουομιόγια, κατέφτασε απρόσκλητος και ο πρώην Αμερικανός υπουργός Ντιν Άτσεσον, για να υποβάλει δικό του σχέδιο ειρήνευσης, το οποίο είχε πάρει τώρα συγκεκριμένη πια μορφή.

Τα σπουδαιότερα σημεία του σχεδίου Άτσεσον ήταν: η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με ταυτόχρονη παραχώρηση στους Τούρκους στρατιωτικής βάσης στο νησί με ενοίκιο, για 30 ή 50 χρόνια. Η έκταση της βάσης αυτής θα ήταν ίση με το 1/5 του εδάφους της Κύπρου και πάνω σ’ αυτήν οι Τούρκοι θα είχαν όλα τα κυριαρχικά δικαιώματα. Η Κύπρος θα χωριζόταν διοικητικά σε δυο παράλληλες διοικήσεις, ξεχωριστές για κάθε εθνικότητα. Επίσης, οι ένοπλες δυνάμεις της Ελλάδας και της Τουρκίας θα εντάσσονταν κάτω από κοινή διοίκηση[5].

Όλα τα σημεία του σχεδίου Άτσεσον κρίθηκαν τελείως απαράδεκτα και από κυπριακής και από ελληνικής πλευράς. Γι’ αυτό και απορρίφτηκαν τελικά. Κι ενώ από παντού καταβάλλονταν προσπάθειες κατευνασμού και προσέγγισης, ξαφνικά η κατάσταση επιδεινώθηκε και πάλι επικίνδυνα.

Οι Τούρκοι έχουν εντείνει τελευταία τις μετακινήσεις του τουρκοκυπριακού πληθυσμού στα βόρεια της Κύπρου και τώρα έχουν συγκεντρωθεί στην περιοχή γύρω από την Κυρήνεια. Ύστερα από την απόρριψη του σχεδίου Άτσεσον, δραστηριοποιούν περισσότερο τις ένοπλες ομάδες τους και ενισχύουν τη δύναμη πυρός του στρατού τους, ο οποίος τώρα έχει πάρει θέσεις στα υψώματα της οροσειράς που χωρίζει το βόρειο τμήμα της Κύπρου από το υπόλοιπο κομμάτι του νησιού. Επίσης, τουρκοκυπριακός πληθυσμός συγκεντρώνεται και στις περιοχές Λάρνακας και Αμμοχώστου, καθώς και στις βόρειες συνοικίες της Λευκωσίας.

Η παρουσία πολυάριθμων Τουρκοκυπρίων στις περιοχές αυτές αλλοιώνει την μέχρι τώρα επικρατούσα εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού και η αισθητή υπεροχή εξστρεμιστικών τουρκικών στοιχείων αποθρασύνει τους Τουρκοκύπριους, οι οποίοι, με τη δύναμη των όπλων, επιτίθενται ενάντια στους Έλληνες κατοίκους, καταστρέφοντας και βιαιοπραγώντας σε βάρος τους. Παράλληλα, τα ένοπλα τμήματά τους βάζουν από τις προχωρημένες θέσεις τους κατά του κυπριακού στρατού, αψηφώντας τη μικρή ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ.

Μπροστά σ’ αυτήν την κατάσταση, το νόμιμο κυπριακό κράτος, με ένοπλες δυνάμεις του, αποκλείει τις τουρκοκατεχόμενες αυτές περιοχές, με σκοπό να συγκρατήσει τους παρεκτρεπόμενους ένοπλους Τούρκους και να περιορίσει τις παράνομες δραστηριότητές τους.

 

16 Ιουλίου

Η Τουρκία απειλεί άμεση επέμβαση και συγκεντρώνει στις απέναντι ακτές της μονάδες του στόλου της, πολλά αποβατικά σκάφη και δυο μεραρχίες τακτικού στρατού. Ανάλογα μέτρα παίρνει και προς τα ελληνικά σύνορα, αυξάνοντας τις εκεί σταθμεύουσες δυνάμεις της.

Σαν αντίμετρα, η Ελλάδα αποσύρει αμέσως τις δυνάμεις της από την εξουσία του ΝΑΤΟ, για να τις έχει αποδεσμευμένες και έτοιμες για κάθε ενδεχόμενο και μετακινεί στρατεύματά της προς τη Θράκη. Εντονότερα μέτρα άμυνας παίρνει και η Κύπρος.

Την εποχή αυτή, οι Τουρκοκύπριοι βουλευτές αποχωρούν από τη Βουλή και δεν ξαναπαίρνουν μέρος στις συνεδριάσεις της. Η Βουλή συνεχίζει τις εργασίες της, στηριζόμενη μόνο στην ελληνική πλειοψηφία[6].

 

20 Ιουλίου

Ο Παπανδρέου, για να δείξει καλή θέληση για μια ειρηνική λύση του κυπριακού, αποδέχεται πρόσκληση της αγγλικής κυβέρνησης και στις 20 Ιουλίου πηγαίνει στο Λονδίνο για συνομιλίες με τους Βρετανούς. Και ενώ οι συζητήσεις στο Λονδίνο συνεχίζονται, ο Τούρκος πρόεδρος Γκιουρσέλ σε δηλώσεις του απειλεί πως θα βομβαρδίσει την Κύπρο.

 

7 Αυγούστου

Την απειλή αυτή πραγματοποιεί στις 7 Αυγούστου. Εκείνη τη μέρα, τουρκικά αεροπλάνα πετούν πάνω από την Κύπρο. Πολυβολούν το λιμάνι της πόλης στη ΒΔ πλευρά του νησιού και πλήττουν διάφορα χωριά της περιοχής. Συνεχίζουν επί δυο ακόμη μέρες τις επιδρομές τους με μυδραλιοβόλα και με εκρηκτικές και εμπρηστικές βόμβες. Τα θύματα ανάμεσα στον ελληνικό πληθυσμό ανέρχονται σε εκατοντάδες, οι δε ζημιές από τους βομβαρδισμούς είναι ανυπολόγιστες.

Τα τουρκικά αεροπλάνα πολυβολούσαν συνέχεια και χωρίς καμιά διάκριση εναντίον νοσοκομείων, σχολείων και εκκλησιών. Γέμισαν οι δρόμοι και οι αυλές των σπιτιών εκείνες τις μέρες με κατακρεουργημένα κορμιά αθώων Κυπρίων κάθε ηλικίας και φύλου.

Ο Μακάριος ζητά επειγόντως από την Ελλάδα αεροπορική κάλυψη. Η ελληνική κυβέρνηση, όμως, παρά την επιθυμία της να κινητοποιήσει την ελληνική αεροπορία, δεν το αποφασίζει. Και τούτο, λόγω της απόστασης και των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν. Η παρουσία της ελληνικής αεροπορίας θα έδινε το δικαίωμα στην Τουρκία να γενικέψει τις επιθέσεις της, τις οποίες και θα μπορούσε να συστηματοποιήσει λόγω της μικρής της απόσταση από την Κύπρο.

Μπροστά στον άμεσο κίνδυνο που προμήνυαν οι τουρκικές ενέργειες, η κυβέρνηση Παπανδρέου εντείνει τις προσπάθειές της, για να ενισχύσει με κάθε τρόπο την άμυνα της Κύπρου.

Με μεγάλη μυστικότητα και ταχύτητα επέσπευσε την αποστολή τμημάτων των ενόπλων της δυνάμεων στο νησί, που έφτασαν τη δύναμη Σώματος στρατού, με σκοπό να θωρακίσει αποτελεσματικά την άμυνά του.

 

9 Αυγούστου

Παρ’ όλα αυτά, οι εχθροπραξίες συνεχίζονται και ο κίνδυνος δεν παύει να είναι άμεσος. Το Συμβούλιο Ασφαλείας συνέρχεται επειγόντως στις 9 Αυγούστου και διατάζει την άμεση κατάπαυση του πυρός. Οι Τούρκοι και πάλι δεν συμμορφώνονται με τις εντολές του Συμβουλίου και συνεχίζουν τις βιαιότητες και τις απειλές.

 

12 Αυγούστου

Ύστερα από την καταφανή και βάρβαρη παραβίαση των στοιχειωδών κανόνων του Διεθνούς Δικαίου από την Τουρκία, το Συμβούλιο Ασφαλείας συνέρχεται έκτακτα και πάλι στις 12 του μηνός, μετά από επείγουσα προσφυγή της Κύπρου και επιμένει στην απόφασή του, που πήρε πριν τρεις μέρες (9/8/64), με την οποία  διέταζε την κατάπαυση του πυρός. Τώρα, ζητά επιπλέον από όλες τις κυβερνήσεις να σταματήσουν κάθε πτήση των αεροπλάνων τους πάνω από το έδαφος της Κύπρου και εισηγείται την παράταση της παραμονής της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στο νησί για ένα άλλο τρίμηνο. Διατάσσει δε το διοικητή της ειρηνευτικής δύναμης να παρατάξει τις δυνάμεις του ανάλογα με τις σημερινές συνθήκες, ώστε να επιβάλει την τάξη στην περιοχή των τελευταίων συγκρούσεων. Συνιστά, επίσης, σ’ όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, να συμβάλουν με κάθε τρόπο στην κατάπαυση του πυρός και τη διατήρηση της ειρήνης.

 

9 Σεπτεμβρίου

Η κυπριακή κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να συμβάλει στην εξομάλυνση της κατάστασης, διακόπτει στις 9 Σεπτεμβρίου τον οικονομικό αποκλεισμό, που είχε επιβάλει σε δώδεκα χιλιάδες Τουρκοκυπρίους των περιοχών Λάρνακας και Αμμοχώστου και σε έξι μέρες αποσύρει κάθε άλλο περιοριστικό μέτρο που είχε πάρει ως τώρα, με το σκοπό να παρεμποδίσει τις τουρκοκυπριακές ένοπλες ομάδες του νησιού να δημιουργήσουν αποθέματα τροφίμων.

 

24 Σεπτεμβρίου

Στις 24 Σεπτεμβρίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας επανεξετάζει την κατάσταση στην Κύπρο και εγκρίνει την παραμονή της εκεί ευρισκόμενης δύναμής του ως τις 26 Δεκεμβρίου, δηλαδή άλλους τρεις μήνες. Καλεί δε και πάλι τα αντιμαχόμενα μέρη να δείξουν κατανόηση και να συμμορφωθούν με τις αποφάσεις του. Η Τουρκία, όμως, κρατά ακόμη κλεισμένη την οδό Λευκωσίας – Κυρηνείας και αρνείται να αποσύρει τις δυνάμεις της και να την ελευθερώσει.

 

30 Σεπτεμβρίου

Στις 30 Σεπτεμβρίου, υπογράφεται στη Μόσχα ρωσοκυπριακή συμφωνία για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας στην Κύπρο.

 

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1964

Τον Οκτώβριο, ο Μακάριος ζητά από τη διάσκεψη των Αδεσμεύτων Χωρών, που γίνεται στο Κάιρο, τη συμπαράστασή τους στη συζήτηση του κυπριακού στα Ηνωμένα Έθνη. Ύστερα από αυτά, η Τουρκία ελευθερώνει την οδό Λευκωσίας – Κυρηνείας.

Στο μεταξύ, οι Αμερικανοί, ύστερα από την απόρριψη του σχεδίου Άτσεσον, το οποίο απέβλεπε ουσιαστικά στη διχοτόμηση, δεν έπαψαν να κινούνται προς κάθε κατεύθυνση, για να πετύχουν μια λύση μέσω του ΝΑΤΟ. Βασικός όρος μιας τέτοιας λύσης θα ήταν η παραχώρηση στρατιωτικών βάσεων στο ΝΑΤΟ, οι οποίες, όμως, θα έμπαιναν κάτω από την τουρκική διοίκηση. Αυτήν τη λύση, εκτός του ότι την απέρριπτε η Ελλάδα, δεν την δεχόταν με κανένα τρόπο και ο Μακάριος. Ο Αμερικανός πρεσβευτης στην Αθήνα, όμως, Λαμπουίς και η CIA ασκούσαν αφόρητες πιέσεις στην κυβέρνηση, να δεχτεί την προτεινόμενη «λύση ΝΑΤΟ», την οποία δεχόταν και μάλιστα προωθούσε ο βασιλιάς.

 

5 Οκτωβρίου

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, τότε αναπληρωτής υπουργός Συντονισμού, με δηλώσεις του στη γαλλική εφημερίδα «Λε Μοντ», αποκαλύπτει στις 5 Οκτωβρίου τις παρασκηνιακές αυτές ενέργειες των Αμερικανών και τις πιέσεις που ασκούν στην ελληνική κυβέρνηση, για να αποκηρύξει την πολιτική του Μακαρίου και να προχωρήσει στη «λύση ΝΑΤΟ». Οι δηλώσεις αυτές αναστατώνουν την αμερικανική πρεσβεία και την ελληνική Δεξιά και φέρνουν σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση.

 

16 Οκτωβρίου

Στις 16 του ίδιου μήνα, επισκέπτεται την Κύπρο ο πρόεδρος της Γιουγκοσλαβίας Τίτο και μιλά στο λαό της Λευκωσίας από την «Πλατεία Ελευθερίας».

 

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1964

Το Νοέμβριο του 1964, ο Ανδέας Παπανδρέου παραιτείται από την κυβέρνηση και, ύστερα από πρόσκληση του Μακαρίου, επισκέπτεται την Κύπρο. Ανάμεσα στους επισήμους που τον υποδέχονται στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας είναι και ο Γρίβας, ο οποίος τον χαιρετά με μεγάλη εγκαρδιότητα. Με την ίδια εγκαρδιότητα τον αποχαιρετά και κατά την αποχώρησή του από τη Μεγαλόνησο. Σε λίγους μήνες, ο Ανδρέας θα γίνει για το Γρίβα ο χειρότερος εχθρός. Η Δεξιά θα τον κατηγορήσει ότι είναι κατά της Ένωσης κι οι συνωμοτικά εργαζόμενοι χουντικοί θα τον κατηγορήσουν για έσχατη προδοσία.

 

19 Δεκεμβρίου

Στις 19 Δεκεμβρίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας παρέτεινε για ένα ακόμη τρίμηνο την παραμονή των δυνάμεών του στην Κύπρο. Στη διάρκεια του 1964, λόγω των ένοπλων συγκρούσεων και της μεγάλης αναταραχής, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το νησί πάνω από 4 χιλιάδες Ελληνοκύπριοι.

 

1965

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1965

Τον Ιανουάριο του 1965, η εφημερίδα «Ελευθερία» των Αθηνών κατηγορεί το Μακάριο και τον Ανδρέα Παπανδρέου ότι εμπόδισαν και εμποδίζουν την ένωση με την Ελλάδα, αφού αντιτίθενται στο σχέδιο Άτσεσον. Στο σχέδιο, δηλαδή, της διχοτόμησης, το οποίο φυσικά η εφημερίδα αυτή και οι περί αυτήν επικροτούν.

Στις αρχές του 1965, παρατηρείται κάποια ύφεση στις εξελίξεις του κυπριακού. Όλοι αναμένουν την έκδοση της απόφασης των Ηνωμένων Εθνών. Την περίοδο αυτή, όπως ισχυρίζεται ο Bicham Sweet-Eacot, βοηθός γενικός διευθυντής της British Petroleum Co Ltd. σε άρθρο του στην Encyclopaedia Brittanica[7], ο υπουργός των Εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης Αντρέι Γκρομίκο φαίνεται να ευνοεί τις τουρκικές προτάσεις για διχοτόμηση  και ταυτόχρονα ομοσπονδοποίηση της Κύπρου.

 

ΜΑΡΤΙΟΣ 1965

Οι Αμερικανοί δεν παύουν να ασκούν καθημερινά πιέσεις στην ελληνική κυβέρνηση, για να δεχτεί το σχέδιο Άτσεσον και να ασκήσει και την επιρροή της στην Κύπρο, ώστε η κυπριακή κυβέρνηση να ασπαστεί και να υιοθετήσει τις απόψεις τους.

Ο τότε υπουργός Άμυνας της Ελλάδας Γαρουφαλιάς, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις αυτόβουλα ή καλύτερα σα να έχει προϊστάμενό του όχι τον πορωθυπουργό της χώρας αλλά τους Αμερικανούς και το βασιλιά, πηγαίνει στα μέσα Μαρτίου στην Κύπρο και προσπαθεί να εξαναγκάσει το Μακάριο να δεχτεί αμερικανικό σχέδιο, το οποίο βασικά στηρίζεται στη διχοτόμηση. Ο Μακάριος επιμένει στις απόψεις του και δηλώνει στο Γαρουφαλιά πως το κυπριακό θα λυθεί μόνο μέσα στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών. Ο Γαρουφαλιάς επιστρέφει στην Αθήνα άπρακτος.

Το Μάρτιο του ίδιου χρόνου, ο μεσολαβητής της Κύπρου Γκάλο Πλάζα υποβάλλει στο γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών την έκθεσή του. Ο Πλάζα εισηγείται την ανεξαρτησία της Κύπρου, με αυτοδέσμευση των Κυπρίων για τη μη ένωσή τους με την Ελλάδα, τονίζοντας χαρακτηριστικά, ότι κατά τη διάρκεια των επαφών του στην Κύπρο διαπίστωσε πως, ούτε ο Μακάριος, ούτε και η κυπριακή κυβέρνηση συνηγόρησαν ποτέ απόλυτα υπέρ της ένωσης σαν τελική και μόνιμη λύση του κυπριακού. Απορρίπτει τις τουρκοκυπριακές αξιώσεις περί ομοσπονδοποίησης, γιατί αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη χωριστών εδαφικών χώρων και επομένως οδηγεί σε διχοτόμηση. Κατά τη γνώμη του, τονίζει πως οι απόψεις όλων των ενδιαφερομένων συγκλίνουν υπέρ της δημιουργίας ανεξάρτητης Κύπρου, με πλήρεις εγγυήσεις για ολόκληρο τον πληθυσμό της.

Η έννοια της ανεξαρτησίας, όμως, παίρνει στην ερμηνεία της διττή σημασία. Άλλη για τους Έλληνες και άλλη για τους Τούρκους. Οι Τούρκοι ευνοούν την αξεταρτησία, υπό τον όρο ότι ποτέ δε θα τεθεί αίτημα ένωσης. Οι Έλληνες, αντίθετα, ισχυρίζονται πως δεν μπορεί να νοηθεί πλήρης ανεξαρτησία, όταν τίθενται όροι εκ των προτέρων, πράγμα το οποίο αντιβαίνει προς τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, με βάση τις οποίες και επιχειρείται και η λύση του ζητήματος.

Καταλήγοντας ο Πλάζα, διατυπώνει πέντε προϋποθέσεις, βάσει των οποίων θα ήταν δυνατή η αποκατάσταση της ανεξαρτησίας της Κύπρου. Σπουδαιότερες από αυτές είναι η εφαρμογή του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και ο αποκλεισμός της ένωσης με την Ελλάδα.

Η ελληνική κυβέρνηση νιώθει κάποια ικανοποίηση από την έκθεση του Πλάζα, αλλά οι Αμερικανοί και οι Τούρκοι στενοχωριούνται πραγματικά, γιατί ο μεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών βάζει κάποιο φραγμό στα σχέδιά τους.

Τις μέρες αυτές, ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, ο Κωστόπουλος, ενώ μετέχει των εργασιών της συνόδου του ΝΑΤΟ στο Λονδίνο, συναντιέται και με τον Τούρκο συνάδελφό του και συζητούν για το κυπριακό. Αυτό γίνεται με πρωτοβουλία του Κωστόπουλου και κατά παρέκκληση της βασικής κυβερνητικής γραμμής που είναι: «Όχι συζήτηση έξω από τα πλαίσια του ΟΗΕ και καμιά συζήτηση μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ». Ο Κωστόπουλος, επιστρέφοντας στην Αθήνα, ύστερα από πιέσεις του Γ. Παπανδρέου και του Μακαρίου και για να διορθώσει το σφάλμα του, δηλώνει δημόσια πως οι συζητήσεις του Λονδίνου δεν έθιξαν την ουσία του θέματος και ότι το κυπριακό δεν είναι θέμα της ελληνοτουρκικής διαφοράς, αλλά είναι θέμα της αρμοδιότητας των Ηνωμένων Εθνών.

 

9 Απριλίου

Στις 9 Απριλίου, η Ελλάδα και η Κύπρος διατύπωσαν τις απόψεις τους στις εισηγήσεις του Πλάζα και χαρακτήρισαν την έκθεσή του «ως παρέχουσαν εποικοδομητικά στοιχεία». Τόνισαν, όμως, ότι θα ζητούσαν από τα Ηνωμένα Έθνη να δοθεί ανεξαρτησία στους Κυπρίους, με δικαίωμα αυτοδιάθεσης.

Αντίθετα, η Τουρκία, όχι μόνο κατέκρινε και αποκήρυξε την έκθεση αυτή, αλλά ζήτησε και την άμεση απόλυση του Πλάζα από τη θέση του μεσολαβητή. Τον Πλάζα κατηγόρησε και ο Γρίβας, λέγοντας πως ο μεσολαβητής ήταν εναντίον του, επηρεασμένος από παπανδρεϊκούς αξιωματικούς, τους οποίους συναναστρεφόταν καθ’ ον χρόνον βρισκόταν στην Κύπρο.

Δυσαρεστημένος ήταν και ο βασιλιάς. Αυτό, βέβαια, ήταν γνωστό από τη στάση και τις ενέργειές του. Η δυσαρέσκεια, όμως, αυτή κοινολογήθηκε κι έγινε γνωστή δημόσια στις αρχές Απριλίου, όταν ο κυπριακός τύπος δημοσίευσε την πληροφορία, πως ο βασιλιάς προσπαθούσε να βρει τρόπο να ανατρέψει την κυβέρνηση Παπανδρέου και, σχηματίζοντας κυβέρνηση εθνικής ενότητας, να προχωρήσει στο κλείσιμο του κυπριακού, σύμφωνα με το σχέδιο Άτσεσον.

Προς την κατεύθυνση αυτή, όπως γράφει στο βιβλίο του ο Ανδρέας Παπανδρέου[8], κινήθηκε και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου, Στέφανος Στεφανόπουλος, δηλώνοντας πως υπεύθυνος για τη μη εφαρμογή του σχεδίου Άτσεσον ήταν ο Μακάριος.

Ύστερα από όλα αυτά, ο κυπριακός τύπος καταφέρεται κατά του Γαρουφαλιά και του Στεφανόπουλου και ζητά το διώξιμό τους από την κυβέρνηση.

Παράλληλα, δημοσιεύει πληροφορίες περί συνωμοσιών από μέρους της Δεξιάς και του παλατιού, για την ανατροπή του Παπανδρέου.

Στην Κύπρο, η τουρκοκυπριακή ηγεσία απαγορεύει στους Τουρκοκύπριους και σ’ όλον γενικά τον πληθυσμό των τμημάτων που ελέγχουν οι δυνάμεις της, να μεταβαίνουν χωρίς άδεια στις ελληνοκρατούμενες περιοχές, δηλαδή στις περιοχές του νόμιμου κυπριακού κράτους ή να έχουν οποιαδήποτε συναλλαγή ή επαφή με τον εκεί πληθυσμό. Όσοι Τουρκοκύπριοι υποστηρίζουν την κοινή συμβίωση των πληθυσμών, όπως γινόταν ως τώρα, διώκονται, κακοποιούνται ή και φονεύονται από τις τρομοκρατικές τουρκοκυπριακές οργανώσεις.

 

11 Απριλίου

Στις 11 Απριλίου, δολοφονείται Τουρκοκύπριος εργατικός ηγέτης, γιατί κατηγόρησε την τουρκική ηγεσία για τον αδικαιολόγητο και βίαιο διαχωρισμό των πληθυσμών του νησιού.

 

ΜΑΪΟΣ 1965

Το Μάιο του 1965, η εφημερία «Ημερήσιος Κήρυξ» της Λάρνακας δημοσίευσε «συνταρακτικά γεγονότα». Για πρώτη φορά δημοσιεύονταν η είδηση ότι «αριστερή και κεντρώα οργάνωση υπάρχει στο στρατό». Το δημοσίευμα αυτό ήταν το πρώτο βήμα της δημιουργίας της περιβόητης υπόθεσης «ΑΣΠΙΔΑ». Μιας υπόθεσης-κατασκεύασμα, που συντάραξε το Πανελλήνιο. Η υπόθεση αυτή γνέστηκε στην Ελλάδα, άρχισε, όμως, να πρωτοϋφαίνεται στην Κύπρο. Από κει ξεκίνησε και διευρύνθηκε η μυθολογία της και σε συνέχεια τα πλοκάμια της τύλιξαν ολόκληρη την Ελλάδα. Κυριότερο χέρι της πλεκτάνης αυτής και ουσιαστικότερη σαΐτα ύφανσης ήταν ο Γρίβας.

Για το θέμα αυτό και μέσα στο διάστημα από 9 Σεπτεμβρίου 64 μέχρι το Μάιο του 1965, ο Γρίβας στέλνει εφτά ή οχτώ επιστολές στον τότε υπουργό Εθνικής Άμυνας. Π. Γαρουφαλιά, άνθρωπο των ανακτόρων, με τις οποίες επισημαίνει ότι, από την ημέρα της άφιξης του Ανδρέα Παπανδρέου στην Κύπρο, παρατηρείται, δήθεν, κάποια απειθαρχία του στρατεύματος και ότι εκδηλώνονται έντονες προσπάθειες του Μακαρίου και του Γεωρκάτζη «να θέσουν χείρα στο στράτευμα».

Εδώ ας σημειωθεί ότι ο Μακάριος είναι πρόεδρος της κυπριακής Δημοκρατίας και ο Γεωρκάτζης υπουργός Εθνικής Άμυνας στην κυβέρνηση της Κύπρου. Κι αυτοί, κατά τη γνώμη του Γρίβα, δεν έχουν καμιά εξουσία και κανένα δικαίωμα ελέγχου πάνω στον κυπριακό στρατό(!!).

Οι εμπιστευτικές αυτές επιστολπές του Γρίβα στέλνονται και στο βασιλιά. « . . . Της παρούσης έλαβε γνώσιν μόνον η Α. Μ. ο βασιλεύς και Υμείς. . .», λέγει χαρακτηριστικά ο Γρίβας στην επιστολή του της 10ης Μαΐου 1965. Δηλαδή, η όλη υπόθεση υφαίνεται κατά κύριο λόγο από το Γρίβα, μέσα στα νήματα του παλατιού-Γαρουφαλιά, με απώτερο σκοπό την απόταξη αρκετών εκατοντάδων (780 περίπου) δημοκρατικών αξιωματικών από το στράτευμα, ώστε ο δρόμος να μείνει ελεύθερος για το σχεδιαζόμενο πραξικόπημα των Απριλιανών.

Όλοι οι σκευωροί της υπόθεσης «ΑΣΠΙΔΑ» που θα παρελάσουν αργότερα και σα σκληροί μάρτυρες κατηγορίας στη δίκη, θα εμφανιστούν με ύφος και δράση την 21η Απριλίου του 1967, καθώς και στην επταετία της δικτατορίας. Οι επιπτώσεις της σκευωρίας αυτής ήταν τρομακτικές για την υπόθεση της Κύπρου.

 

20 Μαΐου

Στις 20 Μαΐου, πηγαίνει στην Κύπρο για να κάνει ανακρίσεις γύρω από το θέμα «ΑΣΠΙΔΑ» ο αντιστράτηγος του δικαστικού Σίμος.

 

25 Μαΐου

Το παλάτι, γνώστης των πάντων, ανησυχεί, γιατί αργεί να επιστρέψει ο Σίμος από την Κύπρο και στις 25 του μηνός, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος στέλνει το γραμματέα του Αρναούτη στο Γαρουφαλιά, να μάθει πού οφείλεται η καθυστέρηση της επιστροφής του ανακριτή.

 

31 Μαΐου

Στις 31 Μαΐου, τηλεγράφημα του Ασσοσιέιτεντ Πρεςς αναφέρει ότι, «καθώς πληροφορηθήκαμε από πηγές των ανακτόρων, ο βασιλιάς ζήτησε από την κυβέρνηση τη διεξαγωγή ανακρίσεων κλπ.», για το ζήτημα του ΑΣΠΙΔΑ.

 

ΙΟΥΝΙΟΣ 1965

Τον Ιούνιο αρχίζουν και πάλι συνομιλίες για το κυπριακό μεταξύ Αθηνών και Άγκυρας, χωρίς ευνοϊκές, όμως, προοπτικές. Επίσης, το μήνα αυτό συνέρχεται στο Λονδίνο η διάσκεψη των πρωθυπουργών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και στις 25 εκδίδεται ανακοινωθέν, στο οποίο οι πρωθυπουργοί εκφράζουν την ανησυχία τους για την κατάσταση στην Κύπρο.

 

25 Ιουνίου

Συμφωνούν με τις αποφάσεις και τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών  και παραδέχονται πως το κυπριακό θα πρέπει να λυθεί μέσα στα πλαίσια του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, με βάση τις αρχές της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και τις επιθυμίες του κυπριακού λαού. Επιπλέον, συνιστούν σεβασμό προς τα ψηφίσματα του ΟΗΕ της 4ης Μαρτίου 1964, παραδέχονται το έργο του μεσολαβητή Πλάζα και ζητούν από τα αντιμαχόμενα μέρη να απέχουν από κάθε ενέργεια που θα βλάψει τις προσπάθειες της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ, στην οποία μετέχουν και χώρες της Κοινοπολιτείας.

Την εποχή αυτή, πλησιάζει και η λήξη της θητείας του προέδρου και αντιπροέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και της κυπριακής Βουλής και τίθεται θέμα νέων εκλογών. Η Τουρκία, όμως και πάλι αντιδρά και ανθίσταται στην ψήφιση του σχετικού εκλογικού νόμου, γιατί δεν θέλει εκλογές, αλλά επιμένει στην παράταση της θητείας του προέδρου της Βουλής.

 

8 – 15 Ιουλίου

Στην Ελλάδα η πολιτική κρίση κορυφώνεται. Από τις 8 ως τις 15 Ιουλίου ανταλλάσσονται οι γνωστές επιστολές μεταξύ βασιλιά Κωνσταντίνου και πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου[9] και στις 15 το βράδυ ο Παπανδρέου, πεισθείς από τα ανάκτορα, παραιτείται.

Σάλος και αναβρασμός ξεσπά σ’ ολόκληρη τη χώρα, ύστερα από το προκλητικότατο αυτό πραξικόπημα του βασιλιά, στο οποίο, δυστυχώς, είναι μπλεγμένοι και το ενισχύουν και πολλοί οπαδοί και μέχρι χθες συνεργάτες του πρωθυπουργού.

Ακολουθούν οι βραχύβιες κυβερνήσεις των «αποστατών», με πρώτη την κυβέρνηση Αθανασιάδη – Νόβα, φίλου και στελέχους τότε του Παπανδρέου.

Ας σημειωθεί εδώ, ότι ο βασιλιάς δέχεται το βράδυ εκείνο της 15ης Ιουλίου το Γ. Παπανδρέου, για να του ανακοινώσει την πραξικοπηματική του απόφαση, στο ίδιο γραφείο των ανακτόρων, όπου πριν πενήντα χρόνια ο παππούς του, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’, είχε αποπέμψει πραξικοπηματικά τον τότε πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο.

 

21 Ιουλίου

Στην Αθήνα η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη. Στις 21 Ιουλίου, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πραξικοπηματική παύση του εκλεγμένου από το λαό πρωθυπουργού, γίνονται διαδηλώσεις φοιτητών. Επεμβαίνει, η αστυνομία και δημιουργούνται αιματηρά επεισόδια. Τραυματίζονται 250 διαδηλωτές και σκοτώνεται ο φοιτητής Σωτήρης Πέτρουλας.

Τώρα, ο Γ. Παπανδρέου θα πει: «Η κυβέρνηση Νόβα δεν αρκέστηκε στο να είναι κυβέρνηση προδοσίας, έγινε και κυβέρνηση αίματος».

 

29 Ιουλίου

Ο Ηλίας Τσιριμώκος εκφωνεί λόγο στη Θεσσαλονίκη και κατηγορεί το Νόβα για την προδοσία του και τον αποκαλεί «κατεψυγμένο πρωθυπουργό». Λίγο αργότερα, οι πλεκτάνες του παλατιού τυλίγουν και τον Τσιριμώκο στα δύχτια τους και τον χρίζουν κι αυτόν «πρωθυπουργό». Είναι η περίοδος της αθρόας πρωθυπουργοποίησης και της μαζικής υπουργοποίησης.

Ο Τσιριμώκος έρχεται ως πρωθυπουργός στη Βουλή, για να κάνει τις προγραμματικές του δηλώσεις. Οι βουλευτές ανταποδίδοντάς του τα ίσα, του φωνάζουν: «Είσαι κατεψυγμένος». «Ξεσκόνισες και συ τα ανάκτορα» κλπ.. Στις αποδοκιμασίες αυτές, ο Τσιριμώκος απαντά με τη γνωστή φράση: «Όσο για τα ανάκτορα, τα βρήκα τόσο καλά ξεσκονισμένα, ώστε δεν παρέστη ανάγκη να τα ξεσκονίσω εγώ».

 

3 Αυγούστου

Κι ενώ το παλάτι ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις και η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα είναι χαώδης, στη Ν. Υόρκη συνέρχεται στις 3 Αυγούστου το Συμβούλιο Ασφαλείας, για να εξετάσει τουρκική προσφυγή και προσφυγή της κυπριακής κυβέρνησης.

Η Τουρκία ζητεί την παράταση της θητείας του προέδρου της Βουλής της Κύπρου, η δε κυπριακή κυβέρνηση διαμαρτύρεται για την ανάμειξη της Τουρκίας στα εσωτερικά του κυπριακού κράτους.

 

10 Αυγούστου

Το Συμβούλιο Ασφαλείας εκδίδει την απόφασή του στις 10 Αυγούστου, στην οποία τονίζει ότι επιμένει στην απόφασή του της 4ης Μαρτίου 1964 και καλεί όλα τα μέρη να αποφύγουν κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να επιδεινώσει την κατάσταση. Η απόφαση αυτή ικανοποιεί τους Κυπρίους και τονώνει τα αισθήματά τους.

 

17 Σεπτεμβρίου

Αντίθετα, οι Τούρκοι δυσαρεστούνται και δεν διστάζουν να εκδηλώσουν και έμπρακτα τη δυσαρέσκειά τους. Στις 17 Σεπτεμβρίου, τουρκικά αεροπλάνα παραβιάζουν τον εναέριο χώρο της Κύπρου.

 

21 Σεπτεμβρίου

Τους Κυπρίους ενισχύει και η εκδοθείσα σε λίγες μέρες (21 Σεπτεμβρίου) έκθεση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Ου-Θαντ, ο οποίος συμφωνεί με τις απόψεις του μεσολαβητή Πλάζα και αποφασίζει την περαιτέρω παραμονή της ειρηνευτικής δύναμης στην Κύπρο.

 

22 Σεπτεμβρίου

Ύστερα από όλα αυτά, η κυπριακή Βουλή ψηφίζει μεν στις 22 του μηνός εκλογικούς νόμους που αφορούν την εκλογή προέδρου και βουλευτών, παρατείνει, όμως, για ένα ακόμη χρόνο τη θητεία του προέδρου και του νομοθετικού σώματος.

Μετά την ψήφιση των νόμων αυτών, αποδεσμεύτηκε τελείως το κυπριακό κράτος από τη συνθήκη Ζυρίχης – Λονδίνου, μια και εξαλείφτηκε πλέον από το υφιστάμενο καθεστώς κι από το κυπριακό σύνταγμα κάθε διαχωριστικό στοιχείο ή κατάλοιπο της παραπάνω συμφωνίας.

Οι Τουρκοκύπριοι βουλευτές, παρ’ ότι αρχικά δήλωσαν συμμετοχή στις εργασίες του Σώματος, δεν πήραν τελικά μέρος στις συζητήσεις του κοινοβουλίου και η Τουρκία διαμαρτυρήθηκε στα Ηνωμένα Έθνη για τις αποφάσεις αυτές της κυπριακής Βουλής. Διαμαρτυρία κατέθεσε και η Κύπρος στον ΟΗΕ για την αχαρακτήριστη ανάμειξη της Τουρκίας στα εσωτερικά της Κύπρου.

Στην Ελλάδα μαγειρεύεται ο σχηματισμός κυβέρνησης με το Στεφανόπουλο, άνθρωπο του ΝΑΤΟ και των Αγγλοαμερικανών και εχθρό του Μακαρίου. Ο Στεφανόπουλος είχε ταχθεί υπέρ μιας λύσης του κυπριακού, η οποία θα ευνοούσε το ΝΑΤΟ και την Αμερική.

 

23 Σεπτεμβρίου

Το σχηματισμό κυβέρνησης Στεφανόπουλου επικροτεί και η Τουρκία και μάλιστα ο Τούρκος πρωθυπουργός δεν διστάζει να κάνει και σχετικές δηλώσεις και να εκφράσει στις 23 Σεπτεμβρίου και δημόσια την ευχή του, όπως η ελληνική Βουλή δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στο Στεφανόπουλο.

Η Αμερική πιστεύει πως έχει έρθει η ώρα επίλυσης του κυπριακού σε νατοϊκή βάση, γι’ αυτό και ο υπουργός Εξωτερικών Ρασκ καλεί κοινή διάσκεψη Αμερικής, Αγγλίας, Ελλάδας και Τουρκίας.

Την εποχή αυτή, ο Μακάριος αποκαλύπτει πως ο Γαρουφαλιάς, επί κυβέρνησης Παπανδρέου, ύστερα από υπόδειξη και απαίτηση των Αμερικανών, όχι μόνο εμπόδισε την παράδοση ρωσικών πυραύλων στην Κύπρο, εμποδίζοντας το πλοίο που τους μετέφερε να φτάσει στο νησί, αλλά απέσυρε από τη Μεγαλόνησο και όλο το εκπαιδευμένο στους πυραύλους ελληνικό στρατιωτικό προσωπικό.

Η απάντηση του Στεφανόπουλου στάλθηκε έμμεσα στο Μακάριο για τις αποκαλύψεις του αυτές. Μια κυπριακή εφημερίδα του παρακράτους της Δεξιάς έγραψε, ότι «οι δεκαπέντε χιλιάδες του ελληνικού στρατού που βρίσκονται στην Κύπρο θα επιβάλουν την πολιτική των Αθηνών δια των όπλων». Το δημοσίευμα αυτό προέλεγε όσα μαγείρευαν οι συνωμότες. Τώρα, αν οι απειλούντες το Μακάριο κοινολογούσαν ταυτόχρονα και άκρως απόρρητα και υψίστης σημασίας κρατικά μυστικά, αυτό δεν έχει καμιά σημασία για τους «νομιμόφρονες παρακρατικούς».

Στο μεταξύ, οι συνομιλίες που είχαν αρχίσει τον Ιούνιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν κατέληγαν σε κανένα αποτέλεσμα, ώσπου ατόνισαν τελείως, λόγω της αδιαλλαξίας των δύο μερών και της σύγκλησης της 20ης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.

Στην ημερήσια διάταξη αυτής της συνόδου είναι γραμμένο και πάλι το κυπριακό, ύστερα από προσφυγή της Κύπρου στον Οργανισμό.

 

10 Οκτωβρίου

Η Τουρκία, προσπαθώντας να πείσει τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ πριν από τη συζήτηση της κυπριακής προσφυγής, ότι η συμβίωση των δύο κοινοτήτων είναι αδύνατη, υποκινεί και πάλι την εξέγερση των τουρκοκυπριακών ένοπλων ομάδων κατά των Ελλήνων.

 

14 Οκτωβρίου

Έτσι, στις 14 Οκτωβρίου, ένοπλοι Τούρκοι που κατοικούσαν στις τουρκοκατοικημένες περιοχές της Αμμοχώστου εκδηλώνουν νέες απειλές κατά των Ελλήνων και προβαίνουν σε πράξεις βίας κατά των εργατών του λιμανιού. Οι πυροβολισμοί ξανακούγονται πυκνοί σε όλο το νησί.

 

1 Νοεμβρίου

Καταιγιστικά πυρά τουρκικών μυδραλίων και μπαζούκας βάλλουν την 1η Νοεμβρίου κατά του νοσοκομείου της Αμμοχώστου και διάφορων φυλακίων της Εθνοφρουράς, καθώς και εναντίον στρατιωτικών περιπόλων. Τραυματίζεται ένας εθνοφρουρός.

 

4 Νοεμβρίου

Στις 4 του ίδιου μήνα επαναλαμβάνονται τα πυρά, με βαριά όπλα αυτή τη φορά, κατά του ίδιου νοσοκομείου και εναντίον διάφορων φυκαλίων. Τραυματίζονται δυο εθνοφρουροί.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας συνέρχεται έκτακτα και καταδικάζει τις τουρκικές ενέργειες. Επιρρίπτει κάθε ευθύνη για τα απεισόδια στους Τούρκους και απαλλάσσει τελείως τους Έλληνες, αρνούμενο να δεχτεί το εναντίον τους τουρκικό κατηγορητήριο. Η τάξη αποκαθίσταται στην Αμμόχωστο, ύστερα από επέμβαση του διοικητή της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ και του αντιπροσώπου του γενικού γραμματέα στην Αμμόχωστο Καρόλου Μπερναντές.

Η Κύπρος συνεχίζει τους αγώνες της για την επίλυση του θέματός της μέσα στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών. Οι απόψεις των Κυπρίων είναι λίγο-πολύ σύμφωνες με τις ελληνικές απόψεις, αν και δεν παύουν να υπάρχουν και μάλιστα επίμονες αντιδράσεις για την επίλυση του κυπριακού με βάση τις επιδιώξεις του ΝΑΤΟ και τα σχέδια των Αμερικανών. Ένας από τους ισχυρούς εκφραστές αυτών των απόψεων είναι και ο Γρίβας.

1966

16 Φεβρουαρίου 1966

Ο Γρίβας έρχεται στην Αθήνα και στις 16 Φεβρουαρίου δηλώνει ότι η Κύπρος θα πρέπει να ενωθεί αμέσως με την Ελλάδα. Οι δηλώσεις του αυτές εξοργίζουν τους Τούρκους, οι οποίοι απειλούν με εισβολή στην Κύπρο και εντείνουν τις βιαιότητες κατά των Ελλήνων.

 

4 Μαρτίου

Στις 4 Μαρτίου, βόμβες τοποθετημένες από Τούρκους ή άλλους πράκτορες, εκρήγνυνται σε διάφορα μέρη του νησιού και δημιουργούν νέα ένταση. Παράλληλα με την εξέγερση των Τούρκων, οι δηλώσεις του Γρίβα αυξάνουν επικίνδυνα και την ένταση στις σχέσεις Μακαρίου – Στεφανόπουλου, των οποίων οι γνώμες είναι κατά διάμετρο αντίθετες. Παρ’ όλα αυτά, ο Γρίβας ρίχνει κι άλλο λάδι στη φωτιά. Δηλώνει πως δε θα υπακούει στο εξής στην κυβέρνηση του Μακαρίου αλλά στην κυβέρνηση Στεφανόπουλου. Τα πράγματα παίρνουν πια άλλη τροπή και φαίνεται καθαρά πλέον πως το μέτωπο κατά του Μακαρίου ισχυροποιείται και διευρύνεται.

 

11 Απριλίου

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Τσιριμώκος παραιτείται από την κυβέρνηση στις 11 Απριλίου, γιατί βλέπει πως ο Στεφανόπουλος με τις ενέργειές του προωθεί τη λύση της διχοτόμησης. Αντικαταστάτης του διορίζεται ο ναύαρχος Τούμπας.

 

1 Οκτωβρίου

Την 1η Οκτωβρίου, η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ έχει δοθεί στη δημοσιότητα και όλες οι εφημερίδες με τεράστιους τίτλους δημοσιεύουν το πόρισμα του ανακριτή Λαγάνη.

 

14 Νοεμβρίου

Στις 14 Νοεμβρίου αρχίζει στο στρατοδικείο Αθηνών η δίκη των κατηγορούμενων αξιωματικών για το ΑΣΠΙΔΑ.

Το Δεκέμβριο, τα Ηνωμένα Έθνη παρατείνουν την παραμονή της ειρηνευτικής τους δύναμης στην Κύπρο για άλλους έξι μήνες.

 

22 Δεκεμβρίου

Στις 22 Δεκεμβρίου, σχηματίζει στην Αθήνα κυβέρνηση ο Ιωάννης Παρασκευόπουλος και στις 6 Φεβρουαρίου 1967 συγκαλεί το Συμβούλιο του Στέμματος, για να αποφανθεί για το κυπριακό. Σ’ αυτό μετέχει και ο Μακάριος. Η σύγκλησή του αφ’ ενός μεν θα απάλλασσε από μια βαριά ευθύνη τον Παρασκευόπουλο, αφ’ ετέρου δε θα παρείχε εγγυήσεις στους νατοϊκούς, στη CIA και στο παλάτι, πως θα προχωρούσε στην επιθυμητή από αυτούς λύση, γιατί σ’ αυτό θα μετείχαν τέως πρωθυπουργοί, υποτακτικοί κατά το πλείστο στο παλάτι. Στη διάρκεια των συζητήσεων, όμως, επικρατούν οι απόψεις του Γ. Παπανδρέου και του Μακαρίου και το Συμβούλιο αποφασίζει να συνεχίσει η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου τις επαφές και τις συζητήσεις για το κυπριακό, αλλά με δική της ευθύνη.

Ύστερα από την πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου, το ενδιαφέρον των ελληνικών κυβερνήσεων που επακολούθησαν για την προώθηση και ορθή επίλυση του κυπριακού ατόνησε, γιατί την εποχή αυτή η δραστηριότητα των ιθυνόντων και των πολιτικών ανδρών της χώρας απορροφάται λίγο ή πολύ από την αστάθεια των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα, τις εναλλαγές των κυβερνήσεων και τις παρασκηνιακές ενδοκομματικές ή διακομματικές διαβουλεύσεις για την πλήρωση ή την κατάληψη των υπουργικών θώκων και τη, με κάθε θυσία, συγκράτηση της φιλοβασιλικής δεξιάς στην εξουσία. Ξαφνικά, όμως, τα πράγματα παίρνουν απροσδόκητη τροπή.

Οι συνωμοτικές ως τώρα κινήσεις και ενέργειες της εσωστρατιωτικής οργάνωσης ΙΔΕΑ, η οποία συστηματικά και μελετημένα διέβρωσε επί δεκαετίες το στράτευμα, παρασύροντας και προσηλυτίζοντας στις τάξεις της, ακόμη από το 1943, χαμηλόβαθμους κατά το πλείστο αξιωματικούς, ξέσπασαν ξαφνικά σαν έκρηξη βόμβας πάνω στο χιλιοτραυματισμένο σώμα της δύστυχης Ελλάδας.

 

1967

21 Απριλίου 1967

Την 21η Απριλίου 1967, ο ΙΔΕΑ, με επικεφαλής ομάδα συνταγματαρχών, η οποία είχε αρχηγό της το συνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο και με τη βοήθεια της αμερικανικής CIA, έκανε πραξικόπημα. Ογρανωμένοι κατάλληλα οι πραξικοπηματίες, κίνησαν το στράτευμα κατά του κράτους. Συνέλαβαν τα μέλη της κυβέρνησης και άλλους σημαίνοντες πολιτικούς της χώρας, καθώς και πολλούς ανώτατους αξιωματικούς και κήρυξαν δικτατορία.

Η πρώτη χώρα που αναγνωρίζει τους δικτάτορες είναι η Αμερική. Από τη στιγμή αυτή το κυπριακό παίρνει τον κατήφορο, κατρακυλώντας από το κακό στο χειρότερο.


[1]Charles Foley: «Legasy of Strife», σελ. 164.
[2].   Οι εκλογές έγιναν στις 3 Νοεμβρίου ’63 και πήραν: η Ε.Κ. 138 έδρες, η ΕΡΕ 132, η ΕΔΑ 28 και το ΚΠ του Μαρκεζίνη 2 έδρες.
[3]Η Συνθήκη της Ζυρίχης προέβλεπε την παρουσία μόνο εξακοσίων Τούρκων και εννιακοσίων Ελλήνων.
[4]Α. Παπανδρέου: «Η Δημοκρατία στο απόσπασμα», σελ. 201.
[5].  Α. Παπανδρέου: «Η Δημοκρατία στο απόσπασμα», σελ. 202.
[6]Έλληνες βουλευτές 35, Τούρκοι 15.
[7]Τόμος 6ος, σελ. 954α.
[8]Α. Παπανδρέου: «Η Δημοκρατία στο Απόσπασμα», σελ. 209
[9]Οι επιστολές που ανταλλάχτηκαν ήταν τρεις από κάθε πλευρά.